3 Ιουνίου 2014

Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος)

Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Kανένας

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004
18/4/2012
Βιβλίο 12ο
Πρόταση της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου


 

Read extracts of book reviews at the end of the post
Translated by Christiana Vellou

Στεφανία Βελδεμίρη
Μετά τις 2-3 πρώτες σελίδες, το κατάλαβα πως δεν θα μου αρέσει καθόλου. Αλλά επειδή συχνότατα πέφτω έξω, το διάβασα όλο. Τελικά δεν άλλαξα γνώμη και από ένα σημείο και μετά (την 3η σελίδα δηλ.) το διάβασα με το ζόρι, σαν εκείνα τα βιβλία που μας έβαζαν στο σχολείο να διαβάζουμε στις διακοπές, για να γράψουμε την περίληψηΟ τρόπος γραψίματος μού θύμισε απουσιολόγο, που προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την έκθεσή της φιλόλογο, δείχνοντας παράλληλα πως είναι καλή και στην ιστορία και ότι στο σπίτι της μιλάνε και για τέχνη

Με κούρασαν αφάνταστα οι 800 χιλιάδες παρομοιώσεις και η γλώσσα δεν μου ήταν καθόλου ευχάριστη, υπήρχε μια ψευτιά στο όλο στυλ, μου έμοιαζε πως πρόκειται μάλλον για την περιγραφή μιας γλώσσας, παρά για μια αληθινή γλώσσα. Μια ακόμη παρομοίωση ίσως. Ίσως φταίει που υπήρχε τόση φρεσκάδα στη γλώσσα τού ακριβώς προηγούμενου βιβλίου (του Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας) και μου 'ρθε απότομα τόση στεγνότητα. Δεν ξέρω. Τουλάχιστον να ήταν μυθοπλασία, θα μιλούσαμε για φαντασία και τέτοια. Εντάξει, μια αληθινή ιστορία στολισμένη με ρομαντική φαντασία, κάπως έτσι θα το έλεγα. 

Να πω και 2 λόγια για την ιστορία. Την Ελένη δεν την χώνεψα καθόλου, ούτε τον Κανέναν επίσης. Ούτε και όλο της το σόι. Ο μπαμπάς της ήταν ένας φαντασμένος, που ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους και μια και δεν τα κατάφερε ο ίδιος, τι να κάνει, φούσκωσε τα μυαλά της πρώτης του κόρης που της είχε αδυναμία τρελή, αφού του έμοιαζε ντε και τα κατάφερε μέσω αυτής να ξεχωρίσει για τα καλά. Η μαμά της σχεδόν ανύπαρκτη και τα αδέρφια της στο φτύσιμο, μια και χωρίς τον έρωτα του πατέρα για δαύτους ήταν καταδικασμένοι να μείνουν συνηθισμένοι και χωρίς ενδιαφέρον τύποι. Με τους απλούς ανθρώπους δεν έχουν πάρε δώσε. Τους χρησιμοποιούν σαν υπηρέτες και τους παρατηρούν σαν ποντίκια-πειραματόζωα περιγράφοντας τις συμπεριφορές τους, φυσικά με την πρέπουσα αγάπη που οφείλεις να έχεις ως καλλιεργημένος και ανώτερος άνθρωπος. Τους σπουδαίους ανθρώπους, που τους θεωρούν ίσους με τους εαυτούς τους, τους αναφέρουν σχετικά με το καλλιτεχνικό τους έργο κυρίως και όχι με τα ανθρώπινα χούγια τους, καθώς επίσης για να παινευτούν για τις κοινές εμπειρίες τους. 

Τέλος η όλη μαγκιά της Ελένης, θα είχε κάποια γοητεία, θα με έπειθε σαν αληθινή ίσως, αν την υποστήριζε μέχρι τέλους. Μα πως να την υποστηρίξει αφού δεν ήταν δική της; Του μπαμπά ήταν κι αυτή, όπως και τα λεφτά. Και χωρίς αυτόν, αργά ή γρήγορα βρήκε τον αληθινό της εαυτό, με τα πήγαινε-έλα στις εκκλησίες, τα ματζούνια, παρέα με τις δεισιδαιμονίες, την αφ΄ υψηλού  τρέλα κ.λ.π. 

Σε γενικές γραμμές αυτό που κατάλαβα από το βιβλίο, είναι το εξής: δεν πα να΄σαι γυναίκα και να ζεις και στην Ελλάδα του 1800; Αν ο μπαμπάς έχει καράβι και χρήμα με τη σέσουλα και ζωγράφος γίνεσαι και εξώγαμα κάνεις και δουλειά βρίσκεις και ιδιαίτερα στην Βασίλισσα τσιμπάς και όλα καλά. 

Υ.Γ. Ζωγραφιά δεν μου βγήκε να κάνω, γιατί φοβήθηκα μην μου την κάψει ο Κανένας.  

