8 Ιουνίου 2016

΄Αμος Οζ "Η τέλεια γαλήνη"

Άμος Οζ, Η τέλεια γαλήνη
μετάφραση Λουίζα Μιζάν
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

20-1-2016
Βιβλίο 87ο

Πρόταση της Βιολέττας Παπαδοπούλου







Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ο Όζ, που λεγόταν Κλάουσνερ, αλλά άλλαξε το επώνυμό του σε Οζ, που σημαίνει δύναμη, γεννήθηκε το 1939, στην Ιερουσαλήμ, από γονείς μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη.
Η μητέρα του, μία καλλιεργημένη και ευαίσθητη γυναίκα, αυτοκτόνησε, όταν ο Οζ ήταν 12 ετών και, στη συνέχεια, μην έχοντας καλές σχέσεις με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν λόγιος, γλωσσομαθέστατος και δεξιός, σε ηλικία 15 ετών, εγκατέλειψε την οικογένειά του και έμεινε στο κιμπούτς Χούλντα, όπου εργάστηκε, παντρεύτηκε το 1960 και απέκτησε 2 παιδιά
Όταν άρχισε να γράφει, έπαιρνε άδειες από την εργασία του στο κιμπούτς, στην αρχή μία ημέρα και σταδιακά, μέχρι 3 ημέρες την εβδομάδα. Έφυγε από εκεί το 1986, λόγω άσθματος του γιού του. Έλαβε μέρος στον Πόλεμο των 6 ημερών το1967 και στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ.
Ζει πάντα στο Ισραήλ και εργάζεται, ως καθηγητής, στο Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Είναι αντίθετος με κάθε μορφής φανατισμό και φονταμενταλισμό και υπέρμαχος της ειρήνης με τους Παλαιστίνιους και τη δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατών, μετά από κοινές υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές. Συμμετείχε στην ίδρυση της οργάνωσης Ειρήνη Τώρα, Υποστήριζε για χρόνια το Εργατικό Κόμμα του Ισραήλ, όντας φίλος του Σιμόν Πέρες, ενώ αργότερα, μετά το 1990, στράφηκε στο αριστερό κόμμα Μέρετζ.
Ο Μπεν Γκουριόν, που αναφέρεται και στο βιβλίο, ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, το 1948, ενώ ο Λεβί Εσκόλ βρέθηκε στην εξουσία μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Ήταν κι αυτός μετανάστης από την Ουκρανία, όπως και πατέρας του Οζ, ενώ πέθανε το 1969 από την καρδιά του.
Το βιβλίο είναι μια αποτύπωση της ιστορίας του Ισραήλ, γεμάτο με τους προβληματισμούς του συγγραφέα για την ανθρώπινη φύση, για την ανάγκη της για φυγή, αλλά ταυτόχρονα και για ειρήνη, για την αγάπη και το θάνατο, για τη βία και την απομόνωση.
Ο Γιονατάν, ο γιος του Γιόλεκ, ενός μεγαλοστελέχους της κυβέρνησης του Εσκόλ και μετέπειτα του κιμπούτς και της εκρηκτικής Χάβα, ένα καλό παιδί, όπως τον θεωρούσαν πάντα, νιώθει να συνθλίβεται από τους περιορισμούς της μικρής κοινωνίας τους, των προσδοκιών των γονέων του και της συμβίωσής του με τη γυναίκα του, τη Ριμόνα. Κάνει συνέχεια όνειρα για την μεγάλη φυγή του, για να γνωρίσει τον κόσμο όλο και τον εαυτό του, για να αντιμετωπίσει όλες τις ελλείψεις και τις φοβίες του.
Η Ριμόνα από την άλλη, είναι μία ευαίσθητη κοπέλα, η οποία έχει πληγωθεί από την απώλεια δύο παιδιών και έχει βρει καταφύγιο στη σιωπή και την ενδοσκόπησή της, κάτι που την κάνει να φαίνεται από πολύ ιδιόρρυθμη έως προβληματική στους γύρω της.
Καταλύτης στις εξελίξεις εμφανίζεται με την άφιξη στο κιμπούτς του Αζαριά, ενός ντροπαλού, αλλά και φλογερού, έξυπνου μετανάστη, που, σε αντίθεση με τον Γιονατάν, το όνειρό του είναι να ενσωματωθεί στην κοινωνία του κιμπούτς και να αποκτήσει οικογένεια.
Ο Οζ νομίζω ότι εμφανίζεται και στους δύο παραπάνω χαρακτήρες ανδρών, αναζητώντας από τη μια, ως Γιονατάν την περιπέτεια και την αναμέτρησή του με τα όριά του, ακόμη και το θάνατό του και, ως Αζαριά, κατασταλαγμένος, μέσα από όσες κακουχίες έζησε, γεμάτος αγάπη και κατανόηση, στωικότητα και αντοχή. Λέει κάπου ο Αζαριά πως όλοι οι μεγάλοι είναι νεκροί κι ανάξιοι μέσα τους και μας αιχμαλωτίζουν στους ιστούς της αράχνης τους. Ενώ ο Γιονατάν λέει πως φεύγει πριν πάρει το όπλο και πατήσει τη σκανδάλη και κάνει ακριβώς αυτό που του διδάξανε ως τώρα.
Ο δε Σρούλικ, που αναλαμβάνει νέος γραμματέας του κιμπούτς, μετά την παραίτηση του Γιόλεκ, μας μεταφέρει τις σκέψεις του συγγραφέα για την κακία και την μισαλλοδοξία, για τον πόνο που προκαλούμε στους άλλους, ενώ αποστολή μας θα έπρεπε να είναι το πώς να μην προσθέτουμε άλλο πόνο στον ήδη υπάρχοντα πόνο στην ανθρωπότητα, για την τέλεια γαλήνη, που υπάρχει στο θάνατο, που στην ουσία όμως δεν υπάρχει.
Μου άρεσαν πολύ όλες οι λογοτεχνικές περιγραφές της φύσης, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις πάνω στα αιώνιες αγωνίες του ανθρώπου, ο θυμός για τα λάθη του Ισραήλ ή των γονέων, αλλά ταυτόχρονα και η αγάπη και η αποδοχή ότι αυτές είναι οι ρίζες του, που χωρίς αυτές δεν ζει. Επίσης ανατρεπτική η ιστορία του τριγώνου των πρωταγωνιστών, που μας δίνει μια πιο ελεύθερη εικόνα για τις σχέσεις, που βασίζεται στο σεβασμό του άλλου και όχι στις συμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από ένα γάμο.

