21 Απριλίου 2015

Boualem Sansal, "Ο Γερμανός μουτζαχεντίν ή το ημερολόγια των αδερφών Σίλλερ" (4ος χρόνος)

Boualem Sansal,  Ο Γερμανός μουτζαχεντίν
Μετάφραση: Ευγενία Γραμματικοπούλου
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2010
18-3-2015
Βιβλίο 67ο
Πρόταση της Αντιγόνης Παπαδάκη



  
                          
 Αλέξης Αλεξίου
     Το βιβλίο μου άρεσε.
 Μου άρεσε γιατί περιείχε διαχρονικές αλήθειες και μηνύματα που αγγίζουν βαθιά κάθε σκεπτόμενη συνείδηση.
    Το μυθιστόρημα, αν και έχει χρονική αναφορά την περίοδο της Αλγερινής επανάστασης, εκτείνεται και σε ένα δεύτερο χρονικό πλαίσιο, την περίοδο της γερμανικής βαρβαρότητας, συνδέοντας με έξυπνο τρόπο τη φρίκη του πολέμου της Αλγερίας τη δεκαετία του 1990 και τη φρίκη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Δεν αρκείται όμως σ’ αυτό. Διαρκώς πετάγεται, δήθεν σαν παρέκβαση, στο σήμερα όπου συναντά και σχολιάζει το ίδιο πρόσωπο του κακού, την ίδια τη βία, που απλά τώρα έχει  καινούργιο όνομα: ξενοφοβία, ιδεολογική μισαλλοδοξία, θρησκευτικό φανατισμό, ρατσισμό κλπ.
    Μου άρεσε το έξυπνο εύρημά του συγγραφέα, να αναπτύξει το μυθιστόρημα μέσα από αποσπάσματα δύο ημερολογίων, των αδελφών Σίλλερ, που είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου. Κι ενώ δίνει στον Ρασέλ τον ρόλο του προοδευτικού, του σκεπτόμενου με άγρυπνη και ανελέητη συνείδηση που τον οδηγεί μέχρι την αυτοκτονία, για αμαρτήματα που δεν αφορούν τον ίδιο αλλά τον νεκρό πατέρα του,  για τον Μάλριχ, καίτοι  λιγότερο εκλεπτυσμένος, λιγότερο ευαίσθητος και μορφωμένος,  κρατάει τον ρόλο του αφηγητή.
     Ο συγγραφέας πλάθει  δύο τραγικούς ήρωες, ανόμοιους  φαινομενικά μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοιους  στο να αντιλαμβάνονται, ο καθένας με τον τρόπο του, την αλήθεια των πραγμάτων και της ζωής  πολλές φορές με πίκρα  και συχνά με απόγνωση, ώστε ο Μάλριχ  κάπου να λέει σχεδόν με φυσικότητα “ο θάνατος εκφράζει καλύτερα την αλήθεια των πραγμάτων από ό,τι η ζωή”.
    Μου άρεσε  γιατί ακόμα και όταν ασχολείται με αφηρημένες έννοιες και σχολιάζει δύσπεπτα και δυσεξήγητα  κοινωνικά φαινόμενα το κάνει με μια γλώσσα στρωτή και με γραφή αβίαστη.
     Μου άρεσε γιατί το βιβλίο έχει και λογοτεχνικές αρετές και ένα υποδόρειο χιούμορ. Να σας θυμίσω, όταν σχολιάζει την πεθερά του (σελ. 95):  “ H πεθερά μου είναι περίπτωση. Το γεγονός ότι είναι χοντρή, άσχημη, άστοχη και βλακωδώς επιτηδευμένη δεν σε σκανδαλίζει από μόνο του. Μπορεί  να είναι ακόμα και διασκεδαστικό να τη βλέπεις να το παίζει πυργοδέσποινα Κασταφιόρε. Το πρόβλημα είναι ότι είναι τόσο φαρμακόγλωσσα, που θα σκότωνε και φίδι ακόμα. Για να μη μιλήσουμε για το βλέμμα της, που θα ήταν ικανό να παγώσει μια ολόκληρη φωλιά με κροταλίες. Έτσι και βρεθεί κάπου κοντά σου, δεν τολμάς ούτε να αναπνεύσεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα σου συμβούν τα χειρότερα.
     Τελειώνοντας, να εξομολογηθώ ότι, διαβάζοντας το βιβλίο αναρωτήθηκα (ασφαλώς όχι για πρώτη φορά): η ιστορία διδάσκει;  Αν ναι, γιατί επαναλαμβάνονται και σήμερα φρικτά γεγονότα που τα έζησε η ανθρωπότητα τόσο έντονα και τραγικά στο παρελθόν. Αν δεν διδάσκει, τι φταίει;  
    Τώρα, αν με ρωτάτε εάν βρήκα στο βιβλίο κάτι που δεν μου άρεσε: ναι, ο τίτλος. Δεν θα το έπιανα ποτέ στα  χέρια μου να το περιεργαστώ με τέτοιο τίτλο. Και για τον λόγο αυτό οφείλω ευχαριστίες στην Αντιγόνη, που το πρότεινε. Να υποθέσω ότι δεν ικανοποιούσε απόλυτα και τον συγγραφέα που ένιωσε ίσως την ανάγκη να βάλει και υπότιτλο που σώζει  (;) την κατάσταση;