Ελένη Παπαστεργιάδου
«Αυτά που ορέγεται κανείς με πάθος πρέπει κάποια στιγμή να του απαγορευτεί για να μπορέσει έτσι να το δει και με άλλον τρόπο». Η ηρωίδα μας μπροστά στη μεγάλη της αγάπη, εγκλωβίζει την γυναικεία της υπόσταση μέσα στην ανδρική μεταμφίεση και έτσι αυτοτιμωρείται που γεννήθηκε γυναίκα. Πολύ σκληρή εποχή για τις γυναίκες και μάλιστα για τις γυναίκες με επιθυμίες. 

«Κι όταν δει αυτό που αγαπά με πολλούς τρόπους και σε άλλους χρόνους, τότε μοιάζει να ελαττώνεται η τιμωρία». Η Ελένη τόλμησε ηρωικά να κυνηγήσει το όνειρό της με πολλούς τρόπους, αλλά ο φόβος της τιμωρίας και η απόρριψη των ανθρώπων  την κυνήγησε μέχρι τέλους. Αξίζει  όμως να χαθείς για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει.

Έτσι ρούφηξε την ζωή η Ελένη παίρνοντας ρίσκα, τιμωρούμενη για κάθε στιγμή χαράς και έρωτα. Σε αντίθεση με τον λιποτάκτη σύζυγο, που ταλαντεύτηκε ανάμεσα σε dubbio e fede. Αμφιβολία και πίστη, δύο έννοιες που καθορίζουν στάση ζωής. Να πιστέψει στο όνειρο και στην απόλυτη αφοσίωση σε έναν σύντροφο που φτάνει στην μέγιστη ευτυχία, ή να αμφιβάλλει φλερτάροντας με την πλανεμένη ελευθερία που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο αδιέξοδο και την φυλακή. Ό,τι διαλέξει κανείς από τα δύο ας μη μετανιώσει ποτέ γιατί αν  θα ξαναγεννιόταν το ίδιο θα έκανε.

Μία βιογραφία έντονης ζωής ,που αν αφαιρούσα τα κομμάτια των απωλειών των παιδιών θα ήθελα να ζήσω.

Κλεοπάτρα Τσακούρη
Το βιβλίο της ΡΕΑΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗ (ΕΛΕΝΗ Η Ο ΚΑΝΕΝΑΣ) δεν με γοήτευσε, δεν με ταξίδευσε όπως εγώ θέλω και όπως περιμένω από ένα βιβλίο. Βέβαια με πληροφόρησε για τη διαδρομή μιας ζωής εκτός ορίων όπως τα θέτει η κοινωνία, για την ζωή μιας τολμηρής γυναίκας, ασυμβίβαστης και ασυνήθιστης, της Ελένης Χρυσίνη-Μπούμπουρα. 

Διαβάζοντας την ιστορία της ένοιωσα τη δύναμη και συνάμα την αδυναμία της,την τόλμη της στο ξεκίνημα της για να πραγματοποίηση το όνειρό της, να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία με την βοήθεια του πατέρα της, που την συμβούλευσε να νιώθει πάντα Ελληνίδα. Τις μεγάλες δυσκολίες της στην Ιταλία, που για να σπουδάσει έπρεπε να απαρνηθεί το φύλλο της και να ντυθεί άντρας, γεγονός που την επηρέασε στην διάρκεια της ζωής της. Τον μοιραίο έρωτα με τον επαναστάτη ζωγράφο Αλταμούρα και την γέννηση των δύο της παιδιών χωρίς να τον στεφανωθεί, πράγμα που την κυνηγούσε σε όλη της την ζωή. Τον καθολικό γάμο της με τον Αλταμούρα και την γέννηση του τρίτου παιδιού της, καθώς και τον γρήγορο χωρισμό, την επιστροφή της στην Ελλάδα με τη δύσκολη επιβίωση με το μεγάλωμα των παιδιών. 

Αυτό που την καθόρισε ήταν ο πρόωρος χαμός των δύο της παιδιών σε  πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα που την οδήγησε στην απομόνωση της στις Σπέτσες μόνο με την υπηρέτρια της Λασκαρίνα. Η επίγνωση της ματαιότητας της γνώσης, της τύχης στην πραγματική ευτυχισμένη ζωή. Τέλος η αυτοκαταστροφική της διάθεση, με αποκορύφωμα να βάλει φωτιά και να κάψει όλους τους πίνακες ζωγραφικής, ώστε να μην μείνει τίποτα που να θυμίζει τη  ζωγράφο Ελένη Μπούκουρα-Ᾱλταμούρα.

