4 Ιουλίου 2015

Μπέρτολτ Μπρεχτ, "Ο κύκλος με την κιμωλία"

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο
Μετάφραση Οδυσσέας Ελύτης
Εκδόσεις Ύψιλον2010
Βιβλίο: 72ο
13-5-2015
Πρόταση της Χριστίνας Κελεσίδου



 
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956)


 Πηγή φωτο: https://el.wikipedia.org



Χριστίνα Κελεσίδου
Ο Μπρεχτ έγραψε το 1940 το πεζογράφημα ''Ο Αουγκσμπουργκιανός κύκλος με την κιμωλία''. Το θεατρικό του έργο ''ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία'' γράφτηκε το 1944-45.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ - Σκηνή πρώτη

Μετά την λήξη του μεγάλου πατριωτικού πολέμου κάπου στην Γεωργία, δυο κολχόζ διαφωνούν για το ποιος θα πρέπει να κατέχει και να διαχειρίζεται μια κοιλάδα. Οι Γκαλίνσκ εργάζονταν εκεί και αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν όταν εισέβαλε ο γερμανικός στρατός. Τα μέλη του άλλου κολχόζ  Ρ. Λούξενμπουργκ είχαν έρθει στην κοιλάδα σαν παρτιζάνοι και πολέμησαν τους Γερμανούς. Μετά από αντιπαράθεση επιχειρημάτων τα μέλη της Ρ. Λουξενμουργκ πείθουν να παράγουν φρούτα αντί γαλακτοκομικά. Προς τιμήν του απεσταλμένου, παίζουν ένα θέατρο βασισμένο σε ένα παλιό κινέζικο μύθο.

Ο Μπρέχτ, ένας ιδιοφυής συγγραφέας, μας δείχνει σε αυτήν τη σκηνή ότι δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις μπορούν να συνεννοηθούν και με σωστή συνεργασία να φτάσουν σε ένα λογικό αποτέλεσμα.

Θέατρο μέσα στο Θέατρο.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ -Σκηνή δεύτερη έως έκτη

ΣΚΗΝΕΣ 2-4  ΙΣΤΟΡΊΑ ΓΚΡΟΥΣΕ
Η Δούκισσα Αμπασβίλι κατά την διαφυγή της από τους πραξικοπηματίες, ξεχνάει πίσω στο παλάτι το μωρό της. Το διασώζει η υπηρέτρια Γκρούσε η οποία λίγο πριν αρραβωνιάστηκε έναν στρατιώτη, τον Σίμον. Καταζητούμενη και κυνηγημένη αναζητεί καταφύγιο στον αδελφό ης. Για να δικαιολογήσει το μωρό σαν δικό της την παντρεύουν με έναν ετοιμοθάνατο (ο οποίος είναι υγιέστατος). Περνούν τα χρόνια και όταν τελειώνει ο πόλεμος επιστρέφει ο Σίμον αλλά η Γκρούσε τον αρνείται, χωρίς να μπορεί να του εξηγήσει τους λόγους της κατάστασή της, έγγαμη με ένα παιδί. Μετά οι στρατιώτες εντοπίζουν το παιδί και της το παίρνουν.

Σε αυτήν τη σκηνή ο Μπρέχτ μας δείχνει την πράξη της αλληλεγγύης. Η Γκρούσε έχει την ανάγκη να περιθάλψει ένα μωρό παρ' όλες τις αντιξοότητες, γιατί η βιολογική μάνα έχει χάσει τον στόχο της και έχει ξεχάσει το ρόλο της.