Ντίνα Παπαδοπούλου
Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Οζ από υποχρέωση, μια και ήταν για την Λέσχη Ανάγνωσης και δεν συνηθίζω να πηγαίνω αδιάβαστη. . . Έχω διαβάσει και άλλα βιβλία του και δεν μπορώ να πω πως μου άρεσαν, μάλλον με κούρασαν με την εμμονή του στις λεπτομέρειες και στις μακροσκελείς περιγραφές, όπου μου φαινόταν πως χάνονταν η ουσία των πραγμάτων. Σιγά σιγά όμως άρχισε να μου κινεί το ενδιαφέρον και στο τέλος μου πρόσφερε την «τέλεια γαλήνη». Πραγματικά μου δημιούργησε μια αίσθηση γαλήνης και καρτερικότητας και μου επιβεβαίωσε την επιθυμία μου ν’ αγωνίζομαι πάντα ενάντια στους φόβους μου και να προσπαθώ να βελτιώσω την κατάσταση, όπως λέει ο Σρούλικ.
Σε μια συνέντευξη του στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, λέει «είναι σοφία να συμβιώνεις με τους άλλους» και αυτό ακριβώς είναι για μένα αυτό το βιβλίο, η προσπάθεια να συνυπάρξεις, όσο είναι δυνατόν, με τους άλλους, όσο διαφορετικοί και αν είναι, όσο κι αν διαφωνείς μαζί τους, όσο κι αν προσπαθούν να εισβάλλουν στην ζωή σου και να σου επιβάλλουν αυτά που εκείνοι θεωρούν πως είναι καλά και σωστά για εσένα, π.χ. όταν ο Αζαριά αναφέρεται στον Γιονατάν μιλώντας στον Εσκόλ λέει: «ο Γιονατάν έφυγε για να ψάξει το νόημα της ζωής. Όχι το νόημα την ουσία. Ο καθένας από εμάς δεν είναι περιουσία κανενός. . . . ο καθένας από εμάς ανήκει μόνο στον εαυτό του».
Λέει πάλι ο Οζ: «Έγινα συγγραφέας από περιέργεια για τις ζωές των ανθρώπων. Πιστεύω πως ο περίεργος άνθρωπος είναι καλύτερος άνθρωπος και για τον γείτονα και για τον εαυτό του και για το κράτος του». Πραγματικά, σε αυτό το βιβλίο όλοι είναι περίεργοι για τους άλλους. Δίνει όμως με τις περιγραφές του και μία σταδιακή φθορά της ζωής στα κιμπούτς.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα κείμενα, που υποτίθεται πως γράφει ο Σρούλικ. Είναι εξομολογητικά και ευαίσθητα: «Δεν θα κατανοήσω ποτέ αυτά τα συναισθήματα που πηγάζουν από μέσα μας, ούτε τα δικά μου, ούτε των συνανθρώπων μου, είναι γρίφοι. Μυστικά και μυστήρια». «Δεν θα προκαλέσω άλλο πόνο. . . υπάρχει πολύς πόνος και δεν επιτρέπεται να προσθέσουμε και άλλο». «Εγώ που παρακολούθησα τη ζωή πίσω απ’ το παράθυρο, γνωρίζω ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από τον πόνο, γιατί είναι χωμένος βαθιά μέσα μας. . . Προκαλούμε τον πόνο για να συμπονέσουμε». Και παρακάτω: «Μια ευπρεπής και καλλιεργημένη κοινωνία που προσπαθεί να τηρήσει τις αρχές της δικαιοσύνης έχει την υποχρέωση να σταματάει στο κατώφλι της προσωπικής ζωής των μελών της και να μην περνάει σε καμιά περίπτωση αυτή την γραμμή. Τι κάνει ο καθένας με τη γυναίκα του ή με τον φίλο του είναι προσωπικό του θέμα και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να επέμβει». Καθώς και το τελευταίο του κείμενο, όπου νομίζω πως συνοψίζει όλο το νόημα του βιβλίου: «Δεν κατανοώ ακόμα την αγάπη, δεν θα σταματήσω όμως να μαθαίνω. Ο πόνος είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Παρόλα αυτά όμως, πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε, δύο-τρία πράγματα για να βελτιώσουμε την κατάσταση. . .  Θα ζήσουμε και θα δούμε».