4 Μαρτίου 2015

Αντόνιο Ταμπούκι, "Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα" (4ος χρόνος)

Αντόνιο Ταμπούκι,  Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα
Μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010
18-2-2015
Βιβλίο 65ο
Πρόταση του Παύλου Νεράντζη


Παύλος Νεράντζης
Διάβασα το βιβλίο για πρώτη φορά το 1997 με αφορμή την επίσκεψη του Ταμπούκι στη Θεσσαλονίκη, όπου θα βραβευόταν με το βραβείο λογοτεχνίας Ευρωπαϊκό Αριστείον Γραμμάτων, ένας από τους λιγοστούς, κατά τη γνώμη μου, θεσμούς της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που αποτυπώνει τα κοινά στοιχεία της ευρωπαικής κουλτούρας.
Το μυθιστόρημα έχει χρονική αναφορά στα τέλη της δεκαετίας του ΄30 -το 1938 συγκεκριμένα- όταν η Ευρώπη βρίσκεται στα πρόθυρα του Β΄Π.Π., η Γερμανία ζει στον αστερισμό του ναζισμού, η Ισπανία του Εμφυλίου και η Πορτογαλία μιας δικτατορίας.  Σ΄ αυτό το βίαιο πολιτικά περιβάλλον που συνταράσσει τη Γηραιά Ήπειρο ο Ταμπούκι αφηγείται την ιστορία ενός Πορτογάλου δημοσιογράφου, του Περέιρα, ενός συντηρητικού, γερασμένου ανθρώπου, που αίφνης βρίσκει το ηθικό σθένος, τη δύναμη να συγκρουστεί με ό,τι τον δυνάστευε. Ο Περέιρα εναντιώνεται στο φασιστικό καθεστώς Σαλαζάρ, όταν ένας νεαρός Ιταλός, ο Μοντέιρο Ρόσσι, που έρχεται από τον Ισπανικό Εμφύλιο, του ζητάει να τον βοηθήσει. Η σύγκρουση ανάμεσα στον συντηρητικό ηλικιωμένο και στον νεαρό επαναστάτη, ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς αξιακά κόσμους, είναι αναπόφευκτη.
Από την αρχή, όμως, της σύγκρουσης αυτής, της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ο συγγραφέας προϊδεάζει τον αναγνώστη για το προς τα πού θα γύρει η πλάστιγγα: ο Περέιρα κρύβει τον νεαρό, του δίνει να γράψει νεκρολογίες. Και παρότι δεν εγκρίνει τα κείμενα του νεαρού, συνεχίζει να τον βοηθά. Ίσως γιατί αυτός ο φιλήσυχος άνθρωπος νοιώθει ενοχές, ίσως γιατί βλέπει στο πρόσωπό του Ρόσσι τον γιο που ποτέ δεν απέκτησε, ίσως γιατί στα νιάτα του  να ήταν και ο ίδιος επαναστάτης, κάτι που υπονοεί κάποια στιγμή. Όποιο κι αν είναι το κίνητρο της προσέγγισης του Περέϊρα προς τον Ρόσσι, το βέβαιο είναι ότι ο νεαρός γίνεται ο καταλύτης για ν΄αλλάξει, για να αφυπνιστεί η συνείδηση ενός καταπτοημένου ανθρώπου.. 