ΣΚΗΝΗ 5 - ΙΣΤΟΡΙΑ  ΑΖΤΑΚ
Μετά το πραξικόπημα, ο Μ. Δούκας μεταμφιεσμένος βρίσκει καταφύγιο στον γραφιά και κλεφτοκοτά Αζντάκ, ο οποίος συλλαμβάνεται και μέσα σε ένα τραγελαφικό επεισόδιο διορίζεται δικαστής. Τα χρόνια περνούν και ο Αζντάκ δικάζει υπέρ των φτωχών, ώσπου φτάνει η στιγμή να δικάσει τις δυο γυναίκες για το μωρό. 
Σε αυτή την σκηνή ο Μπρεχτ ξετυλίγει όλο το σύστημα της εξουσίας με όλες τις παθογένειες του, σε όλους τους τομείς.

ΣΚΗΝΗ 6 -Η δίκη
Ο Αζντάκ χρησιμοποιεί την Σολομώντεια μέθοδο, τον κύκλο με την κιμωλία. Οι δυο γυναίκες προκαλούνται να τραβήξουν τον μικρό Μιχαήλ από τα χέρια. Η Γκρούσε διστάζει να βλάψει το παιδί κι ο Αζντάκ αποφασίζει υπέρ της. Λύνει τον γάμο της για να παντρευτεί τον αγαπημένο της Σίμον και μετά ο ίδιος εξαφανίζεται. 

O Μπέρτολντ Μπρέχτ εισήγαγε το επικό θέατρο. Το θέατρο που δεν παρασύρει τον θεατή αλλά κινητοποιεί τη σκέψη και τη λογική του. Θέλει να ταρακουνήσει τον θεατή, όχι με το συναίσθημα αλλά με λογικές διεργασίες, αυτό κάνει και στον ''Κύκλο με την κιμωλία".
Όπως λέει ο ίδιος: η αρχή της ''αποστασιοποίησης'', όπου ο αναγνώστης-θεατής δεν ταυτίζεται συναισθηματικά, αλλά στοχάζεται, βρίσκεται ήδη στον Αριστοτέλη.


