6 Σεπτεμβρίου 2017

Η Α. Διαβάτη για το "Ζιλ και Νικόλ" της Φ. Φαντίδου στο περιοδικό fractalart

 Πηγή κειμένου: http://fractalart.gr/zil-kai-nikol/

Μια καρτ ποστάλ της παλιάς Θεσσαλονίκης, επιζωγραφισμένη

Γράφει η Αρχοντούλα Διαβάτη // *
 Φρειδερίκη Φαντίδου «Ζιλ και Νικόλ», εκδ. Νησίδες 2016

Είχα γνωρίσει τη γραφή της συγγραφέως Φρειδερίκης Φαντίδου, συναδέλφου εκπαιδευτικού, από το πρώτο της κιόλας βιβλίο – Αλεξανδρείας 93- ένα είδος χρονικού για το παλιό μας σχολείο, το Β΄ Γυμνάσιο θηλέων στο Ντεπό, μετεξέλιξη του παλιού Μαράσλειου Ελληνογαλλικού Εμπορικού και Πρακτικού λυκείου Στ.Νούκα, ένα από τα κτήρια που συναντάμε και στο τωρινό βιβλίο, Ζιλ και Νικόλ, κι όχι Ζυλ και Τζιμ – όπως χαμογελάει παιχνιδιάρικα η κινηματογραφική μας μνήμη. Είναι βέβαια ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα του Ζιλ προς τη Νικόλ, όπως αναγγέλλεται στο οπισθόφυλλο, έναν έρωτα που εγγράφεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, εκείνο της Θεσσαλονίκης πριν την πυρκαγιά του 1917, ενός γάλλου φαντάρου της μεγάλης στρατιάς, των συμμάχων μας που στρατοπέδευσαν στη Δυτική Θεσσαλονίκη και στο λιμάνι πριν τον Μεγάλο Πόλεμο και ενός κορτισιού από τη Θεσσαλονίκη. Ο παλιός εκείνος έρωτας μας αποκαλύπτεται ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση από τη σχέση ενός σημερινού ζευγαριού, της Κατερίνας, μιας καθωσπρέπει θεσσαλονικιάς, διδακτορικής φοιτήτριας στο Παρίσι και του πανεπιστημιακού φίλου της, Λοράν. Το βιβλίο που χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα, χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια άνισα κατανεμημένα με αφηγήτριες εναλλάξ την Κατερίνα, που έφυγε για το Παρίσι και  τη φίλη της που άφησε πίσω, τη Νικόλ και είναι η αφήγηση ενός έρωτα που όμως είναι μόνο το πρόσχημα για να ανακαλύψουν οι σημερινές κοπέλες- αφηγήτριες το παλίμψηστο της πολυπολιτισμικής τους πόλης, ανάμεσα σε ημερολόγια φωτογραφίες και διαβάσματα για την Θεσσαλονίκη του καιρού εκείνου κι εμείς μαζί τους να περιδιαβούμε έντυπα και χρονογραφικό υλικό, τις γειτονιές και τις διηγήσεις για την παλιά πόλη, τις συνήθειες , τη γλώσσα και τους τρόπους της. Να συναντήσουμε και να ερωτευθούμε ξανά την πόλη μας, όπως ο Ζιλ συνάντησε κι ερωτεύθηκε έξω από το μοδιστράδικο το μελαχρινό εκείνο κορίτσι με την πλεξούδα, την Νικόλ, που είναι η τωρινή γιαγιά Νίκη και είναι στα τελευταία της.
Η αφηγήτρια Κατερίνα που πάει να σπουδάσει στο Παρίσι, γνωρίζει και ερωτεύεται τον Λοράν και μόνο νοερά τον κατηγορεί για σοβινισμό,  όπως- διαβάζουμε -η παλιά Νικόλ σε έναν νοερό μονόλογό της επιρρίπτει ευθύνες στους συμμάχους « που ήρθαν εδώ και φέρονται σαν να ήμαστε αποικία τους», κι όχι στον Ζιλ, τον αγαπημένο της–  αυτός τι φταίει. Όταν καθώς προχωράει η σχέση η Κατερίνα επισκέπτεται την οικογένεια του φίλου της αρχίζουν οι ανταλλαγές- τι ξέρουν, τι αγαπούν, τι εκτιμούν- κρασιά, βιβλία, δίσκους, φαγητά, φτάνουν και στην αγαπημένη πόλη που έτυχε να γνωρίζουν οι γονείς του Λοράν, υπήρχε στην οικογένειά τους ο παππούς που δεν είναι πια στη ζωή αλλά στην ιστορία της οικογένειας  έχει καταγραφεί ο έρωτάς του για ένα κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη, τη Νικόλ – υπήρχαν γράμματα ,μια φωτογραφία και πολλή συγκίνηση. Το νήμα όμως με την πόλη εκείνη και τους πρωταγωνιστές της ιστορίας είχε χαθεί για πάντα μετά τη μεγάλη εκείνη πυργκαγιά του ‘17 και η ζωή συνεχίστηκε χωρίς την επιστροφή στην ουτοπία εκείνου του έρωτα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το νήμα της αφήγησης παίρνει η νεαρή Νικόλ, η Ελληνίδα φίλη της Κατερίνας που αναλαμβάνει να περιγράψει το δίκτυο των σχέσεων μέσα στην οικογένειά της, μυστικά και ψέματα που όμως αποκαλύπτονται αργά ενόσω η αφήγηση καλά κρατεί, αποκαλύπτοντας το χρώμα και τα ονόματα τις γεύσεις και την καθημερινότητα της ευρύτερης οικογένειάς της, διηγημένα και από το στόμα της γιαγιάς Όλγας, που ήταν το παιδί του έρωτα. Η γλώσσα της αφήγησης είναι ωραία κρουστά ελληνικά, μια χρονογραφία της εποχής απ’ όπου περνούν έννοιες και πράγματα παλιά και ξεπερασμένα σήμερα: η προίκα και η αντιπαροχή, το καρίκωμα των καλτσών, η μπουγάδα στο πλυσταριό με αλισίβα, η σκάφη, το καζάνι και η ξυλόσομπα, τα μαγκάλια, οι τεντζερέδες, τα ταψιά και τα γκιούμια, τα δράμια, οι οκάδες και τα πληθωριστικά χιλιάρικα, οι λουκουμάδες, οι λαχανοντολμάδες και τα σαρμαδάκια- αυτά αξεπέραστα, οι παλιές ταινίες, τα σχολεία αρρένων και θηλέων, η αρμένικη βίζιτα, οι τσιγαρίδες, τα Λαδάδικα, το Μπέστσιναρ και οι φανοστάτες, η «νεότευκτη λεωφόρο των Εξοχών» και ο Κήπος των Πριγκήπων, τα σιρίτια και οι δαντέλες στη στοά Καράσο, ο φραγκομαχαλάς, το γύρισμα του φλιτζανιού για τη σύγχρονη μαντεία, η μοδίστρα με μεροκάματο στα σπίτια, το Αρσακλί, οι προσφυγοπούλες και τα κατορθώματά τους, το Πατέ και η Παναγούδα, τα ηλεκτροκίνητα τραμ, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής με τις γειτονιές των προκομένων προσφύγων στην Καλαμαριά, την Τούμπα, το Κορδελιό και τον Εύοσμο.

