26 Δεκεμβρίου 2015

Τέτα Μακρή, "Το απολεσθέν διαβατήριο του Ζέμπαλντ" (5ος χρόνος)

Τέτα Μακρή, Το απολεσθέν διαβατήριο του Ζέμπλαντ

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2014
Βιβλίο 78ο
21-10-2015

Πρόταση της Ντίνας Παπαδοπούλου


Κλεοπάτρα Τσάκουρη


Αυτό που μου έμεινε διαβάζοντας το βιβλίο της Τέτας Μακρή, Το απολεσθέν διαβατήριο του Ζέμπαλντ, είναι μια γυναικεία μελαγχολία μαζί με μια αισιόδοξη νότα. Μια γαλαζοπράσινη πινελιά ενός πίνακα μισοφτιαγμένου, ενός έργου μισοτελειωμένου ν’ ακουμπά την ψυχή σου, ν’ αγγίζει το μυαλό σου. Μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ιδέες, συναισθήματα, φιλίες, γεμίζουν το κείμενο, όμοια με καθρέφτη, βλέπεις μέσα τους τον εαυτό σου, τις μύχιες σκέψεις σου, τις αμφιβολίες, τα ερωτηματικά. 
Οι άνθρωποι είναι τόσο διαφορετικοί και συνάμα τόσο όμοιοι, που παραξενευόμαστε όταν το παρατηρούν αυτό. Είναι μια διαπίστωση πικρή, πραγματική, γλυκιά, ευαίσθητη. Η ζωή , η αγάπη , ο έρωτας , η δημιουργία -είναι πάνω απ’ όλα αυτά-, μας οδηγούν σε κάθε πράξη μας, σε κάθε λόγο μας. «Η ζωή περνάει στην αφήγηση από την μία στιγμή στην άλλη. Δεν συμβαίνει πλέον, απλώς , μπορείς να μιλάς γι’ αυτή» γράφει η Τέτα Μακρή.

