9 Απριλίου 2015

Μπράντμερι Ρέυ, "Φαρενάιτ 451" (3ος χρόνος)

Ρέυ Μπράντμπερι, Φαρενάιτ 451,
μετάφραση: Βασίλης Δουβίτσαςς: Άγρα, 2012

Βιβλίο 43ο
6-11-2013

Πρόταση: Παύλος Νεράντζης



Διεθνώς καταξιωμένο, με περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα σε κυκλοφορία, το κλασικό μυθιστόρημα του Ρέυ Μπράντμπερυ "Φαρενάιτ 451" είναι μια ιστορία για τη λογοκρισία και τους ανθρώπους που την αψηφούν -ένα βιβλίο εξίσου επίκαιρο σήμερα με την εποχή που πρωτοεκδόθηκε περίπου πριν από εξήντα χρόνια.
"Το σύστημα ήταν απλό. Όλοι το καταλάβαιναν. Τα βιβλία έπρεπε να καούν, μαζί με τα σπίτια όπου ήταν κρυμμένα".
Ο Γκάυ Μόνταγκ ήταν πυρονόμος και η δουλειά του ήταν να βάζει φωτιά. Το απολάμβανε να βάζει φωτιά. Επί δέκα χρόνια έκανε αυτή την εργασία και δεν τον προβλημάτισε ποτέ η ευχαρίστηση που ένιωθε κατά τις νυχτερινές επιδρομές ή η χαρά του όταν έβλεπε τις σελίδες να παραδίδονται στις φλόγες... Δεν τον προβλημάτιζε τίποτε έως ότου συνάντησε ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που του μίλησε για το παρελθόν, για τον καιρό που οι άνθρωποι δεν φοβόνταν. Και κατόπιν συνάντησε έναν καθηγητή που του μίλησε για το μέλλον, για τις μέρες που οι άνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται. Αίφνης, ο Γκάυ Μόνταγκ συνειδητοποίησε τι έπρεπε να κάνει...
Η ρωμαλέα και ποιητική πρόζα του Μπράντμπερυ και η ασυνήθιστη διορατικότητά του όσον αφορά τις δυνατότητες της τεχνολογίας συνδυάζονται και συνθέτουν μια προφητική αφήγηση για την υποδούλωση του δυτικού πολιτισμού στα μίντια, στα ναρκωτικά και στον κομφορμισμό -μια αφήγηση εφάμιλλη του "1984" του Όργουελ και του "Θαυμαστός καινούργιος κόσμος" του Χάξλεϋ.


Παύλος Νεράντζης
Ζούμε σε μία εποχή βαθύτατης κρίσης, η οποία δεν είναι απλά οικονομική, αλλά βαθύτατα θεσμική, πολιτισμική. Μία κρίση αξιών, που δείχνει τα όρια λειτουργίας του πολιτεύματος, της αστικής δημοκρατίας και αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο ζωής της κοινωνίας μας και του καθενός μας ξεχωριστά.