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Το βιβλίο αφηγείται την αληθινή και συνταρακτική ιστορία αποσιώπησης, λήθης, συγγνώμης, εξιλέωσης, γραμμένη στα ημερολόγια των Αφών Σύλερ ,2 Αλγερινών που ζουν στη Γαλλία, του ενταγμένου- βολεμένου στην δυτική κουλτούρα  τεχνοκράτη Ρασέλ και του περιθωριακού Μάλριχ, των οποίων οι ζωές ανατρέπονται από την αποκάλυψη ότι ο γερμανικής καταγωγής και πλέον μωαμεθανός πατέρας τους, που ζει  και σκοτώνεται  σε επεισόδιο του εμφυλίου πολέμου, στο παρελθόν ζούσε στη Γερμανία και ήταν μέλος των Ες-Ες, με θητεία στους περίφημους  «φούρνους», όπου θανατώθηκαν ανελέητα εκατομμύρια Εβραίοι.
Βαθιά πολιτικός και συγχρόνως ανθρώπινος ο λόγος του συγγραφέα, μας δίνει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των αερίων που χρησιμοποιούνταν, του προσφορότερου τρόπου για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό καθημερινών θανατώσεων και των ερευνών που γίνονταν για τα αέρια που θα χρησιμοποιούνταν ή των φρικιαστικών πειραμάτων που εφαρμόζονταν στους αιχμαλώτους.
Συνδυάζει δε,  τον τρόπο πειθαναγκασμού των σύγχρονων πολυεθνικών με αυτόν του Γ΄Ράϊχ, καθώς και των σημερινών τζιχαντιστών,  ενώ είναι ιδιαίτερα καυστικός και ειρωνικός με τους Γερμανούς, λέγοντας ότι τους ταράζει η έλλειψη μέτρου και σχολαστικότητα, καταγγέλλοντας ότι  οι Ες-Ες δεν ήταν αδιάφθοροι, ζώντας με χαρέμια, εκβιάζοντας τις κρατούμενες ή  κλέβοντας τα κοσμήματα ή τις γούνες των αιχμαλώτων.
Καταγγέλλει επιπλέον  τον τρόπο ζωής των δυτικών μεσοαστών, που, παρ΄ όλες τις ανέσεις του, δεν δίνει καμία ευχαρίστηση, καταδικάζοντας οτιδήποτε είναι ευχάριστο στη ζωή να γίνεται καταναγκασμός και κατανάλωση - ο Ρασέλ δεν ευχαριστιέται τα ταξίδια του, ούτε μπορεί να μοιραστεί μία τρυφερή σχέση με τη γυναίκα του.
Είναι ενδιαφέρον το πώς το ίδιο γεγονός σκοτώνει τον ένα αδερφό και δυναμώνει τον άλλον, κάτι που μας δίνεται μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις και των δύο.
Κορυφαία η στιγμή που μία ηλικιωμένη -πρώην φυλακισμένη του ΄Αουσβιτς- κυρία, που γλύτωσε τον θάνατο, μένει άλαλη μπροστά στην είσοδό του, όταν χρόνια μετά τον πόλεμο το επισκέφθηκε.
Κάτι που μου έκανε εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας εν τέλει τα είχε με όλους -τους δυτικούς, τους κομμουνιστές, τους ανατολικούς, τους μουσουλμάνους, τους Γάλλους, τους ΄Αγγλους, τους Γερμανούς, τους Τούρκους, τους Αλγερινούς, τους ΄Αραβες, τους Λίβυους, τους Ρώσσους, τους μπολσεβίκους- και τα μόνα λόγια συμπόνιας ήταν για τα θύματα των Εβραίων,  ότι τα βιβλία του τα γράφει στα γαλλικά.
Μου αρέσει η φράση του Μάλριχ , που λέει  ότι ο Ρασέλ έκανε το λάθος να εστιάσει στον πόνο του και αυτό τον κατέστρεψε, ενώ θα πρέπει κάποιος να κοιτάει τα πράγματα με σκοπό να τα καταλάβει.