Παύλος Νεράντζης
Η αφήγηση της Τέτας Μακρή κινείται παράλληλα σε δύο επίπεδα: την αυτοβιογραφική πορεία μέσα στον χρόνο που δίνεται με στιγμιότυπα της καθημερινότητας από τότε που ήταν μικρό κορίτσι μέχρι τις μέρες μας και από την άλλη, περπατώντας στα χνάρια του Ζέμπαλντ σε μια προσπάθεια να βρει και να καταγράψει κοινά σημεία, αυτά που η ίδια η συγγραφέας, ο Ζέμπαλντ, ο Τζόϋς, ο Πεσσόα, όπως αναφέρει στην αρχή του βιβλίου της (σελ. 11), χαρακτηρίζουν ως καθημερινά και ασήμαντα. Τα οποία, όμως, δεν είναι καθόλου ασήμαντα, όπως για παράδειγμα, όπως γράφει λίγες αράδες μετά η Μακρή «πώς ξεπερνάς τη μοναξιά, πώς την έγνοια που σε τρώει για αυτούς που αγαπάς, πώς την απορία για αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, πώς καταφέρνεις να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι… πώς βρίσκεις που να κρατηθείς για να χαμογελάσεις…».
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο που εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε δύο τόπους, τη Θεσσαλονίκη και το Λιμόνε, στη Λάγκο της Κάρτα της Ιταλίας. Η αναζήτηση του Ζέμπαλντ είναι ουσιαστικά η αφορμή, το άλλοθι της συγγραφέως για να ξεδιπλώσει τη δική της ιστορία. Ο βιωματικός λόγος στην υποκειμενικότητά του μετουσιώνεται σε αντικειμενική αλήθεια, αποκτά μια καθολικότητα.
Η Μακρή κάνει ουσιαστικά ένα εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό της, ένα φιλοσοφικό διάλογο με το alter ego της και δευτερευόντως επιχειρεί να εκτεθεί στο κοινό για να μοιραστεί μαζί του κοινούς προβληματισμούς, κοινές αγωνίες, κοινά όνειρα. Το πρώτιστο είναι ο εσωτερικός διάλογος, η ανάγκη να αποτυπώσει στο χαρτί κάτι για να το επεξεργαστεί καλύτερα, για να νιώσει καλύτερα. Πρόκειται, όμως, ουσιαστικά για ένα διάλογο οικουμενικό, πανανθρώπινο, έστω κι αν κρύβεται πίσω από «ανούσια» πράγματα, συζητήσεις και εικόνες πάλι μέσα στην καθημερινότητα.
Γιατί ο διάλογος δεν είναι μόνον της Μακρή, αλλά οικουμενικός; Διότι απλά η συγγραφέας θίγει, περιγράφει, αναπτύσσει με ένα απλό τρόπο αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς, στάσεις ζωής και ψυχικές καταστάσεις που συναντάς παντού, σε κάθε σημείο του πλανήτη, σε ανεπτυγμένες και υποανάπτυκτες χώρες. Κυρίαρχα συναισθήματα, αυτά που καθορίζουν εν πολλοίς και όλους τους ανθρώπους, η αγάπη (σελ. 134), ο έρωτας (σελ. 58), η περίοδος της ενηλικίωσης (σελ.52), η τρέλα (σελ.59), η μοναξιά, η συντροφικότητα, ο αλτρουϊσμός, η ζωή (σελ.99, 134), ο θάνατος (σελ.92), η μνήμη (σελ.73). Και πάνω απ΄ όλα αυτά ο χρόνος, ο παντοκράτορας χρόνος (σελ. 149).
Συχνά λέω ότι ο άνθρωπος εφόσον δεν μπορεί να επιμηκύνει τον χρόνο, -ο χρόνος είναι τετελεσμένος-, επιχειρεί να επιμηκύνει τον τόπο, τον χώρο. Για αυτό ταξιδεύει. Ίσως για αυτό να ένιωσε την ανάγκη η συγγραφέας να κάνει ένα ταξίδι στη Lago di Garda και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στο παρελθόν. Ιδού τι γράφει για τον χρόνο, τη ζωή, το θάνατο: (σελ.134, 135, 149) «Χρειάζεται απόσταση από τα γεγονότα για να δούμε τη ζωή από κοντά. Το μίσος και η εκδίκηση δεν χορταίνονται. Όμως και η αγάπη το ίδιο… Την αγάπη δεν την πετάς όταν κι αν, τη συναντήσεις» (σελ. 134)
«Αυτό που τρομάζει τους ανθρώπους, είτε πιστεύουν σε μια συνέχεια, είτε όχι, είναι η ανησυχία για το τι θα γίνουν οι άλλοι χωρίς αυτούς. Είναι το πιο σκληρό απ΄ όσα πρέπει να δεχτούμε, ότι κανείς δεν θα μας αναζητήσει, ότι όλα, θα κυλήσουν και χωρίς εμάς και τα κενά θα αναπληρωθούν τις περισσότερες φορές… Οι άνθρωποι που μας γνώρισαν και μας αγάπησαν θα αφηγηθούν ίσως τη ζωή μας με έναν διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Καμία από τις αφηγήσεις δεν θα είναι όμοια με την άλλη. Στη συνέχεια το θέμα της ζωής των άλλων θα αποσπάσει το ενδιαφέρον τους, χαρίζοντάς μας τη γαλήνη της λήθης» (σελ.135).
«Ο χρόνος δεν φτάνει ποτέ για να πραγματοποιήσουμε τα σχέδια της ζωής μας, είναι ατέλειωτος όταν είμαστε σε αναμονή και σπάνια περισσεύει ανάμεσα σε δύο ασχολίες. Αυτός ο χρόνος λοιπόν μου αρέσει, ο πλεονάζων χρόνος που σταματάει για λίγο το αμετάκλητο πέρασμά του… Αυτές τις στιγμές σκεφτόμαστε την ως τότε ζωή μας κάνοντας διορθωτικές αλλαγές στο παρελθόν. Ο χρόνος που έχουμε μπροστά μας είναι παρηγορητικός, γιατί μπορούμε να τον γεμίσουμε με όνειρα και ελπίδες, όμως ακόμη δεν έχει γίνει η ζωή μας» (σελ. 149).
Εμπειρίες ανάλογες με εκείνες της Μακρή βίωσα σε δύο σχετικά πρόσφατα ταξίδιά μου στην Ιταλία. Στη Μπολόνια όπου σπούδασα, τριγυρνώντας πάλι στους δρόμους και στα σοκάκιά της γεμάτος αναμνήσεις και στη Lago di Garda όπου το 1972 από τη Μπολόνια είχα αποδράσει με το αυτοκίνητό μου, ένα παμπάλαιο VW που είχα αγοράσει την ίδια μέρα.
Το βιβλίο της Ζέτας Μακρή είναι εξαιρετικό, μια καλή πρόταση σε όποιον αρέσει ο στοχασμός, η δεύτερη ανάγνωση των πραγμάτων, να σταματά λίγο –όχι πολύ- και να παρατηρεί τα πράγματα γύρω του γιατί έτσι η ζωή είναι ωραιότερη, έχει άλλη γεύση.
Μία μόνον παρατήρηση προς τη συγγραφέα: καθότι έχει πολλές αναφορές στο παρελθόν της δεκαετίας του ΄40 και ΄50, γιατί δεν αναφέρεται καθόλου στη Δημοκρατία (τρόπος του λέγειν, αλλά έτσι αποκαλέστηκε) του Σαλό, που δημιούργησε ο Μουσολίνι στις 23 Απριλίου 1943 και κράτησε μέχρι τα μέσα του 1945, όταν οι Σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη βόρεια Ιταλία. Το Σαλό βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα από το Λιμόνε.