30 Ιουνίου 2016

Φίλιπ Ροθ, "Φεύγει το φάντασμα"

Φίλιπ Ροθ, Φεύγει το φάντασμα

μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

Μυθιστόρημα, εκδόσεις Πόλις, 2009

1-6-2016
90ο Βιβλίο
Πρόταση της Χριστιάνας Βέλλου 








Χριστιάνα Βέλλου
Μετά από τριάντα χρόνια και εννέα βιβλία πώς είναι να σκοτώνεις το alter ego σου; Γιατί ο συγγραφέας με το βιβλίο αυτό μάλλον αποχαιρετά τον ήρωα της ζωής τού Νέιθαν Ζούκερμαν .
Το βιβλίο αυτό είναι από τα τελευταία που έχει γράψει ο Ροθ. Το βρήκα σπαρακτικό, μια ελεγεία στην ζωή, στην νεότητα και στα γηρατειά τα οποία μπερδεύει ευφάνταστα, με απίστευτο ρεαλισμό, ειρωνεία αλλά και καλοσύνη.
Αν έχεις κάποια ηλικία και θέλεις να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου σίγουρα θα παραδεχτείς, πολλά από αυτά που συμβαίνουν στους ήρωες του, ότι έτσι συμβαίνουν.
Όσο και αν μεγαλώνεις, όσο κι αν η απομόνωση και η ασκητική ζωή είναι "καθησυχασμός" του μυαλού, οι ερωτικές ανάγκες του σώματος ξεπετιούνται και φέρνουν την ανατροπή, πριν το τέλος. Η γνωστή ιστορία στην γραφή του Ροθ που κάποιες φόρες γίνεται ιονική «γέρος και άρρωστος που ερωτεύεται την νεότερη, υγιή, χαριτωμένη, ευφυή κοπέλα» μας παρουσιάζει το μεγάλο θέμα του θανάτου με ιδιαίτερο τρόπο, με σαρκασμό, με θεατρικότητα, με μελαγχολία. Και βέβαια παίζοντας προκλητικά το παιχνίδι του με τη μνήμη, τη γνώση, την ηθική, την αισθητική, τα πολιτικά γεγονότα, την επιθυμία, τη μυθιστορία σε «βάζει» σιγά στο κλίμα και σε καθηλώνει, χωρίς βέβαια να σου χαϊδεύει τα αυτιά.
Βρήκα συγκλονιστική την διάκριση μεταξύ των «όχι πια» και «όχι ακόμη» !!!
«Δεν είχα επιχειρήσει τίποτα στην πραγματικότητα, τις λίγες μέρες που κοντοστάθηκα εκεί ξεχειλίζοντας από ματαίωση, έχοντας δεχτεί αλλεπάλληλα πλήγματα στην ανελέητη αναμέτρηση ανάμεσα στους ''όχι πια'' και στο ''όχι ακόμη''»(σελ.302).