Κωνσταντίνα Χονδρογιάννη
Συμφωνώ με τη φίλη μου την Ελένη απόλυτα και επαυξάνω. Ίσως εμείς να είμαστε λίγο παραπάνω ρομαντικές. Η Ελένη ή ο Κανένας πάλεψε με την εποχή της για τους πόθους της και τα πάθη της. Δεν τα πέρασε επιδερμικά. Πιο πολλές ήταν οι πίκρες από τις χαρές που έζησε, μέσα σε μια σκληρή κοινωνία για τη γυναίκα.
Έκανε μεγάλη προσπάθεια για να την αποδεχτούν για αυτό που ήταν. Ούτε καν οι συγγενείς της δεν της σταθήκανε. Τα λάθη που έκανε τα ήξερε η ίδια. Γι΄ αυτό και τους συγχώρεσε κατά κάποιο τρόπο. Για να προστατέψει τον εαυτό της από φρικτές τοξικές συνέπειες του θυμού και του μίσους, που κατανάλωναν την ενέργειά της με διάφορους τρόπους και έμεινε σ' αυτό το φλας μπακ της ζωής της, σχεδόν τρελή καίγοντας τα έργα μιας ζωής. Ίσως για να εξιλεωθεί μέχρι να τη λυτρώσει ο θάνατος.

Χριστίνα Βουμβουράκη
Αυτό το βιβλίο, ομολογώ, μου αντιστάθηκε σθεναρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του, παρόλο που τελικά πολύ γρήγορα διαβάστηκε. Μου έμεινε η εντύπωση πως γράφτηκε αποκλειστικά ως λυρικός ύμνος για την ζωγράφο Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, ίσως και λίγο για την κάθε Ελένη, "της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη" [στίχοι του Μπάμπη Τσικληρόπουλου από το τραγούδι "Ελένη"], που πάει να πει για την συμβολική έννοια της κατασκευασμένης ταυτότητας της γυναίκας. Πάντως όχι για  τον αναγνώστη.

Ως αναγνώστρια κι εγώ, εκτός από το ότι έπρεπε να υπομένω καρτερικά την υπερβολική επιτήδευση στη γραφή, συχνά βρισκόμουν αντιμέτωπη με τμήματα του κειμένου ανάποδα γραμμένα. Ήδη από την πρώτη σελίδα αλλά και κατ’ επανάληψη διάβαζα αρκετές αράδες μέχρι να πεταχτεί σαν ξεροκόμματο, ολιγόλογα, ένα γεγονός, το οποίο αν γνώριζα εκ των προτέρων θα αντιλαμβανόμουν διαφορετικά τα όσα είχαν προηγηθεί. Μα το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω και έτσι απλά συνέχιζα ακάθεκτα την ανάγνωση, χωρίς πισωγυρίσματα.  Και όπως κυλούσε χωρίς εντάσεις η ιστορία, παρά το τραγικό των συμβάντων και την μη γραμμική χρονικότητα της αφήγησης, ένοιωθα συχνά-πυκνά ότι γύριζα άσκοπα γύρω από το ίδιο σημείο και πως το ποτάμι αυτό που είχα ακολουθήσει δεν με έβγαζε δυστυχώς σε νέα γη. Και να σου πάλι το φύλο, η ανδρική φορεσιά κι ο Κανένας! Να σου και η ελληνικότητα ή ορθοδοξία, ως αλλού είδους ατομικές ταυτότητες. Τι άραγε συνέβαινε; Μπας και περιστρεφόμουν μηχανικά στο πρόγραμμα με τα χρωματιστά; Σωστή πλύση εγκεφάλου! 

Όσο για το εύρημα του Κανένα, παρέμεινε πιστεύω τελικά αρκετά εγκεφαλικό. Βεβαία, προφανώς δεν είναι όποιος κι όποιος αυτός ο Κανένας, αυτός ο Άλλος που "είναι ευεργέτης μας μεγάλος" [παράφραση των στίχων του Κώστα Κοφινιώτη από το τραγούδι "Αυτός ο άλλος"]. Από την στιγμή που ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο του ενδόξου ομηρικού Οδυσσέα, μας κατατρέχει ακόμα και σήμερα σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, εμφανιζόμενος μάλιστα και ως ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός στις αμέτρητες δημοσκοπήσεις των ημερών μας.

Ως αναγνώστρια πάντα, θεωρώ πως η πιο γοητευτική πτυχή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος αλλά συγκρατημένη και όχι σε πλήρη ανάπτυξη, είναι η έντεχνη ενσωμάτωση με την πλοκή του ονείρου, της μαγείας και της παράνοιας, με αποκορύφωμα το τρίτο μέρος του βιβλίου. Ως Ελένη πάλι, δεν έχω κάτι να δηλώσω παρά μονό κάτι να θυμηθώ: μια αφίσα από υπαίθρια έκθεση γραφιστικής στον πεζόδρομο Knez Mihailova στο Βελιγράδι που εύλογα ρωτούσε: «Χρειάζεται να είναι γυμνές οι γυναίκες για να μπουν στο Μουσείο ΜΕΤ;» παραθέτοντας παράλληλα τα εξής στατιστικά: «Λιγότερο από το 5% των καλλιτεχνών στα τμήματα μοντέρνας τέχνης είναι γυναίκες, ενώ το 85% των εικονιζόμενων γυμνών σωμάτων είναι θηλυκά».  