Αναζητώντας τον τίτλο που θα πρότεινα για συζήτηση ανάμεσα σε Ιταλούς και Λατινοαμερικάνους συγγραφείς και λιγότερο μεταξύ των Ελλήνων, έπεσε το βλέμμα μου σ΄αυτό το βιβλίο του Μπράντμπερυ (Bradburry), που στη βιβλιοθήκη μου βρίσκεται πλάι με τα άλλα δύο αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το «Αυτός ο θαυμαστός κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ και το «1984» του Τζορτζ Όργουελ. Το ξεφύλλισα και σκέφτηκα πόσο επίκαιρο είναι…
Το μυθιστόρημα στηρίχθηκε σ΄ένα προγενέστερο και συντομότερο του συγγραφέως με τίτλο «Ο Πυροσβέστης» που δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Galaxy Science Fiction για να εκδοθεί δύο χρόνια αργότερα στο περιοδικό Playboy. Ο λόγος απλός: οι ΗΠΑ ζουν εκείνη την εποχή στον αστερισμό του Μακαρθισμού και κανένας εκδότης δεν ήταν διατεθειμένος να εκδώσει ένα βιβλίο που πάει κόντρα στο ρεύμα.
 Ο Μπράντμπερυ είδε μακριά, ανοίγοντας από τότε τη συζήτηση για το ρόλο των ΜΜΕ. Τι περιγράφει ουσιαστικά; Την ιστορία ενός ανθρώπου, ενός πυροσβέστη που ζει σε μία κοινωνία, όπου κυριαρχεί η τηλεόραση, που μεταδίδει προεπιλεγμένα προγράμματα, των οποίων η παρακολούθηση είναι υποχρεωτική. Και ο πυροσβέστης με τον αριθμό 451, ο Γκάυ Μόνταγκ, ο Άνθρωπος Μόνταγκ (εδώ ο συγγραφέας παίζει με τις λέξεις και τις μεταφορές, μια και ο αριθμός 451 είναι η θερμοκρασία αυτοανάφλεξης του χαρτιού) αντί να σβήνει φωτιές, καίει βιβλία. Σ΄ αυτόν, λοιπόν, τον κόσμο οι άνθρωποι δεν παράγουν ιδέες, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ζουν στην απόλυτη μοναξιά τους.
Σε αντίθεση μ΄ ένα πρόσφατο βιβλίο που συζητήσαμε, το «Χάρτινο Σπίτι», στο οποίο ο Κάρλος Ντομίνγκεζ παρουσιάζει το βιβλίο ως κρησφύγετο της ανθρώπινης ψυχής, ως μέσο φυγής και εν τέλει μιας γλυκιάς και ταυτόχρονα επώδυνης αυτοκαταστροφής, ο Μπράντμπερυ θεωρεί το βιβλίο ως μέσο απελευθέρωσης. Γενικότερα θα έλεγα ότι για τον συγγραφέα ο πολιτισμός, η κουλτούρα θεωρείται σημαντικός παράγοντας στην άσκηση της ελευθερίας, στο δικαίωμα στην πληροφόρηση, στο δικαίωμα να έχουμε μία ταυτότητα βαθιά ριζωμένη στην ιστορία της κοινότητας, της κοινωνίας στην οποία ανήκει ο καθένας μας. Η γνώση, μ΄ άλλα λόγια, είναι για τον συγγραφέα βασικός παράγοντας στη διαδικασία αυτογνωσίας και απελευθέρωσης του ανθρώπου. Και το βιβλίο είναι το μέσο, το όχημα που παρέχει τη γνώση.
Στον αντίποδα αυτής βρίσκεται όχι η τηλεόραση γενικά, αλλά τα προεπιλεγμένα τηλεοπτικά προγράμματα, η τηλεόραση – σκουπίδια, οι εικόνες που υπνωτίζουν τον τηλεθεατή-δέκτη, οι εικόνες που καταδυναστεύουν τον άνθρωπο. Το μήνυμα είναι σαφές: για να κατασταλεί η διαδικασία απελευθέρωσης του ανθρώπου, για να έχουμε υπηκόους και όχι ενεργούς πολίτες δεν χρειάζονται πλέον δικτατορίες, τανκς και κατασταλτικοί νόμοι, αλλά μία τηλεοπτική γιγαντο-οθόνη. Ή πολλές οθονίτσες που τρυπώνουν μέσα στα σπίτια μας.
Δύο τρία χρόνια πριν να γράψει ο Μπράντμπερυ το βιβλίο του αυτό, ο τότε Αμερικανός ΥΠΕΞ, ο Ντάλες, είχε πει: «αν μου ζητούσαν να επιλέξω μία και μόνον ελευθερία για τον κόσμο μας, θα επέλεγα αυτήν της ελεύθερης πληροφόρησης». Η φράση αυτή τότε σ΄ έναν κόσμο που έβγαινε από τα δεινά του Β΄Π.Π., είχε θεωρηθεί ως μία απάντηση στη ναζιστική προπαγάνδα, που είχε «εγκλωβίσει»  τον γερμανικό λαό για δύο δεκαετίες. Πολύ αργότερα έγινε αντιληπτό ότι πίσω από αυτήν τη φράση κρυβόταν η λογική του Μεγάλου Αδελφού.
Σήμερα πλέον ολοένα και περισσότεροι, οι οποίο, όμως, παραμένουν μία μειοψηφία αντιλαμβάνονται ότι το πολίτευμά μας, η δημοκρατία, είναι κατ΄ όνομα τέτοια. Ότι η αποκαλούμενη τηλε-δημοκρατία είναι το ίδιο επαίσχυντη, το ίδιο επικίνδυνη όπως ένα τυραννικό καθεστώς. Γιατί η τηλεοπτική οθόνη, τα main stream ΜΜΕ καθορίζουν τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, κινούν, αν δεν έχουν υποκαταστήσει το κοινοβούλιο, γιατί διαμορφώνουν την κοινωνική συναίνεση, γιατί φτιάχνουν ανθρώπους-πρόβατα ικανούς να καταναλώνουν, αλλά ανίκανους να σκεφτούν.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο το «Φαρενάιτ 451» δεν είναι απλά ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα προφητικό βιβλίο στο βαθμό που πρόβλεψε τις ζημιές των τηλεοπτικών σκουπιδιών σε μία εποχή που ο Μεγάλος Αδελφός ήταν μόνον μία δημιουργία του Τζορτζ Όργουελ. Η κοινωνία του «Φαρενάιτ 451» είναι μία δημοκρατία με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Τα βιβλία καίγονται…
Στην κοινωνία μας τα βιβλία μπορεί να μην καίγονται, μπορεί να μην είναι παράνομα, αλλά έχουν μπει στο περιθώριο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην πτώση των πωλήσεων σ΄ έναν τομέα που βρισκόταν ήδη σε κρίση πριν την κρίση. Δείτε την παραγωγή ενός οποιουδήποτε πολιτιστικού αγαθού. Οι αγορές που κυριαρχούν επί της πολιτικής δεν επενδύουν πλέον στον πολιτισμό. Να πω ότι η κουλτούρα θεωρείται μέσο ανατρεπτικό;
Η Λέσχη μας, η κάθε λέσχη βιβλίου είναι μία όαση. Και το ερώτημα που έθεσα στον εαυτό μου και το θέτω σήμερα σε όλους είναι το εξής: τι μπορεί να κάνει για να «ξεδιψάσει» τους πολίτες, για να αντιστρέψει αυτό το κλίμα, για να αποτρέψει την πυρά; Θα παραμείνει ως έχει; Ή μπορεί και πρέπει να ανοίξει μία συζήτηση, να διαμορφώσει συνθήκες βιβλιοφιλίας;
Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούμε να απαντήσουμε τώρα. Το θέτω, όμως, όπως το έθεσε η νεαρή άγνωστη γυναίκα στον πυροσβέστη. Ένα ερώτημα που είχε ως αποτέλεσμα ν΄ αρχίσει για τον πρωταγωνιστή του βιβλίου μία βασανιστική πορεία για ν΄ ανακαλύψει ένα κόσμο διαφορετικό από εκείνον που είχε ζήσει μέχρι τότε.
Ας κοιταχτούμε, λοιπόν, μεταξύ μας αντί να βλέπουμε την τηλεοπτική οθόνη.