Βιολέττα Παπαδοπούλου
Το βιβλίο μας αφηγείται τον μοναχικό δρόμο ενός συγγραφέα (πιθανόν του ίδιου του Ροθ), ο οποίος έχει περάσει τα 70, ζει μόνος του, εδώ και μια δεκαετία, σε μια μονοκατοικία στην εξοχή, μακριά από τη Ν. Υόρκη, από φόβο, ανασφάλεια και κούραση από τους ρυθμούς του ίδιου, αλλά και τη πόλης.
Αναδεικνύει και περιγράφει ανάγλυφα τον εκφυλισμό των γηρατειών και της ασθένειας, την ανημπόρια των ανδρών μπροστά στην σεξουαλική και σωματική τους κατάρρευση και τον πόθο για τη ζωή μέσα από τον πόθο για μια νέα γυναίκα, που ξέρει όμως ότι δεν μπορεί να τον πραγματοποιήσει. Δεν σχολιάζω την ηθική πλευρά του γεγονότος, που την κρυφοθέλει, κάνοντας το φίλο στον σύντροφό της)
Χαρακτηριστικά λέει ότι οι ηλικιωμένοι ζουν το όχι πια, ενώ οι νέοι το όχι ακόμη.
Δείχνει σεβασμό για τον συγγραφέα που θαύμαζε όταν ήταν νέος, ονόματι Λόνοφ και για την νεαρή τότε ερωμένη του ΄Ειμι Μπελέτ και βρίσκει ευκαιρία να καυτηριάσει τον τρόπο που χειρίζονται οι δημοσιογράφοι ή οι επίδοξοι αυτοβιογράφοι, μετά τον θάνατο του συγγραφέα τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής, καυτηριάζοντας και, εν πολλοίς, κουτσομπολεύοντας, για αύξηση του ενδιαφέροντος του αναγνωστικού κοινού.
Η αφήγησή του πολύ ενδιαφέρουσα, αν και μακροσκελής.
Αυτό με το οποίο διαφωνώ είναι η μαυρίλα που νιώθει για τα πάντα, λες και τα γηρατειά δεν έχουν τίποτε ευχάριστο ή ο τρόπος που φρικάρει βλέποντας την ουλή στο εγχειρισμένο κρανίο της ΄Εμιλι, χωρίς να την βλέπει σαν έναν άνθρωπο, που παρ’ όλη την ταλαιπωρία του, έχει επιβιώσει. Ακόμη, μερικές στιγμές, εμφανίζεται υπερόπτης και χλευαστικός απέναντι στον ενοχλητικό, ομολογουμένως, Κλάιμαν.


Κλεοπάτρα Τσάκουρη
Ένα βιβλίο βασισμένο στη μοναξιά του κεντρικού ήρωα, του συγγραφέα Ζούκερμαν, στην απομόνωση του για συγγραφή, μακριά απ το “αγριεμένο πλήθος” επώνυμο και μη, στην αγροικία του στην Νέα Αγγλία .
Είναι ηλικιωμένος, 72 ετών, ανίκανος εδώ και 10 χρόνια για ερωτική απόλαυση λόγω σοβαρής ασθένειας.
Μια επίσκεψη στον γιατρό του στην Νέα Υόρκη, για μια νέα θεραπεία, αλλάζει την ως τώρα ήσυχη, ήρεμη, ακίνητη από συγκινήσεις ζωή του, αποφασίζει στιγμιαία χωρίς πολλές σκέψεις να επιστρέψει στην πρωτινή ζωή του στην πόλη και να μείνει στην Νέα Υόρκη, για 1 χρόνο τουλάχιστον και να δοκιμάσει τις δυνάμεις και τις αντοχές του.
Η συνάντηση με την νεαρή 30χρονη και τον άντρα της που θέλουν να ανταλλάξουν το σπίτι τους στην Νέα Υόρκη με μια αγροικία μακριά από τον “πολιτισμό” με όλες τις ενοχές και τους φόβους του, τον συγκλονίζει και του θυμίζει μια νεαρή φοιτήτρια που συνάντησε πριν χρόνια σε μια λογοτεχνική συντροφιά.
Όλα αλλάζουν, όλα γυρίζουν στο μυαλό του, όταν τυχαία συναντά σε ένα εστιατόριο την σύζυγο του συγγραφέα.
Η συνάντηση μαζί της, οι συζητήσεις τους τον ταράζουν, τον συγκινούν, νιώθει στοργή γι αυτή την αδύναμη γυναίκα και την βοηθά οικονομικά.
Ακόμα αντιμετωπίζει τη δυσκολία του νεαρού επίδοξου συγγραφέα με τη ζωή του Λόνοφ ανακαλύπτοντας το “μεγάλο μυστικό” που αφήνει να φανεί στο μισοτελειώμενο μυθιστόρημα λόγω θανάτου του, κάνοντας τα πάντα για να πετύχει τα σχέδια του.
Όλα αυτά οδηγούν τον Ζούκερμαν σε μια κατάσταση οδύνης,  ταπείνωσης, μεγάλου θυμού, περιφρόνησης σε όσα πίστεψε ότι μπορούσε να κάνει στο υπόλοιπο της ζωής του.
Μόνη διέξοδος, μοναδική παρηγοριά τα όνειρά του, οι συναντήσεις, οι διάλογοι με την όμορφη τριαντάχρονη που σχεδιάζει στο μυαλό του.
Σε αφήνει ερωτηματικά η ιστορία του μοναχικού ιδιόμορφου συγγραφέα : πιο ωραία είναι να ζεις την αλήθεια, την πραγματικότητα της ζωής, ή να φαντάζεσαι μια ονειρική ζωή με τους έρωτες, τους πόθους, τις επιθυμίες σου; Πόσο σκληρό, συνάμα παρήγορο είναι να ζεις στο δικό σου φανταστικό κόσμο;