Μαρία Τριανταφυλλίδου
Ξεκίνησα να γράφω χωρίς να διαβάσω τίποτε άλλο, καμία άλλη κριτική· έτσι ο σχολιασμός ανόθευτα δικός μου να εκφράζει την καθαρά προσωπική μου άποψη. Σημείωνα τις αντιδράσεις μου όσο διάβαζα· δεν άλλαξα κάτι εκ των υστέρων. Ήθελα να έχω καταγραμμένες σε σειρά τις σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν σε συνέχεια και αντίδραση των όσων διάβαζα.
Νιώθω ότι οφείλω να το τονίσω.
Μέρος Πρώτο· τριτοπρόσωπος ο λόγος.
Έντονα λυρική και ποιητική γλώσσα. Θηλυκή γραφή και σκέψη την εξωθεί να φιλοσοφεί προσέχοντας ιδιαίτερα κάποιες λεπτομέρειες που όμως, αφήνονται μετέωρες: «...Η κρυφή νυχτερινή ζωγραφική της την έκανε να καταλάβει πως συχνά, ανάμεσα στον κόσμο και την απεικόνισή του, μεσολαβεί μικρή ή και απέραντη μια απόσταση.» (36-37)
Στήνει πίνακες με λέξεις, μα πέρα από τα χρώματα ξέρει και τους δίνει ζωή, τους κάνει να ηχούν, μας βάζει εντός τους «Έβαλε τα γυαλιά της και συγκεντρώθηκε στη ζωγραφιά του καβαλέτου. Η φοινικιά δεν εστεκόταν μόνη της [...] είχε τρομάξει πιο πολύ από τις εκατέρωθεν κραυγές και τις βωμολοχίες, παρά τους πυροβολισμούς» αλλά μας προσγειώνει “μαλακά”: «που ως ζωγράφος γνώριζε ότι στον πίνακα ήταν άσφαιροι.» Μιάμιση σελίδα η περιγραφή μιας ζωγραφιάς. (52-54)
Ελαφροπατάει στο χρόνο και τον στριμώχνει· το παρελθόν, το μέλλον, το παρόν, γίνονται ένα χωρίς να μπερδεύονται. «Συλλογίστηκε τη λέξη “ζωγράφος”, το επάγγελμα του Τσέκολι [...] ένα στεφάνι στα μαρμάρινα μαλλιά του. Όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα, τα μαλλιά του δεν είχαν ακόμη ασπρίσει ούτε απ’ τη βαθιά πληγή ούτε από την ύλη του μαρμάρου.» (55) Κεντάει με αρρενωπή γλυκύτητα, βουτάει τη γραφίδα της σε λέξεις ακριβές και δίνει σταθερό το νόημα. Όμως, «στα μαρμάρινα μαλλιά του»; Πώς; Πού; γιατί;
Φιλοσοφεί και δογματίζει: «η πατρίδα πρέπει να κερδίζεται ή να χάνεται για να σημαίνει κάτι το όνομά της» (55) Είναι μόνο ένας δογματισμός.
Μέρος Δεύτερο· πρωτο-πρόσωπος ο λόγος.
Διαλέγει η συγγραφέας την ώρα της μεγάλης απόφασης να δώσει φωνή στην Ελένη, να μιλήσει, να διηγηθεί, να απολογηθεί, να αναλύσει τους μύχιους φόβους της, τους δισταγμούς ή τις στέρεες αποφάσεις της, τα όνειρα... τα όνειρα, τους στόχους τούς απλησίαστους που θαρρετά, με απόφαση σθεναρή και μέθοδο, επέλεξε να πλησιάσει. 
Εύκολα παίζει με τις λέξεις η Ρέα Γαλανάκη: «...ανακατεμένη στις πρωινές δροσοσταλίδες, έβλεπε κάθε μέρα τη λησμονημένη και μικρή σταγόνα φόβου...» (70) αλλά και με το απρόσμενο, το ξαφνικό, που το φυλάει καλά και το παρουσιάζει εκεί που δεν το περιμένει κανείς: «...ψηλάφισα το φυλαχτό κάτω από το βελούδο του αντρικού μου σακακιού. Διότι η νύφη, που οδηγούσε ο πατέρας μου από έναν κόσμο σε έναν άλλο, εγώ η Ελένη, ήμουνα ντυμένη άντρας.» (71)
Μιλάει για την παράδοση, υπαινίσσεται συναισθήματα αφήνοντας τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά· δεν είναι κακό αυτό, όμως πρόκειται για μυθιστορηματική βιογραφία που εύκολα, έτσι, μπορεί να οδηγηθεί κάποιος σε λάθος μονοπάτια: «Ο πατέρας μου ντυμένος στα νησιώτικά του ρούχα με συνόδεψε στον δρόμο από τη Νάπολη μέχρι τη Ρώμη [...] τα καλά του ρούχα, αυτά που θα φορούσε για να με πάει περπατώντας νύφη στην εκκλησία του νησιού [...] Ρούχα που τον τραβούσαν πίσω στον δικό του γάμο και τον πήγαιναν μπροστά προς τον θάνατό του...» (70) Ακριβώς επειδή πρόκειται για βιογραφία, έστω μεταφορά σε λογοτεχνικό κείμενο, οι προσωπικές εικασίες ή ελεύθερες μεταφορές του κάθε αναγνώστη, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, νομίζω ότι δεν έχουν λόγο.
