29 Μαρτίου 2014

Πρόδρομος Μάρκογλου, Τα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος):

Πρόδρομος ΜάρκογλουΤα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα

Εκδόσεις Νεφέλη, 2011
30-11-2011
Βιβλίο 4ο
Πρόταση του Γιώργου Καλιεντζίδη


Νίκος Ματενίδης.
Κλείνοντας το βιβλίο, ήρθε στο νου μου, ο στίχος του ποιητή,"Άραγε να ναι η μοναξιά, σ' όλους τους κόσμους η ίδια".

Κομμάτια παζλ της μοναξιάς, που συγκροτούν τελικά τον εαυτό μας.
Μικρές διαψεύσεις, για σχέδια που δεν ευόδωσαν.
Σ' αυτή τη μαιανδρική περιπλάνηση της μοναξιάς, μέσω των διηγημάτων, αφήνομαι και έρχονται εικόνες.
Εικόνα 1η. Γραμμα του Τσε προς συντρόφους. 
Εγώ, που διαμόρφωσα την ιστορία, ευχή μου είναι, με μια Αλέκα και μια Βάσω δίπλα σας , να μελετάτε την ιστορία.
Και όταν σταθείτε στα σύνορα μιας χώρας, σαν ελευθερωτές, πάντα μια jaguar να σας ξεναγεί σ' αυτήν.
Εικόνα 2η    
Τον Μιχαήλ να σαγηνεύεται με τα πουλιά που ελευθερώνει.  Ενώ από το ράδιο , ακούει την Ασμαχάν, να μεταφράζει τους κελαϊδισμούς, σε μουσικές νότες.
Και την Φευ Ρουζ να τα καλεί με την φωνή της, στους κέδρους του Λιβάνου, να ξαποστάσουν στα κλαδιά τους.
Τον βλέπω να την ζητά ραντεβού στην "Μυροβόλο ανοιξη'', αλλά αυτή από λάθος να βρίσκετε στο "μικρο καφέ".
Όμως χαλά η εικόνα.  Σαν  γάτα, η Ανίκα , κατασπαράζει την δεκοχτούρα, γλείφει την ρόδινη γλώσσα της, μετά την εξόντωση της λείας της.
Εικόνα 3η 
Σκύβω στο μάτι της μηχανής, καδράρω, έτσι ώστε  το καρέ να γεμίσει, με την δαμασκηνί θηλή της.
Η φωτοσκίαση κινείται στους ρυθμούς του πιάνου του Herbie Hancock.
Δίπλα μου ο Αντονιόνι, ρυθμίζει την επόμενη σκηνή.
Νιώθω ένα ρίγος στο κορμί μου.  Άραγε θα αποτυπωθεί στο σελιλόϊντ ο ερεθισμός μου?
Εικόνα 4η  
Ο Γιάννης Γκάμαρος...
Όμως πάλι περίσσεψε ο αριθμός.    Ο μαθηματικός συντονιστής , ξέρει καλά να μετρά λέξεις.
Ας κρατήσω το γιούσουρι...    Αφού όλα τα σχέδια θα διαψευστούν.
                                                                                                          

Μαρία Τριανταφυλλίδου
Με κλασική λογοτεχνική γλώσσα ο έρωτας και η πολιτική, ως πράξεις καθημερινές, βαριά μολυβένια σύννεφα ταξιδεύουν αργά σε πολλές διαδρομές, περισσότερο επίκαιρα από ποτέ, πάντα επίκαιρα και δελεαστικά.
Η γραφή, χωρίς ανάσα πολλές φορές, οδηγεί, μπάζει στο ζόρι, σέρνοντας στο αδιέξοδο που υπάρχει, που παραμονεύει παντού...  
κάποιες εικόνες που μου έμειναν:

