17 Ιουνίου 2014

Σοφία Νικολαΐδου,Ο μωβ μαέστρος / Οι αναγνώσεις μας: 1ος χρόνος

 Σοφία Νικολαΐδου, Ο μωβ μαέστρος

Εκδόσεις Κέδρος, 2006
16/5/2012
Βιβλίο: 14ο
Πρόταση της Ελένης Παπαστεργιάδου




Ελένη Παπαστεργιάδου
Σίγουρα δεν επιλέγει κανείς την οικογένεια που θα γεννηθεί. Κουβαλάει ήδη ρετσινιές μπόλικες ως ενήλικας, όταν διαπιστώνει πως τις απέκτησε από τους αιώνιους έφηβους γονείς του. Θα προτιμούσε, ενδεχομένως, κάποιους άλλους που δεν θα καταντούσαν την παιδική του ηλικία πτυσσόμενο τηλεσκόπιο. Μια απίστευτα θυμωμένη κόρη από έναν πατέρα που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, εύχεται μπροστά στην ανίατη αρρώστια του: «Αν πέθαινε θα γλίτωνα, θα τέλειωνε η ταλαιπωρία πρώτα γι’ αυτόν και ύστερα για μένα. Ψέματα.  Ας τα έβγαζε πέρα μόνος του. Στο κάτω κάτω κι εγώ μόνη μου τα είχα βγάλει πέρα». Ένας γιγάντιος θυμός που τον έθρεψε η αβάσταχτη μοναξιά της απουσίας του.
Εκείνος ανυποψίαστος, χωρίς ενοχές μια ζωή, αρκεί να «ήταν στα λεφτά του». Ένας τζόγος η γέννηση, η διαδρομή, το τέλος του. Πού να μάθει ο έρμος τι θα πει οικογένεια, αφού δεν είχε; Γι’ αυτόν ήταν ένας τύπος κοινωνικού συμβολαίου, που βοηθάει να καταλαβαίνουν οι άνδρες της φυλής σε ποιον ανήκει κάθε φορά το παιδί. Τι να του καταλογίσεις; Μήπως πήρε αγάπη, για να δώσει; Ένιωσε το χάδι, για να το μοιραστεί;
Kι αυτή η Μπένια πήγε και πέθανε, έκανε το δικό της, του φόρτωσε και το παιδί: «σκληρή κοιλιά σαν πηγμένο τσιμέντο. Την ξεκόλλησε και του την έδωσε». Τον ρώτησε αν ήθελε, αν μπορούσε να την σηκώσει; Την ευθύνη του παιδιού ή την ενηλικίωσή του, άραγε; Η δύστυχη  μάνα, και που ζούσε τι κατάλαβε; Με τα ψυχολογικά της έλαμψε δια της απουσίας της. «Το κουτί με τα πράσινα χάπια της μαμάς. Ζητούσα με επιμονή να το πάρω, μύριζε μαμά και μου άρεσε». Πού χώρεσε τόσος θυμός μέσα σε μια παιδική ψυχούλα και δεν έσκασε; Ήταν πάντως ερωτευμένοι. Πολύ. Πώς θα γίνονταν αλλιώς το παραμύθι της κόρης τους;
Κανείς δεν βάρεσε την πόρτα πίσω του να φύγει. Διάλεξαν τον πύρινο δρόμο της σιωπής, των μυστικών. Δεν έγιναν Αντιγόνες της αυτοθυσίας με την φυγή του εκούσιου θανάτου. Διάλεξαν την στάση της Ισμήνης, αυτοθυσία στο τώρα. Εδώ η κόλαση, εδώ κι ο παράδεισος. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να βρει καλύτερο δώρο ο κ. Ιασίδης για την Λίζα. Μια θετή οικογένεια φίλων, διαφορετικής κουλτούρας, εθνικότητας και παιδείας μεταξύ τους, με απίστευτα αποθέματα αγάπης και προσφοράς μέσα τους. Έτοιμοι να μοιραστούν μαζί της την χαρά, τον έρωτα, τα μυστικά, την εμπειρία, τον εαυτό τους ολόκληρο. Και ένα κουτί με καθρέφτη μέσα, που όταν το ανοίγει να της λέει: «μόνη σου»!
Μόνοι ερχόμαστε, μόνοι φεύγουμε. Σκάσε και κολύμπα. 
Μια γνώμη για το βιβλίο μας.