Ζωγραφίζει τους δικούς της πίνακες με λέξεις ευαίσθητες, ακριβές, με χρώματα, με κίνηση, με συναίσθημα, με κρίση αδιάλλακτη, με κριτική: «ματωμένα ρούχα ενός αδικοθάνατου κι αγαπημένου άντρα», «Πρόσεξα, ωστόσο, και το ανήσυχο πέταγμα ενός γλάρου γύρω της. Τον οιωνό του σύντομου δικού της τέλους...» (μιλάει για τη Λασκαρίνα, την κυρά των Σπετσών) (77)
Πολύ όμορφος, επίσης, ο αλαφροΐσκιωτος συλλογισμός της, η πρόσκληση-επίκληση στους αγαπημένους τής ζωής της Γιάννηδες· διαλέγω τις λέξεις: «Παρακαλώ σας όμως, μείνετε... Πώς με τα χρόνια μοιάζετε ολόιδιοι... μα ένας ο κόσμος της θαλάσσης που εξακολουθεί να σας τυλίγει... Ανάμεσά σας στέκομαι ένα γεφύρι εγώ. Από κόρη μάνα. Κι ας είναι ένα γεφύρι του αλμυρού νερού» (102) 
Δογματίζει, όμως αναίτια κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον εδώ, ένα παράδειγμα αναφέροντας: «Είδε ακόμη ότι μ’ αγαπούσε ο κύρης μου και κατάλαβε πως ήμουνα ταγμένη στη ζωγραφική, γιατί αυτή η επιλογή έχει ανάγκη την αγάπη ενός άντρα.» (86) γιατί; Επίσης, «Άνεμος και ζωγράφος ήταν, γι’ αυτό μπορούσε να γλιστρά δεκαετίες, αιώνες πίσω από της μάνας του το σώμα. Και να το ξαναφέρνει εμπρός του, έχοντας αντικρίσει ακριβώς εκείνο που ήθελε να δει.» (86) τι ακριβώς; Αυτό που περιγράφει παραπάνω; «ερειπιώνες, όμορφα τοπία, αρχαιότητες, Έλληνες οπλισμένοι με ασημένια λάφυρα, με χρυσά γελέκα και με φέσια βαθυκόκκινα.» (86) Τέτοια έργα ζωγράφιζε; Αυτό γνωρίζουμε από το έργο της; από τα δύο έργα της, “Απελπισία (1850¸1852)” και “Αυτοπροσωπογραφία” δεν συνάγεται κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω...
Στην ορθογράμματη γραφή προσπάθεια για ιστορική περισσότερο περιγραφή του παρελθόντος, με τα γεγονότα περισσότερο γυμνά· δεν λείπει ωστόσο ο σχολιασμός, σε πρώτο πρόσωπο πάντα εδώ, άρα από την ηρωίδα.
Αναμνήσεις πάλι, συνομιλίες με φαντάσματα μέσα από ένα θριλερικό παρόν στην πλαγιογράμματη γραφή. Όμως μπερδεύεται ο τρόπος, θολώνει· πολλές οι λεπτομέρειες, οι ιστορικές καταγραφές πάλι αλλοιώνουν την καθαρά προσωπική εσωτερική έκφραση, περιπλέκουν το ύφος, τον τρόπο της γραφής.
Στο τέλος αναρωτήθηκα γιατί αυτή η διαφοροποίηση, αφού ελάχιστα διαφαίνεται η αιτία. Στα κείμενα της πλαγιογράμματης γραφής ήθελα περισσότερο αυθόρμητο το λόγο, εκεί ήθελα τη δράση την εσωτερική, την πνευματική, την ψυχική, που βγαίνει έξω, που εκφράζεται, που αφήνεται, που ξεγυμνώνεται από το καθετί, που δε διστάζει να μιλήσει, να αρθρώσει, να λυθεί, να «παίξει». Εκεί ήθελα την Ελένη στο ρόλο της, ζωντανή, να βιώνει τις ηλικίες της, να ψάχνεται, να διστάζει, να αποφασίζει τολμηρά, να συγκινείται, να παραπαίει μέσα στο δράμα της, να μυσταγωγεί, να τρελαίνεται ανάμεσα στον κόσμο της ζωής και στη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών· και «συνένοχοι» να την αθωώνουμε. Ήθελα να τη νιώθω να «παίζει» και να μου δίνει ρόλο εντός της. Όμως, κι εκεί την παρακολούθησα να αφηγείται. Απογοητεύτηκα.
Στην ορθογράμματη γραφή ο πρωτοπρόσωπος λόγος τελικά δεν μου δικαιολογήθηκε.
Μέρος Τρίτο· τριτο-πρόσωπος ο λόγος.
Πολύ καλό το εύρημα για το στερνό ταξίδι της κυρα-Λένης. «Ο κύρης της, ντυμένος με τα γιορτινά νησιώτικά του ρούχα, ετοιμαζότανε να συνοδέψει την πρώτη του κόρη στον τελευταίο γάμο των γυναικών» (211-214) με το μαύρο του σκαρί, τον τρικάταρτο «Θαλάσσιο Ίππο».
