2 Δεκεμβρίου 2014

Χρήστος Βακαλόπουλος, "Η Γραμμή του ορίζοντος" (2ος χρόνος)

Χρήστος Βακαλόπουλος, Η Γραμμή του ορίζοντος
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1991
10-4-2013
Βιβλίο 31ο
Πρόταση της Χριστίνας Βουμβουράκη




Χριστίνα Βουμβουράκη
Αφήγημα ρευστό. Παχύρευστο. Λέξεις και σκέψεις κινούμενες αναμιγνύονται με ο, τι τις περιβάλλει,  ολισθαίνουν αργά και λαμβάνουν κάθε φορά το σχήμα του χώρου που καταλαμβάνουν: του κουτιού της τηλεόρασης, του πλοίου-πόλη Κάμιρος, της βάρκας ή του καϊκιού, του λεωφορείου, του καφέ Αρίων και του καφενείου, της πλατείας, του μονοπατιού ή της προκυμαίας, της Σκάλας, της παραλίας Λάμπη, της Χώρας, του Διακόφτη.


Λέξεις, σιωπηλές λέξεις, που θα μείνουν μεταξύ μας, που δεν θα ειπωθούν, το πολύ πολύ να γίνουν εικόνες, κυματίζουν και επανέρχονται μελαγχολικά κάθε τόσο, άλλοτε βουβά κι άλλοτε ατίθασα. Επανέρχονται για να βυθίσουν τις αυταπάτες και ξεπλένουν ανελέητα την υποχρεωτική ευτυχία, τα διαφημιστικά της τηλεόρασης, τις εξηγήσεις των «ειδικών». Βγάζουν στον αφρό αναμνήσεις από ντροπαλούς έρωτες και χαμένους παραδείσους, παρασύροντας στο διάβα τους τα χρόνια που πέρασαν, που περνούν, που θα περάσουν.


Σκέψεις, διάφανες σκέψεις, που σταλάζουν στο μυαλό μου μέσα, αργοκυλάν στα μάγουλα μου, τρυπώνουνε στο στόμα μου κι άλλες τις φτύνω κι άλλες καταλήγουν στο στομάχι μου ή κάπου εκεί κάτω από το στέρνο. Με διαπερνούν όμως, δεν είναι φτιαγμένες μόνο για εμένα ή μόνο για την Ρέα, είναι για όλους, πρέπει να πάνε παρακάτω, για να εκβάλουν λυτρωτικά στην άχρονη και απέραντη θάλασσα, στοχεύοντας απευθείας στον ανοιχτό ορίζοντα, τον τόπο τον απάτητο, τον αγγιγμένο μόνο από το βλέμμα. Εκεί που δεν χωράνε εξηγήσεις.


Κάποτε, μου είπαν, υπήρξαμε. Αλλά δεν το ξέραμε όταν υπήρχαμε ότι πραγματικά υπήρχαμε. Κι όσο περιμέναμε εναγωνίως να υπάρξουμε όλο και λιγότερο υπήρχαμε. Αλλά εγώ λέω πως όσο υπήρξαμε θα υπάρχουμε και πως όταν σιγουρευτούμε ότι δεν υπάρχουμε πια και ελαφρά ντυμένοι θα ατενίζουμε τη θάλασσα μας ή θα βουτάμε να αγγίξουμε τον ορίζοντα της, τότε πιο αληθινά από ποτέ θα ξαναυπάρξουμε. 

