15 Ιουνίου 2017

Τώρα διαβάζουμε (112ο βιβλίο): Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τα ρόδιν' ακρογιάλια»

Τετάρτη 14/6/2017  στις 7 μ.μ. στο Καφέ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.
Πρόταση Άννας Παντζή.

Τα ρόδινα ακρογιάλια

Και άλλα διηγήματα

Alexandre Papadiamantis
επιμέλεια: Σπύρου Κοκκίνη
Βιβλιοπωλείον της Εστίας



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,
"Τα ρόδιν΄ακρογιάλια και άλλα διηγήματα"

εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μαλλιάρης Παιδεία, 2014


[…]  Ακόμη δεν ήνοιξαν αι πύλαι της Ανατολής να εισέλθη παμβασιλεύς ο ήλιος κι ο γερο - Γατζίνος εσηκώθη, ήνοιξε το καφενεδάκι, και υπηρετεί τους πρωινούς πελάτας. Πώς να χορτάσει τις τον ύπνον εκεί, εις τα ωραία λυκαυγή, εις τας γλυκείας ηούς του φθινοπώρου… Εξύπνησα τρεις ώρας πριν φέξη, εξήλθα και κάμψας ένα δρομίσκον, έφθασα εις τον αιγιαλόν.
  Ο Αυγερινός τώρα είχεν ανατείλει. Ανήρχετο υψηλά – υψηλά, ακολουθούμενος από εν αστεράκι, το οποίον έτρεχεν ως μαγευμένον κοντά του. Επάνω στην ράχιν, αντικρύ, άνωθεν του σκοτεινού άλσους, εχόρευον δύο άλλα άστρα· προς τα βορειοανατολικά εστρώνετο ρηχόν το κύμα και οι βράχοι, αριστερά, με τας λευκάς οικίας, ως φωλεάς βράχων χυτάς, κτισμένας επάνω των, εδέχοντο εις τους πόδας το προσκύνημα των θωπευτικών κυμάτων.

  Ο γερο – Γατζίνος μου έκαμε καφέν χωρίς να του παραγγείλω. Δεν ήτο η ώρα τώρα δι’ ομιλίαν. Εις τας ώρας του ροδινού λυκαυγούς κανέν τοιούτον δεν έχει τον τόπον του. Δεν είχε σκάσει ακόμα τα’ αφιόνι. Ήτο η ώρα διά μαχμουρλίκι τουρκικόν. Άλλως θα μου διηγείτο πολλάς ιστορίας, πως ο γερο – Ακούκατος, τον παλαιόν καιρόν, είχε λάβει το επώνυμον τούτο, καθότι, όταν έκαμνε τον διαλαλητήν, εις τας δημοπρασίας, επανελάμβανε συχνά ερωτηματικώς προς το κοινόν: «τα’ ακούκατε, βρε παιδιά;», επειδή κατήγετο από τας Αθήνας, όπου επροφέρετο ούτω, αντί: ακούσατε· αυτός λοιπόν ο Ακούκατος, όταν είχε το καφενεδάκι εις τον άλλον γιαλόν, προ χρόνων, έρημος και μοναχός στα ξένα, είχεν ως κατοικίαν αυτό το μαγαζάκι του, κι εκοιμάτοεπί της σανίδος του καναπέ, δύο σπιθαμών το πλάτος, με δύο προσκέφαλα εις τας δύο άκρας· ώστε όταν ήθελε να γυρίση από το άλλο πλευρόν, ανεκάθιζε κι επλάγιαζε την κεφαλήν προς τα εκεί, όπου είχε πριν τους πόδας. Αλλ’ ήτο τόσον πρόθυμος να περιποιείται τους πελάτας, ώστε ποτέ δεν εχόρταινε τον ύπνον και άμα του έκρουέ τις την θύραν, ξένος, πτωχός ή άστεγος, πάραυτα εσηκώνετο και του ήνοιγεν· και του έκαμνε καφέν ή φασκομηλιάν, και αν είχε και αν δεν είχε πεντάλεπτον.

Πηγή κειμένου: http://logotexnika.blogspot.gr