ΟΙ ΠΑΡΑΛΗΠΤΕΣ
... «”Δεν υπόσχομαι τίποτε”, είπε κι έφυγε ο Ραγόζης βάζοντας τις λίρες στην τσέπη του, ύστερα από μέρες μάθαμε την εκτέλεση του αδελφού μου, θα γλίτωνε, μας είπαν, αν υπέγραφε, αν είχε απαρνηθεί, αν είχε αποκηρύξει...»
ο Γιούρι, με τη μελέτη της Ιστορίας,
ο διευθυντής, παλιά πουτάνα, με τη Βάσω και την Αλέκα,  
οι εργάτες σε πράξεις «αθώου ονείρου» με το παστάλι των καπνών,
ο Κόκκινος –πόσο χαρακτηριστικό το όνομα- «Ευτυχώς, φτηνά τη γλιτώσαμε,... θα ξυπνήσουν κι αυτοί»
και ο Τσε, το όνειρο! «...δεν εγκαταλείπω στα παιδιά και στη γυναίκα μου κανένα υλικό αγαθό.... μετέχοντας στην Επανάσταση, θα ζήσουν...»
οι αποστολείς. Οι παραλήπτες; Όλοι εμείς...
ΜΕΤΟΙΚΗΣΗ
Και η Αννίκα, αχ αυτό το όνειρο(!) «... “…μας κοίμισε το πουτανάκι”... “και συ μαλάκα μού είπες να βγάλω κάτι και για την πόρνη...”»,
«...Καπνίζει και στα χείλη του μένει μια τρυφερή σάρκα. [...] εμφανίστηκε τότε απροσδόκητα μια μικρή δεκαοχτούρα  [...] δεν είδε το γάτο [...] Γύρισε κι έφυγε γλείφοντας αργά τα χείλη με τη ρόδινη γλώσσα του.»
πολύ καλό το εύρημα του κύκλου, η ανακάλυψη του δέματος με την εικόνα του αγίου Γεωργίου στη μετοίκησή του σε άλλο σπίτι, και ο άγιος καλπάζοντας να του μπήγει το κοντάρι στο στήθος για τη μετοίκησή του στην άλλη ζωή...
COMMODORA MAAR
«... μαλλιά από σκουριά σιδήρου, μάτια από γρανίτη... [...] “Τώρα δουλειά” [...] σαν να αποσπούσα κομμάτια σάρκες από την Dora... Σάρκα τριανταφυλλένια [...] “Παρακαλώ προσευχηθείτε για την ψυχή της μονάκριβης κόρης μου” [...] ποια ήταν αυτή που είχε πει: “Στην παντοτινή αγάπη, που δεν χρειάζεται καμιά επιβεβαίωση”»
ΕΝΤΡΟΠΙΑ
Ο Δημήτρης, «”Και όπως είπαμε, με τις γυναίκες τρυφερά κι ευγενικά...”, […] η Θεανώ, η Ευτέρπη, η Ηλέκτρα...  «“...άφησε να μείνω, να περάσουμε μαζί αυτή τη νύχτα, μη σκέφτεσαι, δεν ζητώ τίποτε, δεν έχεις καμιά δέσμευση, εσύ αποφασίζεις να ρυθμίσεις τη ζωή σου...”  [...] και ο Δημήτρης, Σίγουρα είχε έρθει και πάλι ο χρόνος ν’ αλλάξει τόπο. Να μείνει κάπου για λίγο και πάλι να φύγει». Εν+τροπή
ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΠΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Η Στυλιανή, «”Πολλά είπα και σε ζάλισα με τη φλυαρία μου” [...] έγραψα σ’ ένα χαρτάκι το τηλέφωνό μου και της το έδωσα, “αν ποτέ κάτι χρειασθείς” […] “Πώς γνωρίσατε την Αγαπίου;”  [...] “Τελικά δε με γνώρισες... Δεν θυμάσαι που ήμουνα μάρτυρας στη δίκη;”»
Η Δανάη, η Ήβη, τα λόγια, “Να μ’ αγαπάς”
«...Όλα τα πουλούσανε κι όλα τ’ αγοράζανε»
Όλα;
Τα σκηνικά που θα επέλεγα:
Εσωτερικά χώρων, δεκαετίας του ’60-’70, χώροι παλιοί, ψηλοτάβανοι, λιτοί, γυμνοί, όπου οι άνθρωποι είναι αυτοί που κυριαρχούν και οι πράξεις τους. Ένα γραφείο στην καπναποθήκη στους ΠΑΡΑΛΗΠΤΕΣ, το δωμάτιο του Μιχαήλ με την αυλή του, ένα δωμάτιο-μπουρί με παράθυρο ψηλά, αθέατο, στη ΜΕΤΟΙΚΗΣΗ, το εργαστήρι του φωτογράφου στην COMMODORA MAAR, αλλά και το μοναδικό σε εξωτερικό χώρο, το λιμενοβραχίονα στην Τεργέστη, με τον ήλιο να λάμπει αντιφεγγίζοντας στα μαλλιά από σκουριά σιδήρου, τη μορφή ολόλευκη να φέγγει και τους γλάρους να φτερουγίζουν στον ορίζοντα μιας φωτεινής μέρας
το δωμάτιο του Δημήτρη Μακρή στην ΕΝΤΡΟΠΙΑ, ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ή νοσοκομείου στις ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΠΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.