πηγή: http://tvxs.gr


Ιφιγένεια Θεοδωρίδου
Αν δεν ξέρεις το σωστό, δεν μπορείς να πας πουθενά, το σωστό είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.» σελ 15
Το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, η Ρέα Φραντζή, σε μια προσπάθεια να βρει το σωστό, ξεκινάει ένα ταξίδι αυτογνωσίας από το νησί της Αποκάλυψης, την Πάτμο. Αποφασίζει να εγκαταλείψει τον σύζυγό της, και χωρίς να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν, ούτε καν στις φίλες της, αναχωρεί για την Πάτμο σε αναζήτηση του βαθύτερου εγώ της. Μέσα από το ταξίδι-φυγή, γίνεται ένας απολογισμός των τελευταίων είκοσι χρόνων της ζωής της, έτσι ώστε να δει όσο πιο καθαρά γίνεται, τι άλλαξε, τι έφταιξε. Ένα αδιάκοπο μπρος πίσω αναζητώντας την αρχή της αποξένωσης, και την απώλεια της συντροφικότητας, μια προσπάθεια  υπέρβασης του τρομερού υπαρξιακού αδιεξόδου που η απώλειά τους γέννησε.
Και φεύγει έτσι, χωρίς εξηγήσεις, γιατί ο άλλος, σχεδόν ποτέ δεν καταλαβαίνει αυτό που λέμε, αυτό που πραγματικά εννοούμε, είμαστε όλοι θύματα μιας πλάνης και απολεσθέντων νοημάτων.
Το αδιέξοδο της Ρέας είναι γεμάτο απόγνωση, ανεπαισθήτως την έκλεισαν από τον κόσμον έξω... Το αδιέξοδο της Ρέας ξεπερνάει την ατομικότητά του και συμπυκνώνει το αδιέξοδο μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής του συγγραφέα. Μιας γενιάς που ηττήθηκε.«Μια γενιά που συμμετείχε σε μια καταστροφή χωρίς να έχει πάρει την ευθύνη της. Η Ρέα είναι ένα πρόσωπο που πηγαίνει αντίθετα. Δέχεται ότι έχει συμμετάσχει σε μια καταστροφή, ότι είναι υπεύθυνη, θυμάται μια άλλη πραγματικότητα, από την οποία προσπάθησε να αποσχιστεί βίαια, και αυτή η πραγματικότητα παίρνει πια μέσα της έναν άλλο χαρακτήρα».*
Στο ερώτημα: γιατί γράφετε; ο συγγραφέας απαντάει: «φοβούνται ότι θα πεθάνουν και γράφουν ώστε να μην έρθει ποτέ αυτή η στιγμή.» σελ 21
Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, στην εξαιρετικά σύντομη ζωή του (1956-1993), υπήρξε συγγραφέας, σκηνοθέτης, ραδιοφωνικός παραγωγός. Ένας από τους πιο προικισμένος παρατηρητές τής γενιάς τής μεταπολίτευσης και ένας εξαιρετικός  δοκιμιογράφος.  Το ιδιαίτερο στυλ με το οποίο είναι γραμμένο το μυθιστόρημα δίνει στην αφήγηση ένα ξεχωριστό ρυθμό. Συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να μονολογεί επαναλαμβάνοντας, ξανά και ξανά, την ίδια σκέψη, αέναη επανάληψη μιας αγιάτρευτης εμμονής, σαν το σκυλί που γλείφει το τραύμα για να το γιάνει. Έτσι ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα οι απέραντα γοητευτικές επαναλήψεις, στο ύφος του Μπέρνχαρντ, σε όλο το κείμενο.
Αριστοτεχνικά γραμμένα τα τριανταένα κεφάλαια της γραμμής του Ορίζοντα. Ξεχώρισα πάρα πολλά αποσπάσματα, μα το κεφάλαιο ΧΧVIΙ, το φαληράκι, θεωρώ πως είναι κέντημα.



