11 Νοεμβρίου 2015

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Νοέμβριος - 33 διηγήματα» (4ος χρόνος)

Γιώργος ΣκαμπαρδώνηςΝοέμβριος - 33 διηγήματα
Εκδόσεις Πατάκη,  2014
Βιβλίο: 64ο
28-1-2015
Πρόταση του Γιώργου Καλιεντζίδη

Αναδημοσίευση της κριτικής από το 
 περιοδικό Η παρέμβαση , 
την πνευματική επιθεώρηση Κοζάνης


Ηλίας Κουτσούκος
Στην αρχή οι τίτλοι που σχεδόν όλοι τους είναι στίχοι από ποίηση δική του και ξεχωριστή: «το ελάχιστο», «στο ΑΤΜ που δίνει ποιήματα», «ο κύριος Cricket ίπταται», «Ο κυρ Μανουήλ  Πανσέληνος δεσπόζει», «λατέρνα στο ασανσέρ, «το κέικ-σκαντζόχοιρος», «νυχτερίδα στο σακάκι», «η Απολλώνια ίλη» κ.ά.
Και μετά όλη αυτή η ζωγραφιά, η γλυπτική, η μουσική και το σινεμά που φτιάχνουν οι λέξεις του, σμιλεύοντας τις φράσεις-προτάσεις.
Αυτό το απόλυτα αισθησιακό μιας μεταφυσικής έκφρασης της πραγματικότητας που οι περισσότεροι κάνουμε πως δεν υπάρχει και σ αυτόν υπάρχει ,ανοιχτή σαν τριαντάφυλλο που το προσφέρει στην Ια του, σε μας και στα αδέσποτα.
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης με το τελευταίο του βιβλίο  «Νοέμβριος- 33 Διηγήματα», μου ξύπνησε συναισθήματα που ’χα καταχωνιάσει για να μένω ήρεμος… Μου ξύπνησε τη ζήλεια... «να ’γραφα έτσι», μου ξύπνησε την οργή κατά του εαυτού και άλλων… «γιατί δεν γράφουμε έτσι» και άλλα ανομολόγητα που μου αρέσουν, τα γουστάρω, θέλω να με κυριεύουν όπως το πάθος μου για το τσιγάρο, το Ιρλανδέζικο ουίσκι, το Μοντεκρίστο νούμερο τέσσερα , τα ακριβά μεταξωτά μαύρα φουλάρια κι η χιλιοδιακοσάρα Γιαμάχα μου. Γιατί αυτό είναι η Λογοτεχνία του στην αφήγησή της σαν πινελιές του Καραβάτζιο, σαν νότες απ τις Βαλκυρίες του Βάγκνερ, σαν τις πτυχές απ τα γλυπτά του Ροντέν και ταυτόχρονα είναι σαν το αγριεμένο μάτι του φονιά, σαν τον τρομοκράτη που αφήσει τη σακούλα με τη βόμβα, σαν τον ελάχιστο καλόγερο που είναι μέχρι τα μπούνια ερωτευμένος  με την Παναγία του.
Τα  κείμενα  του Σκαμπαρδώνη είναι εκτός κριτικής -όπως κι αυτή η αυθαίρετη ελάχιστη κριτική- άλλωστε.


Χριστίνα Βουμβουράκη
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
γεν. 1953
Αν δεν ήταν διηγήματα, θα ήταν κουτιά. Μικρούτσικα και διάφανα, κλεισμένα αεροστεγώς, για να διατηρηθούν περισσότερο, μην πω για πάντα, τα περιεχόμενα τους. Να πάρει, δεν μπορώ να χώσω το χέρι μου μέσα, να πασπατέψω ό,τι περιέχουν, ούτε να τα πάρω σπίτι μου μπορώ: είναι άλλου-νου. Μπορώ βέβαια να τα χαζεύω για ώρα, έτσι καλοφτιαγμένα που είναι γεμάτα με αισθήματα και μπιχλιμπίδια.

Εκείνο «Το ελάχιστο» μου γυάλισε, που όταν το πάρω στα χέρια μου, αν το κουνήσω πάνω κάτω χοροπηδάει, κουδουνίζοντας, μες στο κενό που έχει περισσέψει. Δεν πειράζει, ας μπει και αυτό με τα υπόλοιπα κουτιά στο μελαγχολικό Μουσείο των παραδόξων στιγμιότυπων, που μας θυμίζει πόσο υπέροχα υπάρχουμε.