29 Σεπτεμβρίου 2016

Στο σπίτι του Γιώργου Σεφέρη και της Μαρώς Σεφέρη



Της Ντίνας Παπαδοπούλου

Μια αναπάντεχη επίσκεψη


Όταν μου είπαν πως θέλει να με γνωρίσει η κ. Άννα Λόντου, κόρη της Μαρώς Σεφέρη, δεν είχα ιδέα πως πηγαίναμε στο σπίτι που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γιώργος Σεφέρης -από το 1960 έως το θάνατό του, το 1971- μαζί με τη σύζυγό του Μαρώ Σεφέρη. Φανταστείτε την μεγάλη μου έκπληξη και συγκίνηση όταν βρεθήκαμε έξω από το σπίτι και είδα την μαρμάρινη πλάκα "εδώ έζησε κλπ.". Ένα απλό σπίτι εξωτερικά αλλά  που κρύβει μέσα του συγκινήσεις και ντοκουμέντα μιας ζωής σημαντικής για την ελληνική λογοτεχνία και ιστορία. Φωτογραφίες, πίνακες, αντικείμενα, το γραφείο του και ένας μικρός κήπος με ανθισμένους τούς αγάπανθους!!!


Τα βιβλία του χαρίστηκαν στην Βικελαία βιβλιοθήκη. 

Ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. Το 1963 βραβεύτηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. 

Η Μαρώ Σεφέρη (Μαρίκα Ζάννου) γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και πέθανε το 2000.

Ο πατέρα της Άννας Λόντου, ήταν απόγονος και συνονόματος του Ανδρέα Λόντου, οπλαρχηγού της Επανάστασης του '21.

Αισθάνθηκα πώς μου έκαναν ένα μεγάλο δώρο.

Ν.Π.

Υ.Γ. Η δημοσίευση των φωτογραφιών γίνεται με άδεια της κ. Άννας Λόντου, την οποία και ευχαριστώ. 





Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·γι’ αυτό σωπαίνουν5ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουνπαρὰ δῆμον ὀνείρων, παρὰ δῆμον ὀνείρων. *
Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξωκι α φωνάξω—Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή10σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίαςή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς15για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνοςοι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγγουςκαι το φλασκί των ανέμων αδειάζει.Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·20ξυπνώσαν το χρυσόψαρο κολυμπώνταςμέσα στα χάσματα της αστραπής,κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας25στην αξεδίψαστη γηςσυγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,θα ’λεγες είναι φορτωμένοι σ’ ένα παμπάλαιο κάροκατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,οι αγάπανθοι τ’ ασφοδίλια των νέγρων:30Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπηέπειτα έρχεται το αίμακι η δίψα για το αίμαπου την κεντρίζει
35το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·εκείνο το σπίτι περιμένειμ’ ένα γαλάζιο καπνόμ’ ένα σκυλί γερασμένο40περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.Μα πρέπει να μ’ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·45ακριβέ μου Ελπήνωρ!* Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!Ή, δεν τους βλέπεις;—«Βοηθήστε μας!»—Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ14 Γενάρη 1942