Ντίνα Παπαδοπούλου
Τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ μου αρέσουν, όσα έχω διαβάσει. Εκείνο που μου άρεσε περισσότερο ήταν Το ανθρώπινο στίγμα, που ευτύχησε και στην κινηματογραφική του μεταφορά. Στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται την φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν κάνει διακρίσεις όποιος κι αν είσαι. Βέβαια επικεντρώνεται στο ανδρικό φύλο, αν και αναφέρεται και στην Έμιλυ Μπελέτ, που όμως είναι διαφορετική περίπτωση μια και έζησε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις κατά την παιδική της ηλικία, που όπως ξέρουμε διαμορφώνει την ζωή μας. Ακόμα επισημαίνει τον ανθρωποφαγικό ζήλο κάποιων δημοσιογράφων και μη για την ζωή κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων. Συμφώνησα με ευχαρίστηση με την αγάπη του για  τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας, αλλά και στο ότι «η πειθαρχία δεν επιβάλλεται μόνο στον εαυτό σου αλλά και σε εκείνους που βρίσκονται στην τροχιά σου» γενικότερα, αλλά κυρίως όταν υπάρχει στην οικογένεια ένας καλλιτέχνης. Όλη η οικογένεια ζει κάτω από κάποιους κανόνες.
Είναι εξαιρετική η περιγραφή της αναχώρησης της συζύγου του Λόνοφ, «τώρα θα γίνεις εσύ το πρόσωπο που δεν ζει μαζί του». Είναι απολαυστικός όταν μιλάει (σελ.77) για τα κινητά στην εποχή μας καταλήγοντας «Για μένα η προσκόλληση στα κινητά έκανε τους δρόμους να φαίνονται κωμικοί και τους ανθρώπους να δείχνουν γελοίοι». Μέσα από την επιστολή στους  Times της Έμιλυ Μπελέτ δεν διστάζει να καταγγείλει τον σκανδαλοθηρικό πολιτιστικό βανδαλισμό (σελ. 204). Νομίζω πως μπαίνει το θέμα στο αν η προσωπική ζωή του συγγραφέα πρέπει να  αναμειγνύεται με το έργο του σαν λογοτέχνη.
Στο τέλος (σελ. 302) μας προσφέρει μια σημαντική ανακεφαλαίωση για ότι συνέβη «Το μόνο που συνέβη ήταν ότι παραλίγο να συμβεί κάτι-και όμως, εγώ ξαναγύριζα λες και είχαν συμβεί τρομερά γεγονότα. Δεν είχα επιχειρήσει τίποτα στην πραγματικότητα, τις λίγες μέρες που κοντοστάθηκα εκεί ξεχειλίζοντας από ματαίωση, έχοντας δεχτεί αλλεπάλληλα πλήγματα στην ανελέητη αναμέτρηση ανάμεσα στους «όχι πια» και τους «όχι ακόμη». Μου αρκούσε τόση ταπείνωση.