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ο Μπρεχτ γεννήθηκε το 1898 στη Βαυαρία και πέθανε, από έμφραγμα, το 1956 στο Αν. Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισσα και ο πατέρας του Καθολικός, διευθυντής εταιρείας χάρτου. Σπούδασε ιατρική στο Μόναχο.
Παντρεύτηκε 2 φορές και απέκτησε συνολικά 3 παιδιά. Εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου. Φοίτησε στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό.
Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι, με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας, σε στίχους Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ, το 1928, προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και επηρέασε την παγκόσμια μουσική σκηνή Μιούζικαλ.
Αυτοεξορίστηκε από το 1933 έως το 1948, λόγω της ανόδου του ναζισμού στην Γερμανία, στη Δανία, στη Φινλανδία και στις ΗΠΑ, όπου και δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς. (Για τις ΗΠΑ έλεγε ότι η πνευματική απομόνωση στη χώρα αυτή, είναι τρομακτική).
Στα έργα του αρχικά καταδίκασε τον πόλεμο, τον μιλιταρισμό και, μετά την εξαθλίωση της κρίσης του 1929, στράφηκε σε καταδίκη του συστήματος, με την μαρξιστική του ματιά, μέσω του διδακτικού και ανθρωπιστικού θεάτρου.
Επηρεάστηκε από το κινεζικό και ρωσικό θέατρο στα θεατρικά του έργα και εισήγαγε τη «Θεωρία του επικού θεάτρου».
Έγραψε τη Ζωή του Γαλιλαίου, τα Ταμπούρλα μες την Νύχτα, το Μάνα Κουράγιο, τον Καλό ΄Ανθρωπο του Σετσουάν, τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ, τον Καυκασιανό Κύκλο με την Κιμωλία, την Ιδιωτική ζωή της Κυρίαρχης Φυλής, τον κύριο Πούντιλα και τον Υπηρέτη του Μάττι και, μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, το 1949, πολλά ποιήματα. Τα πιο γνωστά: Άκουσα πως τίποτε δεν θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου Ανθρώπου.
Ο Κύκλος με την Κιμωλία γράφτηκε από το 1943 έως το 1945, στα χρόνια της αυτοεξορίας στις ΗΠΑ, γύρω στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και είναι ένα αριστουργηματικό θεατρικό έργο, μία σαρκαστική κωμωδία, πάνω στην διαφθορά της εξουσίας, στο παράλογο των πολέμων, στην δικαιοσύνη, σαν θεσμό, αλλά και σαν κοινωνική έννοια, ακόμη και στον τρόπο που γιατρεύουν οι γιατροί. (Λέει χαρακτηριστικά «Το δίκιο πρέπει πάντα ν’ αποδίδεται με απόλυτη σοβαρότητα» ή «Οι πρίγκιπες πολέμησαν για συμφωνίες προμήθειας πολεμικού υλικού» ή «Ποιος φτάνει πρώτος; Ο γρήγορος ή ο αργός;» και απαντάει « Ο πονηρός!»
Παράλληλα όμως, είναι και ένας ύμνος στην αθωότητα και την ανιδιοτέλεια κάποιων απλών ανθρώπων, που δεν σταματούν στο φαίνεσθαι ή στο κατέχειν, αλλά τους ενδιαφέρει μόνο η ουσία των καταστάσεων και των συναισθημάτων, που δίνουν και τη ζωή τους, για να προστατέψουν αυτό που δημιούργησαν και αγάπησαν, μη περιμένοντας οποιαδήποτε ανταμοιβή.
Στο έργο βλέπουμε την Γρούσα, μια υπηρέτρια του δολοφονημένου από τους επαναστάτες πρίγκιπα Καζπέκι, να παίρνει τον νεογέννητο γιό του, τον οποίο εγκαταλείπει η μητέρα του, που φροντίζει μόνο για τα δικά της αγαθά (ρούχα, κοσμήματα, άμαξα).Κρατάει το παιδί με πολλές θυσίες και παλεύοντας με αντιξοότητες, το μεγαλώνει (φτάνει να εγκαταλείψει για χάρη του ακόμη και τον αρραβωνιαστικό της).
Όταν επιστρέφει, μετά από χρόνια η φυσική μητέρα του παιδιού και, για ίδιο συμφέρον, ζητάει να το πάρει πίσω, ανατίθεται τυχαία στον Αζντάκ, έναν λαϊκό, μέθυσο κλεφτοκοτά, η εξουσία του δικαστή, για να αποφασίσει σε ποιάν από τις δύο γυναίκες θα δοθεί το παιδί. Αυτός αποφασίζει με μία δικής του έμπνευσης δοκιμασία, αφού μας παρουσιάζει με ξεκαρδιστικό τρόπο και άλλες δίκες, τις οποίες φέρνει εν τω μεταξύ εις πέρας ο εν λόγω δικαστής (Συνέχεια αναφέρει «Παίρνω», για να τον δωροδοκούν).
Όταν ρωτάει τη Γκρούσε, γιατί δεν θέλει το παιδί της να μεγαλώσει πλούσιο, αν το πάρει πίσω η πριγκίπισσα, αυτή απαντάει» Θα πρέπει να μάθει να φοβάται την πείνα, αλλά όχι τους πεινασμένους, να φοβάται το σκοτάδι, αλλά όχι το φως. Εγώ το ανάθρεψα. Πρέπει να το ξεσκίσω; Δεν μπορώ»
Ο Μπρεχτ ονόμασε το έργο του «Παραβολή για τον πειρασμό της καλοσύνης». Στην Ελλάδα πρωτο-ανέβηκε το 1957 από το Θέατρο Τέχνης, σε μία ιστορική παράσταση, με σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, απόδοση Οδυσσέα Ελύτη και μουσική Μάνου Χατζηδάκη. Πολλά κομμάτια του τραγουδιστή θυμίζουν χορό αρχαίου θεάτρου. Όπως το παρακάτω:
«Ω, τύφλωση των μεγάλων! Κάνουν σαν αιώνιοι,
Μεγάλοι πάνω σε σκυμμένους λαιμούς, σίγουροι για τις νοικιασμένες γροθιές,
Αναπαυόμενοι στη βία, που κράτησε τόσο πολύ.
Το πολύ όμως δεν είν’ αιώνιο.
Ω, αλλαγή των καιρών! Εσύ, ελπίδα του λαού!»