Επίσης καλή η επινόηση της σκουριάς και ο τρόπος που προοδευτικά τη χειρίστηκε κλείνοντας τον κύκλο: «Γύρισαν πάνω στους σκουριασμένους μεντεσέδες διαλαλώντας το μαντάτο τους. Η Λασκαρίνα σκέφτηκε πως τώρα έπρεπε να φιλήσει την κυρά της, πριν βάψει τούτη η σκουριά το χάραμα.» (211), «Την κόκκινη σκουριά, η οποία [...] γέμισε όλα τα δωμάτια του σπιτιού και τύλιξε όλα τα δέντρα στο περβόλι, κι έμεινε μέχρι να νυχτώσει.» (222), «...μέσα στο σκουριασμένο φως...» (223), «...είχε φυσήξει λίβας απ’ την Αίγυπτο και είχε φέρει αυτόν τον κόκκινο μανδύα..., [...] η Αίγυπτος [...] η πιο αυθεντική πατρίδα της μαγείας.» (223), «...η πιστή δούλη Λασκαρίνα, μπορούσε να ορκιστεί ότι αυτό το κόκκινο είχε του κρεμεζιού το χρώμα.» (244), «...η κόκκινη σκόνη, που είχε απλωθεί σ’ ολόκληρο το σπίτι, ήτανε από το παλιό φορτίο το πανάκριβο κρεμέζι, που είχε κουβαλήσει από την Αμερική ο καπετάν, Γιάννης Μπούκουρας [...] κι ενώ φαινόταν ότι χάθηκε, κοιμόταν πάντα κάτω από το σπίτι.» (245), «Κρεμέζι, αγορασμένο σε ένα από τα ταξίδια στην Αμερική [...] Για χρόνια σάπιζε ο κόκκινος σωρός του κατάχαμα στις μαλτεζόπλακες μιας αποθήκης, δίπλα στην κουζίνα. Η Ελένη τον θυμότανε να σήπεται, ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε.» (29)
Πολύ καλό το “Ω”, το τελευταία κεφάλαιο. Λυρικό, αισθαντικό, η Ελένη μιλάει ψιθυριστά: «...μάλλον ανώφελα είχε μπει σε τόσο κόπο, εξαγνίζοντάς την δια της πυράς.» Στα ομηρικά χρόνια φαίνεται να γνωρίζουν μόνο τη διαδικασία της αποτέφρωσης των νεκρών ως αγωνιώδες αίτημα των ψυχών. Αργότερα, στην Αγία Γραφή η καύση αναφέρεται ως τρόπος κάθαρσης και εξαγνισμού της ψυχής που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις βεβήλωσης ή παραβίασης του νόμου. Συμβολικός άραγε ο τρόπος;    
Πικρά αναστάσιμο το τέλος, «...έτσι θα είναι η αγάπη της γυναίκας [...] Το θαύμα μιας αφανούς, μιας τρυφερής, μιας ασταμάτητης ανάστασης. [...] η αγάπη τούτη είναι κι η μόνη χαρισμένη ανάσταση, καθώς το πικραμύγδαλο της φλόγας της στριβόταν σε λεπτή κλωστή καπνού», αφήνει μετέωρο το ερώτημα, γιατί; Απορία για την απάντηση που δίνει.
Λέξεις... με θύμωσαν οι λέξεις της στο τέλος. Λέξεις όμορφες, εντυπωσιακές, όμως, ποια η αναλογία; Ποια η ανταπόκριση; «λόγου χάρη» -δικές της αυτές οι λέξεις- «ένα χαμόγελο ζυγίστηκε στα χείλη του Σαβέριο, φως από δυο ανοιχτά φτερά σε νήνεμη ώρα» (87). Ερωτευμένη η Ελένη... ονειροφαντασιές... «Και σαν ήρθε κάποτε η ώρα σου, Σοφία, εγώ σε ζωγράφισα στην αγκαλιά του αγγέλου. [...] Και κλείστηκα το τελευταίο επίγειο βράδυ σου μαζί σου...», (141) δεν βλέπω μια μάνα να παραληρεί, δεν νιώθω την απόγνωση στα λόγια της, παρακολουθώ μια γυναίκα να φιλολογεί.  
Φανερό το περπάτημα σ’ αρχαία μονοπάτια: Ελένη, Κανένας, ραψωδίες, ύφος, λόγος έντονα ποιητικός, Όμηρος· σκέφτομαι, χρειαζόταν; Ακόμα κι αν η Ελένη διάβαζε Όμηρο και αρχαίους κλασικούς, ακόμα κι αν φανερά επηρεάστηκε από τα αναγνώσματά της... Όμως ο συγγραφέας είναι ελεύθερος... προσπαθώ να μην τον(την) παρεξηγήσω...   
Ξεκίνησα με πλήρη αποδοχή, χαρούμενη να διαβάζω καλή γραφή, αλλά με μπέρδεψε, με προβλημάτισε, ανέτρεψε τις αρχικές μου σκέψεις. Θα ήθελα μια πιο καθαρά προσωπική γραφή, δική της, όχι μιμήσεις που ηχούν κακόηχες.
