15 Ιουνίου 2015

Μαργαρίτα Καραπάνου, "Η Κασσάνδρα και ο Λύκος"

Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα  2006
9-10-2013
Βιβλίο 40ο
Πρόταση της Ελένης Παπαστεργιάδου 



Αρχοντούλα Διαβάτη
«…αγάπη δε μη έχω, ουδέν ειμί... γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον…»
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ αρθρωμένο σε ημέρες από την 1η, 2η έως και 58η μέρα. Αφηγήτρια είναι η Κασσάνδρα που, όπως η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, έχει κι αυτή μαμά στο Παρίσι, μιαν άλλη Κασσάνδρα-Μαργαρίτα Λυμπεράκη.
Πριν τριανταπέντε χρόνια, το 1976, -μεταπολίτευση- διάβασα την πρώτη έκδοση του βιβλίου -έκανε τελικά οχτώ εκδόσεις στον Καστανιώτη αργότερα- με τα πρώτα μου λεφτά αγορασμένο, στη νέα μου δουλειά. Αγνοείται η τύχη εκείνου του αντιτύπου. Ξαναδιάβασα το βιβλίο δανεισμένο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη του ΒαφοπούλειουΥπήρχε η ανάμνηση μιας βαθιάς συγκίνησης που ανανεωνότανε με κάθε  καινούργιο  τίτλο τής αγαπημένη συγγραφέως που διάβαζα ανελλιπώς αυτά τα χρόνια. Ένα βιβλίο αστείο, γοητευτικό, ειρωνικό, βέβηλο, αινιγματικό με χιούμορ και δαιμονική φαντασία, παραδίδοντάς μας την άγρια ποίηση της παιδικής ηλικίας με τον αισθησιασμό, τη λύπη, τη σεξουαλικότητα, την αγριότητα,  την ενοχή, τη μελαγχολία, τον πόνο, τη μοναξιά και τη μοναχικότητα. Η Κασσάνδρα ένα υπερευαίσθητο γεμάτο αφοπλιστική αφέλεια παιδί, ένα εξάχρονο κοριτσάκι της μεγαλοαστικής τάξης, που παραπαίει ανάμεσα σε λίγο πολύ αδιάφορους ενήλικους - καταγγέλλει αυτή την τάξη και το δικό της πέρασμα στη δύσκολη ενηλικίωση.
Είχα διαβάσει παλιότερα ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ του ΧΕΝΡΙ ΤΖΕΙΜΣ που αναφέρεται κι εδώ (στην 48η μέρα, σελ. 105) και είναι νομίζω ένα κείμενο συγγενικό με τα φαντάσματα που εκμαυλίζουν την παιδική ηλικία, προφανώς διακείμενο. Παρατηρώ ότι ο λόγος της Φανής -από το υπηρετικό προσωπικό- είναι, εν αντιθέσει με την ασυναρτησία των μεγαλοαστών, συγγενών λόγος λαϊκός και ουσιαστικός, γόνιμος απροσποίητος και ευθύς ( σελ.49, 23η μέρα και 41η μέρα, σελ.88). Αποδίδει η μικρή Κασσάνδρα τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, όσο μπορεί, νωρίς, όπως θα το κάνει και στα επόμενα βιβλία της ( βλ. 27η μέρα, σελ. 58). Τη βαρεμάρα της μάνας της: «μούγκριζε καθώς έφτιαχνε τα σουτζουκάκια» για το πάρτι της μικρής που ήρθε να τη δει στο Παρίσι της.

Την καλή λογοτεχνία δεν έχεις να τη διηγηθείς. Είναι από μόνη της, «σημαίνει», ένα κατόρθωμα της γλώσσας. Ένα μαγικό βιβλίο, σαν να μην πέρασε μια μέρα  από τη μέρα που γράφτηκε -που μιλάει για το άρρητο και περιγράφει με το ρίγος της καλής λογοτεχνίας τη λάμψη και την αγάπη που χρωστάμε μεγαλώνοντας ένα παιδί.