Χριστίνα Βουμβουράκη
Εγώ ένα πράγμα κατάλαβα: είτε μεγαλώσεις στο ορφανοτροφείο είτε υπό την αιγίδα μιας οικογένειας, την έχεις ούτως ή άλλως βαμμένη. Πιθανότατα μωβ, μωβ θανατερό. Άρα μην το κουράζεις. Και κάτι ακόμη: τα κλειδιά της ευτυχίας ανοίγουν άδειαvα κουτιά που καθρεφτίζουν τον εαυτό σου. Μάλιστα. Και γίνεται ακόμη δυσκολότερο, μια που ο εαυτός σου δεν είναι παρά αντανακλάσεις των άλλων. Στην Λίζα καθρεφτίζεται ο πατέρας Ιασίδης, που θα έπρεπε να μοιάζει με τον Σουγλέ, αλλά μοιάζει με τον Μωβ και κυρίως με τον Ρώσο, που τα ‘χει με την Ταμάρα, που μοιάζει με τη μάνα Μπένια, που θα έπρεπε να μοιάζει με την ακούραστη Μπίλυ. Κουραστικό;  Παρ' όλα αυτά, στο τέλος των ιστοριών των ανθρώπων, συνήθως, όλοι θα ευτυχήσουν με ένα ανακουφιστικό χάπι ή happy end, ε Λιζάκι;

Έργο-"σχόλιο" της Χριστίνας Βουμβουράκη για το βιβλίο

Και μια που μπλέξαμε με την Λίζα, που είναι σαΐνι στα μαθηματικά, μετά το ευτυχές τέλος του βιβλίου με έπιασε μια μανία να λύσω καμιάν εξίσωση.

  • Για αρχή ένα ευκολάκι: ( ο άγνωστος) Ψυ = Μωβ + Σουγλές       
  • Όριο συνάρτησης: lim f(Μπένια) = Ιασίδης + Λίζα  (όταν η Μπένια τείνει στο μηδέν)
            Μπένια ->0

  • Και μια πιο ζόρικη: Λίζα = ( [(Ιασιδης x Μπενια) + όλο τους το σόι]    )  * Μικ Τζαγκερ3  
Ύστερα βάλθηκα να βρω τον μωβ μαέστρο που αγνοείται. Κάτι μου λέει πως αποκλείεται όλο αυτό το τελετουργικό «ενηλικίωσης» της Λίζας να το είχε σκαρφιστεί ο Ιασίδης. Αυτό το λέω, γιατί όταν ήταν υγιής δεν προλάβαινε να νοιαστεί για κάποιον άλλον πλην του εαυτού του, όταν ήταν λίγο άρρωστος πίστευε ότι δεν ήταν άρρωστος, και όταν ήταν πολύ άρρωστος, ήταν πια πολύ πολύ άρρωστος για να κάνει οτιδήποτε. Δε μου βγάζεις απ’ το μυαλό ότι τα ενορχήστρωσε όλα ο άλλος. Για τον Μωβ μιλάω. Άσε που παίζει να μην υπήρξε ποτέ το φαλιμέντο του Τσάκαλου. Ειδάλλως, πως εξηγείται ότι το «Pitsiles» πήρε τα πάνω του υπό την ιδία διεύθυνση (βλ. Μωβ) και μας προέκυψε τόσο σύντομα το Παρισάκι; Τέλος πάντων, τέλος καλλλό όλα καλλλά, για να το πω Σαλλλονικιώτικα.