Πρότεινα το βιβλίο κατ΄ αρχήν γιατί έζησα κάποια γεγονότα. 
Η δικτατορία στην Πορτογαλία κράτησε από το 1926 έως το 1974, οπότε και ανατράπηκε από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, που εκδηλώθηκε στις 25 Απριλίου του ΄74 από το Movimento de Forcas Armadas, ένα κίνημα δημοκρατικών στρατιωτικών, που είχε την πλήρη συμπαράσταση του πορτογαλικού λαού.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1994 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, που ιδρύθηκε από τον Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι. Ο Φελτρινέλλι καταγόμενος από μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της Ιταλίας, αντάρτης  στα χρόνια του Μουσολίνι, υπήρξε εκδότης και επιχειρηματίας, ο οποίος το 1970 περνά στην παρανομία, δημιουργώντας τους GAP (Gruppi Arnmati Partigiani), μία ένοπλη ομάδα της αριστεράς. Ο ίδιος ο Φελτρινέλλι σκοτώθηκε δύο χρόνια αργότερα, άλλοι λένε στην προσπάθειά του να βάλει μία βόμβα σε πυλώνα ηλεκτρικής ενέργειας, άλλοι ότι δολοφονήθηκε από την CIA.
Ο δεύτερος λόγος που πρότεινα τον εν λόγω τίτλο έχει σχέση με ό,τι ζούμε σήμερα. Το 1997 στην Ελλάδα οι μνήμες από τη δικτατορία είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, ζώντας στον αστερισμό της ευδαιμονίας και του καταναλωτισμού. Είχαμε μία σοσιαλιστική κυβέρνηση, ενώ λόγω της έλευσης μεταναστών κυρίως από την Αλβανία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 εμφανίζονταν έντονα στοιχεία ξενοφοβίας και ρατσισμού σε βάρος αλλοδαπών και ομογενών. Κανείς, ωστόσο, δεν φανταζόταν ότι στον τόπος μας, στην Ευρώπη θα επέστρεφε το φάντασμα του ναζισμού, είτε λέγεται Χρυσή Αυγή, είτε Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία,  είτε NSU στη Γερμανία και Svoboda στην Ουκρανία.
Το μήνυμα του Ταμπούκι απευθύνεται στη σύγχρονη Ευρώπη. Μιλά για τον κίνδυνο από τη μη ανεκτικότητα και τη φασίζουσα ορισμένες φορές συμπεριφορά του ανώνυμου πλήθους, το ρόλο των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων - διανοουμένων.
Ίσως  γι΄ αυτό το λόγο το κοινό αγκάλιασε το βιβλίο (στην Ιταλία έχει επανεκτυπωθεί πάνω από 14 φορές, 300000 αντίτυπα).
Ο τρίτος λόγος που επέλεξα αυτό το βιβλίο είναι υποκειμενικός. Τον Αντόνιο Ταμπούκι που κατάγεται από τη δεύτερη πατρίδα μου,  τον γνώρισα από κοντά το 1997 και είχα μία συζήτηση μαζί του «στο πόδι» στη διάρκεια της βράβευσής του για το «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα». Ο τίτλος μου είχε φανεί κάπως περίεργος. Τον ρώτησα, λοιπόν, για αυτόν.
"Ο τίτλος είναι πράγματι περίεργος, όπως και ο χώρος όπου κινείται ο Περέιρα. Η Πορτογαλία την εποχή του Σαλαζάρ, μας φαίνεται μακρινός. Όμως κατασκεύασα έναν αντι-ήρωα, ένα συνηθισμένο άνθρωπο που ζει όπως οι περισσότεροι σήμερα.
Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1994, λίγους μήνες πριν την εκλογή του Μπερλουσκόνι. ΄Ηταν κατά κάποιο τρόπο ένα σύμβολο εσωτερικής αντίστασης σε όσους στην Ιταλία εναντιώνονται στα διαπλεκόμενα συμφέροντα".
- Σας ενοχλεί δηλαδή η ανάμειξη επιχειρηματιών στην πολιτική και στα ΜΜΕ;
- "Στο βαθμό που η τηλεόραση χειραγωγείται, μπορεί να χειραγωγήσει".
- Και γιατί δεν γράφετε ένα μυθιστόρημα για τα διαπλεκόμενα, για την κατάσταση στην Ιταλία;
- "Χρειάζεται να έχει κανείς μία απόσταση από τα γεγονότα. Η λογοτεχνία είναι μία καταγραφή της ανθρώπινης μνήμης. Για τις σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας έχουν γράψει, άλλωστε, γνωστοί δημοσιογράφοι. Η διαφθορά στην Ιταλία δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Μη ξεχνάτε την περίοδο που κυβερνούσε ο Κράξι. Σήμερα το πρόβλημα δεν εστιάζεται τόσο στο Φίνι, που σε τελική ανάλυση επιδιώκει την ανανέωση της δεξιάς, όσο στον Μπερλουσκόνι, που υπόσχεται τα πάντα, αλλά είναι ασαφής. Κι εγώ προτιμώ την καθαρότητα".
- Λόγου χάρη του Πρόντι;
- "Στη Σιένα, όπου διδάσκω, συμμετείχα στην επιτροπή υποστήριξης του Πρόντι. Είναι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, που διαβάζει κλασική λογοτεχνία και όχι που λέει ότι διαβάζει, όπως κάνουν άλλοι πολιτικοί. Και θέλω να πω με την ευκαιρία ότι καλό θα ήταν η εξουσία ν΄ "ακούει" περισσότερο τους διανοούμενους και τους συγγραφείς. Ένας από τους λόγους που η Ιταλία βρίσκεται σε μία παρατεινόμενη κρίση είναι γιατί οι άνθρωποι της εξουσίας δεν ακούν τα μηνύματα που εκπέμπουν οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι διανοούμενοι".
- Δημοσιογράφοι, όπως ο Περέιρα, ο ήρωας του μυθιστορήματός σας, που αίφνης συνειδητοποιεί τη λογοκρισία ενός φασιστικού καθεστώτος, του Σαλαζάρ, σε μία μακρινή εποχή. Γιατί αυτή η επιλογή;
- " Γιατί διαπιστώνω μία επιστροφή στην πολιτική. Γιατί σ΄ όλη την Ευρώπη καταγράφεται μία άνοδος της δεξιάς, όπως φαίνεται από την αύξηση της ξενοφοβίας και της μη ανεκτικότητας στο διαφορετικό. ΄Εχει δημιουργηθεί ένα κλίμα που επηρεάζει και την κουλτούρα, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης.
Στις μέρες μας ο Περέιρα θα ήταν ένας δημοσιογράφος της επαρχίας, στον οποίο ασκούνται πιέσεις και που βρίσκεται σε κρίση, καθώς συνειδητοποιεί ότι το σύστημα αξιών του δεν έχει τίποτε το κοινό με αυτό της εξουσίας. Ο Περέιρα έχει αρχές, αλλά φοβάται να γίνει αιρετικός. Τελικά τάσσεται με τους προοδευτικούς όχι αποκλειστικά γιατί κάνει μία πολιτική επιλογή, αλλά διότι αναζητά, επιθυμεί ένα καλύτερο μέλλον".
- Ο Περέιρα στο πρόσωπο του Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι. Πώς είδατε την ταινία;
- "Όταν συζητούσαμε με τον Ρομπέρτο Φαέντσα, τον σκηνοθέτη της ταινίας, για το πρόσωπο που θα επιλέγαμε, αποφασίσαμε να γράψουμε σ΄ ένα χαρτί ποιόν θεωρούμε ως τον πλέον κατάλληλο. Όταν ανταλλάξαμε τα χαρτιά είχαμε γράψει το ίδιο όνομα: Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι".


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ένα βιβλίο γεμάτο φως, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που μυρίζει θαλασσινό αέρα και φέρνει θαρρείς, μιαν αύρα Μεσογείου. Γραμμένο όλο σε τρίτο πρόσωπο, σαν αφήγηση ή καταγραφή κάποιου που ποτέ δεν φανερώνεται (πιθανόν φίλου του Περέιρα ή ακόμη και ανακριτής του, μετά από ενδεχόμενη σύλληψή του), αρχίζει πολλές από τις αφηγήσεις του με τη φράση: <<Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα>>. Ενός Περέιρα, που ζει στη Λισαβόνα του 1938, στα χρόνια της δικτατορίας του Σαλαζάρ (1926-1974), φιλήσυχου πολίτη, ενός υπέρβαρου μεσήλικα, που εργάζεται σε μια φιλο-καθεστωτική εφημερίδα και γράφει ανώδυνες για το καθεστώς νεκρολογίες συγγραφέων. Ζει μόνος, με μόνη συντροφιά του τις συνομιλίες του με την φωτογραφία της πεθαμένης συζύγου του (που, όταν ταξιδεύει την βάζει επάνω-επάνω στη βαλίτσα του, για να μπορεί να αναπνέει), μια ζωή απελπιστικά μονότονη και άδεια από χαρά, ώσπου εμφανίζεται ένας νεαρός επαναστάτης, ο Μοντέιρο Ρόσσι, που, μαζί με τη φίλη του Μάρτα, παρασύρουν και αφυπνίζουν σιγά-σιγά, αλλά σταθερά, τη συνείδηση του ήρωα.
Ο Περέιρα, παρακινούμενος από συμπάθεια και πιθανόν πατρικά αισθήματα προς τον Ρόσσι, αλλά  και από υπόγειες τύψεις για την απάθεια των γύρω του σχετικά με το θέμα της δικατορίας, εμπλέκεται όλο και πιο πολύ στην παροχή βοήθειας και κάλυψης στους δύο νέους και στην ιδέα της επανάστασης.
Μέχρι που στο τέλος, κάνει το υπέρτατο άλμα για την ελευθερία του, καταγγέλλοντας τα πάντα και φεύγοντας προς το όνειρό του.
Μου άρεσε πολύ η τρυφερότητά του, η αφήγηση του τρόπου που αφυπνίστηκε βαθμιαία η συνείδηση του Περέιρα, τα συναισθήματά του, η αναφορά στον ηγεμονικό νου που έχουμε και οι πολλές ψυχές μας και τελικά η ομοιότητα που έχουν πάντα τα μεγάλα βιβλία με τις σημερινές καταστάσεις.

Χριστίνα Βουμβουράκη
O Περέιρα ισχυρίζεται. Δεν ξέρουμε αν λέει αλήθεια ή όχι, δεν ξέρουμε καν αν κάποιος του ζήτησε να μιλήσει για όσα μας εξιστορεί, αλλά φαίνεται πραγματικά ότι πασχίζει να μας μεταφέρει ένα μήνυμα. Κι όπως συμβαίνει με όλα τα μηνύματα, ο κάθε αποδέκτης του λίγο ή πολύ θα καταλάβει αυτό που είναι έτοιμος να καταλάβει. Αν συνυπολογίσω, λοιπόν, o,τι συμβαίνει γύρω μου και όσα μας συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, μπορεί να μη ζούμε τη φασιστική δικτατορία Σαλαζάρ αλλά ζούμε την αγοραία δημοκρατία του κέρδους, μια οικονομική δικτατορία, που πρέπει πρώτα να την αναγνωρίσουμε για να μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε με γαρύφαλλα στα όπλα μας. Πολλοί είμαστε εμείς οι ασήμαντοι, με τις καλές προθέσεις, που πιστεύουμε στη δικαιοσύνη και την ανθρωπιά, ναι, αλλά χανόμαστε μέσα στα καθημερινά πράγματα, στις δυνατές αγάπες ή στους φόβους τους μεγάλους μας. Κι αναρωτιέμαι τι μπορεί επιτέλους να είναι αυτό που θα μας κάνει σήμερα να κερδίσουμε τις ζωές μας; Ποιός θα μας δολοφονήσει τον Ρόσσι μας; Κλείνω,προτείνοντας σας να δείτε το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου «Agora», που καταγράφει την εξέλιξη της κρίσης στην Ελλάδα, ανακεφαλαιώνοντας λίγο πολύ τις ζωές μας από το 2010 έως το 2014, όχι γιατί θα σας συγκλονίσει η ανακάλυψη μιας καινούριας αλήθειας, αλλά γιατί θα σας θυμίσει όσα δεν πρέπει να ξεχνάμε. Κι όποιος τολμά, ας φανταστεί τον εαυτό του μικροσκοπικό και απρόσωπο κάπου μέσα στα πλήθη των κάδρων και ας θέσει στο εαυτό του το ερώτημα: εγώ, τι μπορώ να ισχυριστώ;

Κλεοπάτρα Τσάκουρη
Ο Ταμπούκι μας δείχνει στο βιβλίο του πως αργά, σταθερά, με αβίαστο τρόπο γίνονται οι αλλαγές στο μυαλό, στις σκέψεις και τέλος στη συμπεριφορά του Πορτογάλου δημοσιογράφου Περέιρα, ενός ήσυχου, νομιμόφρονα πολίτη, κάτω από την δικτατορία του Σαλαζάρ.
Μια τυχαία γνωριμία με έναν νεαρό φοιτητή αντιφρονούντα, που τον κυνηγά το σύστημα σαν ταραξία, αναρχικό, του αλλάζει κυριολεκτικά τη ζωή. Βλέπει πια τα πάντα με μια άλλη οπτική, που μεταμορφώνει σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλαβαίνει και ο ίδιος, τη ζωή του.
Η ρήξη του με το σύστημα γίνεται μετά το βίαιο θάνατο του φοιτητή από φιλοκαθεστωτικούς, που ισχυρίζονται ότι είναι αστυνομικοί, μέσα στο ίδιο το σπίτι του Περεϊρα. Ο ίδιος, λοιπόν, μην αντέχοντας άλλο την αδικία, καταγγέλλει το γεγονός στην επίσημη αστυνομία και φεύγει για μια νέα ζωή, για μια καινούρια αρχή στη Γαλλία.

Το μυθιστόρημα αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό όχι τυχαία, αλλά γιατί δίνει το αισιόδοξο μήνυμα ότι ποτέ δεν είναι αργά. Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει την ανατροπή, να παλέψει για τα δικαιώματα του, για τη ζωή του, ώστε να την κάνει καλύτερη.