Αφόρητη η επιτήδευση· τα λόγια της δεν τρέχουν, διαλέγονται για κάποιο λόγο ευφάνταστα προκλητικό, με ναρκισσισμό. Σκάλωσα, σκάλωσα πολλές φορές στις λέξεις της ψάχνοντας να βρω τη σειρά, τον ορθό λόγο, ψάχνοντας να βρω το λόγο της τέτοιας ύπαρξής τους· αδύναμο τον βρήκα. Έψαξα πραγματικά να βρω «τι σημαίνει μετάλλαξη της πρώτης ύλης σε λογοτέχνημα» (263) και βρήκα λουλούδια “ξωτικά”  που μαραίνονταν τα πιο πολλά καθώς πήγαινα ν’ αγγίξω. Έχασα την απονήρευτη χαρά και με υποψιάρικα φειδωλή ματιά άρχισα να προσπερνώ τα λόγια, τις φράσεις, τις γραμμές, να  φτάσω στην ουσία.   
Ακόμη και στη φιλολογική επιμέλεια με ενόχλησαν κάποια θέματα, κάποια κόμματα που δεν υπήρχαν, «...Η κρυφή νυχτερινή ζωγραφική της την έκανε να καταλάβει πως συχνά, ανάμεσα στον κόσμο και την απεικόνισή του, μεσολαβεί, μικρή ή και απέραντη, μια απόσταση» (36-37), κάποια λάθη, ήδη στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου,
κάποια άρθρα οριστικά που μεταμόρφωναν αναίτια κάποιες αόριστες εκφράσεις σε “οριστικές”, «Πάχνη την άνοιξη και το φθινόπωρο, η αντηλιά το καλοκαίρι και πυκνά πέπλα βροχής κατά τη διάρκεια του χειμώνα τούς τύλιγαν μέσα σε όλες τις μεταμορφώσεις των νερών.» (85) Αλλά και «η καλοκαιρινή αντηλιά» πώς ερμηνεύεται σε “μεταμόρφωση νερού”;
Όμως, κάπου δεν πολυταιριάζουν όλα: «Είπε ακόμη ο άνεμός μου ότι αρκετά καλά απέδωσα το σώμα των μαρμάρινων ανθρώπων, το τυλιγμένο σε πτυχώσεις ιματίων και χιτώνων. Σούρες και ζακετάκια και αφέλεια – του εξήγησα ότι ο δάσκαλός μου Τσέκολι είχε αρχίσει να σπουδάζει την ιατρική, πριν αφοσιωθεί στην τέχνη των εικόνων, κι έτσι γνώριζε την ανατομία καλά» (87) μάλλον αφελές μου φάνηκε. Και αλλού, «Πόσοι και πόσοι σκοτωμένοι από διαφορετικές αιτίες δεν πυκνώσαν κάθε μέρα τις ιστορίες τους στο παλικάρι των παραμυθιών» (92), τι θα πει αυτό; Μήπως κάπως αλλιώς; «Πόσοι και πόσοι σκοτωμένοι από διαφορετικές αιτίες δεν πύκνωναν κάθε μέρα με τις ιστορίες τους το παραμύθι του παλικαριού.»; λάθος συντακτικό, νομίζω.
Δυσανασχέτησα με το σύνθετο λόγο που συνήθως, βέβαια, σε γραπτό κείμενο απαντάται, «λόγου χάρη», «...της έτειναν ένα δίχως γάντια, ζεστό κι αλμυρό χέρι από τα πορτρέτα τους...» αντί του απλού «...της έτειναν από τα πορτρέτα τους ένα χέρι δίχως γάντια, ζεστό κι αλμυρό...» Όμως, άλλως πως έγραψε η συγγραφεύς.
Χάρηκα την ακρίβεια που εύρισκαν κάποιες λέξεις της, κάποιες λέξεις· θύμωσα, εκνευρίστηκα πολύ, όταν αυτές λέγονταν –γράφονταν- μόνο για τον ήχο τους και ψάχνοντας δεν μάντευα ποια –στο καλό- η αλήθεια τους.
Σημειώνω τα παραπάνω, καθώς διαβάζω στο εξώφυλλο ότι πήρε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1999) και αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψηφίων έργων (1999). Αυτό πρωτοδιάβασα και ξεκίνησα την ανάγνωση με τη χαρά και την προσμονή μιας εξαιρετικής γραφής. Σταδιακή η αποδόμηση, δίχως, ωστόσο να ξεπερνώ πολλές καλές στιγμές της.
Τώρα για τη σκηνογραφία· δεν θέλω να τη σκέφτομαι καθόλου, δε μου βγαίνει.
Υπάρχει ένα μπέρδεμα· αν προσπαθήσει κανείς να δει ψυχρή την ιστορία, βγαίνουν όμορφες εικόνες, χαρακτηριστικές· μου μένει περισσότερο το μαύρο σκαρί, ο τρικάταρτος «Θαλάσσιος Ίππος» και η έξοδος της Ελένης στο μεγάλο της ταξίδι. Συνδέω μέσα μου τις φωτιές που ανάφτηκαν έξω από το σπίτι των Σπετσών με το πικραμύγδαλο της φλόγας που στριβόταν σε λεπτή κλωστή καπνού· εξαγνισμός. Όμως, το ντύσιμο της ιστορίας με το φιλολογικό λόγο της συγγραφέως μου δείχνει ρόλους αταίριαστους στο χώρο και στο χρόνο τους. Δεν μου βγαίνουν εικόνες ολόκληρες... Ίσως να ξαναγραφόταν;...