Χριστιάνα Βέλλου 
Αχ  Λίζα,  Λιζάκι , τι σου 'μελλε να πάθεις,  με τέτοιους rock end roll γονείς που έμπλεξες. Τι να κάνεις όμως, τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε, μόνο τους φίλους και εκεί ήσουν τυχερή, είχες  δίπλα σου φίλους που σε βοήθησαν να δεις τις παγίδες, αλλά και τις λιακάδες του μονοπατιού που αποφάσισες να ακολουθήσεις.

Από την πρώτη σελίδα όλα μου φαίνονται γνωστά, οι πρωταγωνιστές με την ιδιαίτερη συμπεριφορά τους, το κλίμα του βιβλίου, ακόμη και τις Pitsiles σαν να τις βλέπω μπροστά μου κάπου στην παραλιακή. Μου άρεσε η γραφή της κυρίας Νικολαϊδου,  μοντέρνα, hard rock, αλλά και με μια κρυμμένη τρυφερότητα.  Οι περιγραφές των συναντήσεων της Λίζας με τον Ψυ αποδίδονται με καταπληκτική ακρίβεια, και, αλήθεια, σαν να έχει περάσει η ίδια από ένα τέτοιο ιατρείο. Ευρηματικό το κουτί με τον καθρέφτη. Ακόμη και το αίσθημα της μοναξιάς γίνεται αλλιώτικο όταν κοιτάς μέσα σ΄ένα καθρέφτη.
Τελειώνοντας το βιβλίο έχω ένα κενό, μια θλίψη, κάτι μου λείπει. Θα 'θελα κάτι πιο εντυπωσιακό για τέλος  από ένα κορίτσι που μεγάλωσε σαν αντράκι.
Διαβάζω ξανά στην σελίδα 135 τρεις σειρές που μου άρεσαν πολύ: «Αλλά ο γάμος δεν είναι μόνο  τα σεντόνια και μαγείρεμα, φιλιά στον καναπέ και τηλεόραση, είναι και πως μοιράζεται το οξυγόνο μέσα σ΄ένα σπίτι, ο τρόπος που κλείνει η εξώπορτα, πως κατεβαίνει η μπουκιά στο τραπέζι, τι λες, τι κρύβεις, τι ονειρεύεσαι κρυφά από τον άλλον».