*από συνέντευξη του συγγραφέα στην «ονειρική υφή της πραγματικότητας», σελ 415



Παντελής Τρακίδης
Νομίζω πως πρέπει ν’ αρχίσω σχολιάζοντας το βιβλίο από το πανέμορφο εξώφυλλο, που μου θύμισε έντονα εξώφυλλο παλιού δίσκου του Σαββόπουλου. Σ’ ένα λογοτεχνικό βιβλίο υπάρχουν δυο βασικοί πυλώνες. Ο ένας είναι η ιστορία, η υπόθεση. Ο άλλος είναι το λογοτεχνικό κομμάτι, δηλαδή η γραφή. Στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι πασιφανές πως υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο, το διαφορετικό.
Το βιβλίο στέκεται στην ουσία σ’ ένα πόδι. Σ’ ένα πυλώνα, αυτόν της γραφής, γιατί στην πράξη ο άλλος τής υπόθεσης πρακτικά δεν υπάρχει, μια που θα μπορούσες να την συνοψίσεις σε μια μόνο πρόταση:
«Ρέα Φραντζή, τριάντα δύο χρονών παντρεμένη και αποφασισμένη να χωρίσει. Φεύγει από την Αθήνα, από την κυψέλη, από το σπίτι της, από τον άντρα της, από το κέντρο του κόσμου της, για κάποιο νησί.» Βλέπουμε καθαρά πως σε ολόκληρο το βιβλίο κάνει ένα “ταμείο” ζωής. Ανακυκλώνει σπειροειδώς τη σκέψη της από το παρελθόν των παιδικών χρόνων και τις φίλες της, μέχρι το παρόν και στους διάφορους άγνωστους που την περιτριγυρίζουν.Τελικά σ’ εκείνο που μπορούμε να σταθούμε και να σχολιάσουμε  ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο βιβλίο νομίζω, είναι η γραφή.
Μια γραφή παράξενη, εμμονική, αυτιστική θα έλεγα, αφού επαναλαμβάνονται συνεχώς, ξανά και ξάνα και ξανά, οι ίδιες λέξεις, οι ίδιες φράσεις, οι ίδιες προτάσεις. ( έχει γράψει π.χ. δεκαοχτώ φορές μέσα σε δεκαέξι σειρές, τη λέξη μουσική. Σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο υπάρχει η φράση «Ρέα Φραντζή, τριάντα δύο χρονών παντρεμένη» κλπ κλπ)Εδώ ο συγγραφέας καταφέρνει να “χωρέσει“ πολλές φορές στην ίδια πρόταση παρελθόν και παρόν. Ιστορίες του τότε, με το τώρα. Καταφέρνει να συγχωνέψει στην ίδια πρόταση δυο ιστορίες χωρίς να χάνεις τη σειρά, χωρίς να μπερδεύεσαι, κι αυτό είναι σίγουρα σπουδαίο.
Έχοντας διαβάσει περίπου το ένα τρίτο του βιβλίου και καταλαβαίνοντας το στυλ και τον τρόπο γραφής, έκανα το εξής πείραμα. Από το κεφάλαιο που βρισκόμουν πήγα σχεδόν στο τέλος, μετά γύρισα αρκετά κεφάλαια πίσω και ξαναπήγα δυο τρία μπροστά. Παρατήρησα πως είτε διαβάσεις το βιβλίο με την σειρά από την αρχή μέχρι το τέλος, είτε κρατήσεις το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο και τα υπόλοιπα τα διαβάσεις με οποιαδήποτε σειρά θα έχεις το ίδιο αποτέλεσμα γιατί το μυθιστόρημα είναι ασπόνδυλο, που όμως μέσα του κρύβει πολλά διαμάντια. Τέχνη; Μάλλον.
Σίγουρα είναι ένα είδος γραφής που δεν μπορεί να γίνει μεγάλο βιβλίο, γιατί θα κουράσει. Μου άρεσε η πρωτοτυπία του, αν και θα μου αρκούσε να καταλάβω αυτού του είδους την τεχνοτροπία και σε εβδομήντα σελίδες. Νομίζω πως δεν θα το επέλεγα να το διαβάσω αν δεν είχε προταθεί εδώ. ( κι εδώ είναι νομίζω το ωραίο της λέσχης γιατί σε σπρώχνει πέρα από τα δικά σου εσκαμμένα, πέρα από τη γραμμή του δικού σου ορίζοντος). 

Στεφανία Βελδεμίρη