Άννα Παντζή
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο που μας θυμίζει τον χειρότερο εφιάλτη του παρελθόντος και μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον εφιάλτη του σήμερα  λέγοντας μας καθαρά και ξάστερα ότι η σιωπή μας είναι συνενοχή! Ακροβατεί ισορροπώντας ανάμεσα σε δυο κόσμους Γαλλία-Αλγερία, ανάμεσα σε δυο φασιστικές ιδεολογίες ναζισμό-ισλαμισμό. Περιγράφοντας την πίκρα του Ρασέλ από την μια και την οργή του Μάρι από την άλλη καταλήγει στο συγκλονιστικό ΓΙΑΤΙ και των δυο. Στο ημερολόγιο του Ρασέλ παρακολουθούμε ένα πονεμένο οδοιπορικό στους δρόμους που ακολούθησε ο ναζί πατέρας του μέσα από τις αξιοθαύμαστες περιγραφές και αναλύσεις του συγγραφέα για την φρίκη των πειραμάτων, την οργάνωση των στρατοπέδων και την υποκρισία που ακολούθησε τον πόλεμο!  Ταυτόχρονα γιατί ο ήρωας έχει ξανακάνει αυτόν τον δρόμο σαν στέλεχος πολυεθνικής, περιγράφει αυτές τις ίδιες χώρες όπως τις βίωσε.  Μέσα   από τους σκληρούς όρους της αγοράς, μόλις τα αφεντικά δώσανε το πράσινο φως, ορμήσαμε στην δύστυχη χώρα σαν τα όρνεα λέει για την Αίγυπτο. Στο ημερολόγιο του Μάλριχ βλέπουμε πως τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά με το βλέμμα του παιδιού που μεγάλωσε στην συνοικία των μεταναστών κι όλα όσα είχαν γίνει τότε του θυμίζουν όσα βιώνει αυτός σήμερα. Πολύ επιδέξια ο συγγραφέας μας λέει πως το αυγό του φιδιού από αλλού το περιμέναμε και από άλλου μας ήρθε... Μεγαλο το ηθικό ερώτημα για την ευθύνη για τα πεπραγμένα των γονιών μας... Σίγουρα όμως έχουμε απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τις πράξεις μας απέναντι στα παιδιά μας και σίγουρα η πορεία της ζωής μας δεν είναι τύχη είναι ΕΠΙΛΟΓΗ...



Κλεπάτρα Τσάκουρη
Το μυθιστόρημα του Boualem Sansal είναι έξυπνο, η πλοκή ενδιαφέρουσα, θέτει ερωτηματικά, βάζει τον αναγνώστη μπροστά σε διλλήματα.
“Το μπουκάλι δεν πρέπει να το σφίγγεις πολύ, ούτε όμως και να το αφήνεις πολύ λάσκα” λέει κάπου στην ιστορία ο συγγραφέας, αυτό μας φέρνει στο νου το «μέτρον άριστον».
Δύο αδέλφια γερμανο-αλγερινής καταγωγής ζουν στη Γαλλία, η ζωή τους κυριολεκτικά αλλάζει, όταν μαθαίνουν την τραγική είδηση της δολοφονίας των γονιών τους, στο χωριό τους στην Αλγερία.
Ο μεγάλος αδελφός ευκατάστατος, καλλιεργημένος, με άριστη μόρφωση αποφασίζει   να ταξιδέψει για να τιμήσει τον τάφο των δικών του. Η αλήθεια που μαθαίνει, εντελώς τυχαία, για την ταυτότητα του πατέρα του είναι δραματική. Ο πατέρας του είναι Γερμανός Ναζί εγκληματίας πολέμου, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όταν γυρίζει στην Γαλλία είναι άλλος άνθρωπος, δεν αντέχει, λυγίζει και βάζει τέλος στην ζωή του.
Ο μικρότερος αδελφός, περιθωριακός, αγράμματος, βλέπει το γεγονός με τη δική του ματιά, την πιο απλοϊκή, το δέχεται, χωρίς να φθάσει στην απελπισία, αποφασίζει να το ανακοινώσει δημοσιεύοντας το ημερολόγιο του αδελφού του, και συνεχίζει να ζει με αυτό το βάρος.
Εδώ τίθεται το βασικό  ηθικό ερώτημα: είναι η ευθύνη για κακουργηματικές πράξεις ατομική η οικογενειακή; Οπωσδήποτε είναι ατομική. Αυτό που λέμε «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» δεν πρέπει για κανένα λόγο να συμβαίνει, είναι άδικο και απάνθρωπο. Επίσης, στην ιστορία βλέπουμε να βεβαιώνεται το “πεπρωμένον φυγείν αδύνατο”, με τη δολοφονία του πατέρα του από φανατικούς αντιπάλους του.