Στεφανία Βελδεμίρη
Το βιβλίο, ήρθε στα χέρια μου κάπως αργά, αλλά το ρούφηξα σαν τσιγάρο μετά από τροχαίο, που την έχεις βγάλει καθαρή. Οι ιστορίες του, μου άρεσαν πολύ. Πραγματικές και εξωπραγματικές μαζί. Η καταγραφή των γεγονότων δεν μου έδωσε περιθώρια να το ψάξω, αν είναι αληθινά, αν είναι φανταστικά, αν είναι και τα δυο μαζί. Μπήκα στο τούνελ των ιστοριών και δεν έχω βγει ακόμη. Παρακολούθησα τους ήρωες, στις ζωές τους και πράγμα σπάνιο για μένα, δεν ταυτίστηκα με κάποιον από αυτούς. Ήθελα όμως πολύ να τους έχω φίλους και πιστεύω πως και στο μέλλον θα κουβεντιάζω με τον Μιχαήλ. 
"Οι παραλήπτες", ήταν ένα μικρό μάθημα καλής ιστορίας σε αρκετά σημεία, αν μου επιτρέπεται να έχω γνώμη για κάτι τέτοιο. Όσο διάβαζα την "Μετοίκηση", άκουγα όλο και πιο δυνατά στο μυαλό μου ένα αγαπημένο μου τραγούδι, "Μικρές νοθείες" http://www.youtube.com/watch?v=HhlO4FvbEt0. Το "Commodora Maar" είναι μια ιστορία αγάπης, ίσως έτσι όπως θα έπρεπε να είναι αγάπες, άπιαστες από τα φωτογραφικά φιλμ. Στην "Εντροπία", θυμήθηκα την αποτυχία μου στις Πανελλήνιες εξετάσεις, που είχε πέσει αυτό το παλιοθέμα. Εδώ, η ερωτική συνεύρεση ως πληρωμή, παρουσιάζεται απλά και δίκαια και για τις δυο πλευρές, σαν μια πικρή διαπίστωση για το τι στ΄ αλήθεια συμβαίνει στον κόσμο. Αντίθετα στο "Commodora Maar" η κυνικότητα της ηρωίδας για την πληρωμή στο σημείο "Έκανες τόσο δρόμο για να με γαμήσεις..." μου μοιάζει σαν την πιο παθιασμένη και ρομαντική ερωτική εξομολόγηση. Όσο αφορά το "Οι πράξεις επιζούν και μετά θάνατο", τι όμορφο... Η Σίλα, έζησε μια ζωή, χωρίς να τη ζήσει, με επιλογές που δεν ήταν παρά φευγιό από τις ασχήμιες, με προορισμό άλλες. Τουλάχιστον όριζε το τρελό και επικίνδυνο παιχνίδι της. Και ίσως ίσως ακόμη το τέλος του παιχνιδιού έτσι να το είχε φανταστεί. Τι κρίμα που η Δανάη δεν διάβασε τον "Κύκλο με την κιμωλία", να γλύτωνε την απαγωγή το κοριτσάκι. 
Ένα τσιγάρο υπάρχει παντού, καθώς και η επιθυμία για τζούρες αλήθειας, ψευτιάς, αγάπης και ανθρωπιάς.
Μοβ, είναι για μένα τα σύννεφα.
Δεν κοιμήθηκα χτες, αλλά την πρόφτασα την ζωγραφιά.

 
Χριστίνα Βουμβουράκη   
Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Ούτε πότε. Δεν θυμάμαι καν αν συναίνεσα ή αν αντιστάθηκα ηρωικά. Με βλέπεις; Με έχουνε κλείσει σε ένα δωμάτιο αλλου-νού. Με έχουν δέσει με σχοινί αόρατο σε αυτόν τον ξένο καναπέ. Με μια τηλεόραση μπροστά μου να χάσκει, ξερνώντας αδιάκοπα ιστορίες χωρίς εικόνες. Σκέτες ιστορίες.  

Ιστορίες που βιαστικά περνάνε μπροστά από τα μάτια μου, άραγε μάταια; Άνθρωποι αγάλματα βουβά. Το ξέρω πως μου γνέφουν την αλήθεια. Γεύση πικρή.  

Ιστορίες που φεύγουν αθόρυβα και χωρίς ίχνη. Άνθρωποι που δεν θυμάμαι το όνομα τους. Κενό. 

Άνθρωποι που τελειώνουν. Ιστορίες που συνεχίζονται στον ίδιο ρυθμό νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμάν.  

Γρήγορη ανάγνωση. Ασθμαίνοντας ανάμεσα σε λέξεις καλοβαλμένες, προσπαθώ με το βλέμμα μου στον ουρανό να εντοπίσω τα ταξιδεύοντα σύννεφα. Περίεργο! Το νοιώθω ότι είναι εκεί· αλλά δεν μπορώ να τα δω. Ίσως αν κλάψω… Ίσως αν κλάψω θα βρέξει.

Χριστίνα Κελεσίδου 
Σχετικά με το βιβλίο "Τα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα" στάθηκα στην σελίδα 139 όταν ο καθηγητής απαντά στον ηθοποιό:
''Στην εποχή μας'' είπα, ''πολύ δύσκολα προσεγγίζαμε τα ιδιωτικά όνειρα, μόλις αγγίζαμε τα συλλογικά", και με έκανε να αναρωτηθώ, ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν τον χαρακτήρα πώς θα συμπεριφερόταν σε μια άλλη  εποχή, χωρίς πολιτικές διώξεις, βασανιστήρια, καταπίεση ελευθεριών. Ένα ερώτημα περισσότερο κοινωνικό και όχι λογοτεχνικό αλλά ίσως ένα θέμα για συζήτηση?