Extracs of book reviews

Stefania Veldemiri
After the first 2-3 pages I was sure that I wouldn't like the book. It seemed to me that it's rather the description of a language, rather than a true language. In my opinion, it seems like a true story, embellished with some romantic imagination.
What I got from the book is that it doesn't matter if you are a woman or living in Greece in the 1800's. As long as your father is a shipowner and has money, you can become a painter, have illegitimate children, work or even tutor the queen's children without facing any problems.

Eleni Papastergiadou
"[.....]  Our heroine, in the  face of her great love, caged her female identity inside a male disguise and thus, punished herself for being born a woman. Eleni dared  to chase her dream heroically in many ways, but the fear of punishment and being rejected by men haunted her to the very end. This is how Eleni lived her life; she was punished for taking  risks, for every moment of joy and love that she enjoyed.
A biography of an intense life. One that, if you remove the sections regarding her children's  loss, I would very much like to live."

Kleopatra Tsakouri
The book of Rhea Galanaki (ELENI or NOBODY) neither enchanted me nor travelled me, in the way that I want and expect from a book. Of course, it gave me information about a life outside the limits of society, the life of an adventurous woman, different and rebellious, the life of Eleni Chryssini-Bouboura. Reading the story, I felt her strength and her weakness, her courage to achieve her dreams, to study painting in Italy with her father's support who advised her to always feel Greek.

Konstantina Chondrogianni
Helen struggled in a difficult period for her desires and passions. She lived in a harsh society for women, where her sorrow prevailed over her happiness. She made great efforts to be accepted for who she was. Not even her relatives supported her. [...]To protect herself from the horrible, toxic effects of her anger and hatred, she remained in that flashback of her life, almost crazy, burning her life's work. Perhaps asking for atonement until death rescues her.

Christina Voumvouraki
I admit, I struggled while reading this book although in the end I read it very quickly. I was left with the impression that it was written exclusively as a lyrical hymn to the painter Eleni Boukoura-Altamoura and perhaps to every other Helen, or in other words, for the symbolic meaning of the "constructed" identity of the woman. Certainly though, not for the reader.

Maria Triantafyllidou

"[...]" obviously a walk on ancient paths: Helen, Nobody (Homer) , rhapsodies, style intensely poetic, Homer. But I'm thinking, was it necessary? [...] Nevertheless, the author is free.... I'm trying not to misinterpret her.... Still, I would have preferred a more personal style. Hers, not imitations which sound cacophonous. Unbearably pretentious. Her words do not flow, they are chosen for some imaginatively provocative reason, with narcissism. I really struggled with her words, trying to find some order, some correct writing style. In the end, I found her words weak. [....]".