Γιώργος Καλιεντζίδης

Το κείμενο το αφιερώνω στη μνήμη της Νίκης Τριανταφυλλίδη,
ως ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης 
για τη θεατρική παράσταση "Ο κύκλος με την κιμωλία" (1977). 
Για το "σας ευχαριστώ" που δεν της είπα. Και τώρα είναι αργά.
Νίκη Τριανταφυλλίδη (1942-2013)
Πηγή φωτο: http://www.skai.gr

Ήταν η Νίκη Τριανταφυλλίδη, στην Κεντρική Σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, το 1977, που με "σύστησε" στον Μπέρτολτ Μπρεχτ, με την παράσταση "Ο κύκλος με την κιμωλία". Εγώ, στα 17 μου χρόνια τότε, και εκείνος, ήδη να έχει κλείσει οριστικά τον δικό του κύκλο το 1956, νόμιζα, στην αψάδα της ηλικίας μου, ότι δεν είχα και πολλά πράγματα να μοιραστώ μαζί του. Αν ζούσε, εκείνην την χρονιά, το 1977, θα είχε την ηλικία της ρωσίδας γιαγιάς μου -της μητέρας του πατέρα μου-, της Αννιούσκας που γεννήθηκε την ίδια χρονιά, το 1898. Τι κουβέντα να κάνεις με την γιαγιά σου σκεφτόμουν τότε; Πόσο μετανιώνω γιατί δεν κουβέντιασα τόσο πολύ μαζί της, τόσο που να μην μετανιώνω σήμερα. Με τον Μπρεχτ ήμουνα τυχερός. Μπορούσα να "κουβεντιάσω" ή να το προσπαθήσω τουλάχιστον όσες φορές το επιθυμούσα. 
Θυμάμαι έναν κύκλο στο κέντρο της σκηνής και τη Νίκη Τριανταφυλλίδη να παίρνει τα λόγια του συγγραφέα, να τα μεταμορφώνει σε πουλιά: καρδερίνες, χελιδόνια, τρυγόνια, πέρδικες και πολλούς, πολλούς αετούς. Διάβασα ευθύς αμέσως το θεατρικό κείμενο από τις εκδόσεις Μπουκουμάνης σε μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή, με έτος έκδοσης το 1970. Η ανάγνωση ενός θεατρικού κειμένου έχει τις δικές του δυσκολίες. Δεν μπόρεσα να "ταξιδέψω" με την ίδια ορμή, όπως εκείνη της θεατρικής παράστασης. Λογικό ίσως. Θυμάμαι, όμως, ότι είχα την εντύπωση ότι με "οδηγούσαν" οι "αετοί" της θεατρικής παράστασης με "τραβούσαν" έξω από το βιβλίο, έξω από τη θεατρική παράσταση και να με βγάζουν έξω από το σπίτι, έξω από το θέατρο να αναμετρηθώ, να δώσω την δική μου ερμηνεία στις σχέσεις των ανθρώπων, στο τι είναι το δίκιο, τι το άδικο, τι το σωστό, το λάθος. Κι η δικαιοσύνη; Σε ποιόν έπρεπε να δοθεί το παιδί; Στην παραμάνα του ή στην φυσική του μητέρα; Σε ποιον ανήκει;
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του ίδιου βιβλίου, μετά από 38 χρόνια, και προσπαθώντας να δώσω απαντήσεις σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που με βασάνιζαν, έφτασα στο ερώτημα: σε ποιον ανήκω, σε ποιον ανήκουμε; Στην πατρίδα, στην οικογένεια, στο κράτος, στο κόμμα, στις τράπεζες, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στη δουλειά μας, στην επανάσταση (εντός και εκτός εισαγωγικών); Στον εαυτό μας; Υπάρχουν ποσοστά κατανομής; Ποια είναι αυτά και πώς καθορίζονται;
Τα λόγια του Μπρέχτ μου τα έφερναν μόνο πια αετοί ή γερανοί. Τα άλλα πουλά βρίσκονταν τριγύρω και προσπαθούσαν να μου αποσπάσουν την προσοχή. Μετά από κελαηδήματα, τιτιβίσματα και φτερουγίσματα κουράζονταν και σιωπούσαν. Μέσα μου δεν λειτουργούσαν, δεν ακούγονταν λυρικές φωνές, ακόμη και σε εκείνα τα σημεία που θα μπορούσες να πεις ότι περισσεύει ο λυρισμός. Νομίζω ότι είναι ένα κόλπο του συγγραφέα, χρησιμοποιώντας το "περίβλημα" του λυρικού σε "βγάζει" έξω από αυτό. Σε εξωθεί στις δικές σου απαντήσεις. Σου ζητά να φτιάξεις το δικό σου έπος, κι ας είναι "μικρό", όση η γειτονιά που έζησες. Ένα έπος μιας γειτονιάς, που στο τέλος (του έπους) πιστεύει και υπερασπίζεται ότι: το κάθε τι πρέπει ν' ανήκει / σ' εκείνον που είναι άξιος
΄