Φρειδερίκη Φαντίδου
Στο τρίτο κεφάλαιο η Κατερίνα ανοίγει το πακέτο που της εμπιστεύθηκαν – γράμματα κάρτες και ημερολόγια του Ζιλ, κι εμείς διαβάζουμε για τον καταδικασμένο του έρωτα. Έχουμε εδώ το λογοτεχνικό εύρημα των τεκμηρίων, για την αληθοφάνεια της διήγησης.
Στο τέταρτο κεφάλαιο η Νικόλ επισκέπτεται τη γιαγιά της και τον κόσμο της προγιαγιάς της, ενώ ο παππούς δίνει εξηγήσεις. Υπάρχει παράλληλα σε πλαγιογράμματα διάσπαρτος ο ενδιάθετος λόγος της προγιαγιάς Νίκης, σχεδόν ανοϊκής πια, που διηγείται την ιστορία της και ψιλοκουβεντιάζει με τον αγαπημένο της Ζύλ εκείνου του καιρού.
Το πέμπτο κεφάλαιο έχει θέση επίμετρου και σφραγίζεται από το τέλος της γιαγιάς, κρίσεις, σχόλια και συμπεράσματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας.
Μετά τον εορτασμό των εκατόχρονων από την απελευθέρωση της πόλης έχουν γίνει ξεναγήσεις κι αφιερώματα, γράφτηκαν βιβλία στην προσπάθεια να ανιχνευτεί το πολιτιστικό και πολιτισμικό παλίμψηστο της πόλης και το βιβλίο που σχολιάζουμε εντάσσεται νομίζω σ’ αυτό τον κύκλο βιβλίων, επίκαιρο ειδικότερα αυτές τις μέρες του Σεπτεμβρίου που βρίσκονται σε εξέλιξη στην 82η ΔΕΘ επετειακές εκδηλώσεις για τα εκατό χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, του 1917.
Αφού κάνουμε κατ’ αρχάς ένα σχεδιάγραμμα για το περίπλοκο οικογενειακό δέντρο με τις πολλές γιαγιάδες που προκύπτουν, παρακολουθούμε την ταυτοποίηση των ηρώων μέσα  από το αργό ξετύλιγμα του μύθου, περνώντας απ’ τα παλιά κτήρια με τα αλλαγμένα ονόματα, τα παλιά ωραία σπίτια του εκλεκτισμού που έγιναν πολυκατοικίες και τους παλιούς δρόμους, μέχρι να αιχμαλωτιστούμε από τη μυθοπλαστική ανάπλαση μιας ιστορίας μέσα στην Ιστορία, του νέου μυθιστορήματος της Φ.Φ. που είναι ένα αξιόλογο επιστολικό μυθιστόρημα.


* Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr.