20 Νοεμβρίου 2016

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, "Η λάσπη"



97ο βιβλίο
 2-11-2016 
  πρόταση Στεφανίας Βελδεμίρη






 

Κατερίνα Τσίχλα
Ρους ακατάπαυστος. Χύδην και αδιανόητα οργανωμένος. Ακριβής σε κάθε νόημα που ορίζεται με σαφήνεια χιλιοστού. Μικροχειρουργική λέξεων αποδίδει το κάθε δευτερόλεπτο των τελευταίων, ορισμένων από τον ίδιο, εικοσιτετραώρων ζωής. Τιμωρός του εαυτού του για μια δολοφονία φάντασμα. Σκηνοθέτης ενός ναρκισσιστικού τέλους ζωής που ακολουθεί μια πολύμηνη εκκωφαντική στη σιωπή της, φυγή. Φαινομενικά αποφάσεις και δράσεις στα όρια της ύβρεως. Αγαπημένος έως λατρεμένος από τη γυναίκα σύντροφο. Παιδί γονιών που δεν επαναπαύτηκαν στο πεπρωμένο τους, αλλά κυνήγησαν να διαμορφώσουν το δικό του σε συνθήκες μετρήσιμα βελτιωμένες. Τελευταίος και συγκριτικά διευκολυμένος από πέντε αδέλφια που βίωσαν τη δυσκολία με καλύτερη προσαρμοστικότητα. Και κάπου εκεί μοιάζει να κρύβεται το λάθος. Κάπου εκεί στον καταφανώς ευνοημένο, μοιάζει να κρύβονται οι λόγοι της υπεραντίδρασης. Σχεδόν δεδομένο, με εξαιρέσεις κοντά στα όρια του στατιστικού λάθους, αν σου επιτραπεί το δικαίωμα και η δυνατότητα να αγαπηθείς ως σημαντικός, ενώ η ζωή σου προγονικά και στα πρώτα της βήματα δεν το αιτιολογεί, τότε δεν συγχωρείς το ασυνεπές και γίνεσαι εσύ ο ίδιος πολέμιος του εαυτού σου. Η ζωή καταλήγει να ειρωνεύεται την προσπάθεια διαφυγής της μοίρας. Καταλήγεις ανέστιος ίσως και ψευδώς, επειδή δεν αντέχεις την ευκαιρία να μην είσαι. Ερωτεύεσαι αλλά πάντα λιγότερο από τον έρωτα για τη δυστυχία. Την απορρίπτεις έως και με όρους σωματικής απέκκρισης. Ο συγγραφέας μετέφερε την ουσία της άβολης αλήθειας, ενώνοντας σ ένα χειμαρρώδη λόγο τα κομμάτια ενός ψυχολογικού πάζλ. Οι λέξεις εικόνες, κινηματογραφούν, αντί για το στατικό φωτογραφίζουν, την εγγενή έκλειψη της ευτυχίας. Εντυπωσιασμένη από την ιδέα και την έκφραση της.
 
Χριστιάνα Βέλλου
Πρώτη φορά μου πήρε τόσο πολύ χρόνο να διαβάσω ένα βιβλίο σχετικά μικρό. Ο Αλέξανδρος ή Σάντο μια περσόνα διαταραγμένη, σκοτεινή, ακραίος, εγωιστής αλλά και βαθιά πληγωμένος, ένα παλικαράκι 28 χρόνων που έχει όλη την ζωή και την ελπίδα μπροστά του, γυρνά στους δρόμους της Αθήνας κουβαλώντας στην τσέπη του ένα πιστόλι και σχεδιάζει την αυτοκτονία του μπροστά στα μάτια της μητέρας και της αδελφής του την ημέρα των γενεθλίων του.
Συγχρόνως σε αυτές τις μοναχικές του διαδρομές μέσα από έναν ακατάσχετο μονόλογο σκέψεων και συγκρούσεων πυροβολεί τους πάντες και τα πάντα, τις δυο πατρίδες του, τον πατέρα του, την αγαπημένη του, το σύστημα.
Ο συγγραφέας, νέος κι αυτός, δίνει μια ωμή και πολύ ρεαλιστική εικόνα της νεολαίας σήμερα, αναρωτιέμαι όμως είναι έτσι τα πράγματα; Τόσο χαοτικά, τόσο σκοτεινά και μαύρα, τόση απελπισία και πόνος; Δεν έχω απαντήσεις.
Βρήκα ιδιαίτερη την γραφή, παραληρηματική μεν γεμάτη οργή και "καλοπηγμένο μίσος" όπως λέει ο ίδιος, αλλά πυκνή, τολμηρή και "φρέσκια". Μου άρεσε επίσης η χρήση της ιδιωματικής γλώσσας που χρησιμοποιεί η οικογένειά του και κυρίως οι γονείς του, ίσως οι πιο τρυφερές στιγμές του βιβλίου. Με κούρασε κάπως το κείμενο χωρίς στίξη.
Θα το χαρακτήριζα βιβλίο για γερό στομάχι. Δεν μπορώ ακόμη να πω αν μου άρεσε η όχι, μένω στον προβληματισμό και στο σοκ που μου άφησε. Θα το πρότεινα σε νέους ανθρώπους και θα ήθελα να το συζητήσω μαζί τους.

 Κλεοπάτρα Τσάκουρη
Ο ήρωας του νεαρού συγγραφέα από τη Χιμάρα, του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου, είναι ένα τραγικό πρόσωπο, που αμφιταλαντεύεται για τις αρχές του, τις σχέσεις του με τους ανθρώπους, την ίδια του την ύπαρξη.
Είναι οργισμένος, θυμωμένος με το σκληρό επώδυνο παρελθόν του, που δεν του αφήνει καμιά γλυκιά ανάμνηση, παρά μόνο απογοήτευση, αλλά μέσα σ’ αυτό αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητά του. Το παρόν και το μέλλον φαίνονται αβέβαια, δίχως ελπίδα, χωρίς φώς, πίστη και πατρίδα. Αλβανός στην Αθήνα, ξένος στην Αλβανία. Μόνος, απελπιστικά μόνος παλεύει με τις ενοχές του, με τις σκέψεις του συγκεχυμένες, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, απόγνωσης, ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, με κλονισμένη υγεία ψάχνει την αλήθεια του, προσπαθώντας να ισορροπήσει σε μια κοινωνία που δεν τον δέχεται, κρατώντας ένα όπλο στο χέρι, με ένα βασανιστικό δίλημμα: να σκοτώσει κραυγάζοντας τη διαμαρτυρία του ή να σκοτωθεί, βρίσκοντας τη μοναδική ελευθερία του; Η συνέχεια επί της οθόνης του κόσμου, για τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστή, για τον κάθε άνθρωπο διαφορετική. 

Αρχοντούλα Διαβάτη
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ- Μια ανάγνωση του μυθιστορήματος του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Πού να εντάξει κανείς αυτό το μυθιστόρημα, αυτό το είδος της γραφής; Να το συσχετίσει με τα κείμενα των άλλων γνωστών Ηπειρωτών συγγραφέων, του Σωτήρη Δημητρίου, του Μιχάλη Γκανά, της Τασίας Βενέτη, ή με βάση τις γενιές, να το συσχετίσει με τα κείμενα των άλλων πετυχημένων νέων λογοτεχνών, του Παπαντώνη ή του Παπαμάρκου; 
Θεωρώ ότι το μυθιστόρημα είναι γλώσσα και ύφος, κι όχι μόνο θεματική. Αυτή η πυρετική γλώσσα του ήρωα, μετανάστη δεύτερης γενιάς, του Σάντο, που πετάει στο πρόσωπό μας αυτή τη λάσπη του παραληρήματός του, ένα μονόλογο καταγγελτικό προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι συναρπαστική, μπολιασμένη καθώς είναι με κείμενα που μελέτησε και αγάπησε ο συγγραφέας και τα αναφέρει μάλιστα στο τέλους του τόμου: Φόκνερ και Κάφκα και Καρυωτάκη και Καμύ και Σαχτούρη .Βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα τον τρόπο που με πλαγιογράμματα αναφέρονται οι ενδόμυχες σκέψεις και οι συνειρμοί δίπλα στον κανονικό μονόλογο. Όσο για τις λέξεις τις συνώνυμες, με την κάθετο ανάμεσά τους, θεωρώ ότι είναι μάλλον κάτι αυθαίρετο, παρά καινοτόμο. Ο ήρωας σε σύγχυση μάλλον, θέλει να αποτινάξει από πάνω του την καταγωγή του και να αυτοπροσδιοριστεί. Να ορίσει την ταυτότητά του αυτοδύναμα. Πώς θα γίνει αυτό; Επιλέγει να αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια των οικείων του, αφού πρώτα συναντήσει την κοπέλα του και την αντιμετωπίσει με τον απίστευτο ναρκισσισμό ενός παλιόπαιδου. Όλες οι αναφορές στην Αλβανική επαρχία, την χαροκαμένη μάνα και την αδερφή, δίνουν ένα σπάνιο άρωμα στο κείμενο, με τη χρήση του ιδιόλεκτου και τις αναφορές στη σχέση του ήρωα με την οικογένεια, από τα παιδικά χρόνια ως το τώρα. Με ποιον τα 'χει; Mε την κοινωνία και τα κατεστημένα μοντέλα του μέσου όρου, με την Αθήνα ή με τις δυο πατρίδες; Είναι η αρρώστια της ύπαρξης, η ναυτία, η αηδία απέναντι στην κοινωνία και στην κρίση, στην πολλά υποσχόμενη Αθήνα και στα όνειρά του που διαψεύστηκαν όλα, χαρίζοντάς του τη ματαίωση μόνο, το πλαστικό φαγητό και το κενό. Ασφυξία, δυσανεξία, τα ξερνάει όλα για να ξαναφτιάξει κάτι άλλο απ’ την αρχή; Όχι, δεν φαίνεται πουθενά καμιά κάθαρση. Τότε τι;