Κλεπάτρα Τσάκουρη
Αυτός ο μύθος, αυτή η απλή και συνάμα τόσο σημαντική, γεμάτη αντιφατικά αισθήματα ιστορία του Γερμανού θεατρικού συγγραφέα Μπέρτολτ Μπρέχτ είναι στην ουσία μια καυστική πολιτική σάτιρα, διδάσκει ανθρωπιά.
Δύο γυναίκες διαφορετικές με συμπεριφορά αλλιώτικη, που ξαφνιάζει, προβληματίζει. Η μια, η πραγματική μάνα, αρχόντισσα του τόπου, μπροστά στην προσωπική σωτηρία της από τους επαναστάτες της περιοχής, δίνοντας προσοχή μόνο στις τουαλέτες της και τα προσωπικά της πολύτιμα αντικείμενα, ξεχνάει το μικρό της παιδί, το αφήνει στην παραμάνα και στο τέλος το παίρνει η φτωχή κοπέλα, η υπηρέτρια της αρχόντισσας, με κίνδυνο της ζωής της και το προστατεύει από τους εχθρούς της οικογένειας του. Τη λύση για το ποια πραγματικά δικαιούται να λέγεται μητέρα του παιδιού τη δίνει με Σολομώντεια σοφία, ο αγράμματος δικαστής  Αζντάκ. Η απόφαση είναι το παιδί να πάει  με την υπηρέτρια, αυτή το αγαπάει, το νοιάζεται πραγματικά, αυτή το προστάτεψε από τους κινδύνους στις δύσκολες ώρες. Δεν θα το πάρει η πραγματική του μητέρα, γιατί το σκέφτηκε όταν καταλάγιασε η μπόρα, το κυνηγητό εναντίον της, τότε ήθελε να της το δώσουν πίσω. Λέει ποιητής στο Θεατρικό: “ Έτσι εφτακόσιες είκοσι σωστές ημέρες με χαλασμένη ζυγαριά ο Αζντάκ τα πράγματα έκρινε,γιατί στον κατεργάρη μονάχα μιλεί και πιάνει τις κατεργαριές η γλώσσα. Γι΄αυτό στον ίσκιο της κρεμάλας με όσα εσοφιζότανε, σκορπούσε καλοσύνη ο Αζντάκ,-και ήταν αυτό η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".


Περισσότερα στοιχεία για τον Μ. Μπρέχτ: https://el.wikipedia.org