Στεφανία Βελδεμίρη
Ξεκίνησα να το διαβάζω ένα βραδάκι, και από την αρχή μου φαινόταν πως οι σελίδες τελείωναν πολύ γρήγορα. Το ολοκλήρωσα την άλλη μέρα. Αλλά, δεν κατάλαβα το νόημα που λένε. Η γλώσσα ήταν οικεία και καθημερινή, ενώ σε πολλά σημεία παρεμβάλλονταν μια μάλλον εξωραϊσμένη αργκό της νύχτας. Η ιστορία έμοιαζε να αγωνιά, να είναι ανατρεπτική. Όσο έπρεπε. Οι χαρακτήρες ήταν περίεργοι τύποι, ασυνήθιστοι, με ζωή εκτός του πεδίου δράσης των απλών ανθρώπων. Τα προβλήματα σχέσεων γονιών-παιδιών, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, η ανημποριά των γηρατειών, η κατάθλιψη, που μας απασχολούν ή θα μας απασχολήσουν κάποτε σχεδόν όλους, έμπαιναν μέσα στην ιστορία σαν περιγραφές καταστάσεων, μου φάνηκαν όμως ξεκομμένα κομμάτια, θαρρείς γραμμένα χώρια, άδετα μεταξύ τους, χωρίς να είναι ομαλή ή έστω ανώμαλη συνέχεια της ιστορίας. Συναίσθημα δεν μου βγήκε, ούτε ταύτιση ή εν συναίσθηση. Σα να διάβαζα παρατηρήσεις-σχολιασμούς για αυτές τις φάσεις, χωρίς όμως το μαχαίρι να φτάνει κόκκαλο. Κάπως έτσι. Η ιστορία με το κλειδί του πατέρα που θαυμάζει την κόρη του και την έχει γραμμένη δεν κατάλαβα τι σκοπό είχε. Να μας πει ότι είμαστε όλοι μόνοι μας και μάλιστα κλεισμένοι σε κουτί;  Δεν ξέρω. Οι γυναίκες υπηρέτριες με την ισότιμη σχέση και το ρόλο φίλης, παραμάνας ή συγκάτοικου, πάλι δεν ξέρω, δεν το πιάνω. Αγάπη που εξισώνει; Δύσκολο άμα είσαι υπηρέτης. Είναι ο ρόλος όπως τον αντιλαμβάνεται ο ωφελημένος μάλλον. Ότι τον αγαπούν οι υπάλληλοί του βαθιά και ειλικρινά; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Για τον υπάλληλο η αγάπη αυτή είναι μέρος της δουλειάς. Έστω για ένα τζάμπα σπίτι. Αυτά τα "κατά της ιδιοκτησίας" του Ιασίδη, κλασσικά ειπωμένα από όσους έχουν ντε ή θεωρούν ιδιοκτησία μόνο τα σπίτια; Πάλι δεν ξέρω. Οι συνεδρίες με τον Ψυ, απαξιωμένες από την ασθενή αλλά και απαραίτητη ρουτίνα που τελικά την βοηθάει. Σε τι; Να πάει με τον Μοβ; Πάλι δεν κατάλαβα. Όσο για κάποια που αγοράζει φουστάνι, για να γοητεύσει τον τύπο που την πήρε μπουμπούκι και της έδεσε τις σάλπιγγες και να θεωρεί και δώρο τον πόνο κατά την ερωτική πράξη, τέλος πάντων, και να τον θέλει τρελά, ε αυτά είναι που δεν γίνονται. Άρα δεν νιώθονται κιόλας. Κανονικά θα έπρεπε να σχεδιάζει πως θα του πάρει το όπλο από την τσέπη να του τα τινάξει στον αέρα τα δικά του τα όργανα. Τότε θα νιώθαμε πολλά.
 Ίσως φταίνε οι καιροί, ίσως εγώ δεν είμαι στα καλά μου.  Δεν ξέρω.

Μαρία Τριανταφυλλίδου
-         Αλήθεια πώς την έλεγαν;
-        ...
Κι έπιασα να το ψάχνω απ’ την αρχή...
-        Λίζα!
Τότε θυμήθηκα ότι πέθανε ο Ιασίδης πιστεύοντας πως είχε γιο...
Τότε μπλέχτηκα... διαβάζοντας πάλι την αρχή...
Τότε θυμήθηκα τον Μπαρνς... για τον Φλωμπέρ και τη γραφή του και τα ερωτηματικά που αφήνουν μερικές φορές οι συγγραφείς...

Μια ιστορία περισσότερο αρσενική στη θηλυκότητα της, περισσότερο θηλυκή στην αρρενωπότητά της. Σκληρή. Μάλλον, ίσως, καθημερινή, ιστορία της διπλανής ερμητικά κλεισμένης πόρτας, αυστηρά οικογενειακή.

Δεν θα ‘θελα να είμαι ούτε ψύλλος στον κόρφο της Λίζας, ούτε της Μπένιας, ούτε του Ιασίδη, ούτε της Ταμάρας, ούτε... ούτε του Μωβ... ούτε κανενός...

Με έθλιψε...

Σπουδαίος ο Μωβ! γι’ αυτό και στον τίτλο...

Μου άρεσαν πολύ οι Pitsiles εσωτερικά, όπως τις σκηνογράφησε ο Ιασίδης αυτοπροσώπως. Διαλέγω αυτή τη σκηνή.