22 Σεπτεμβρίου 2015

Σταύρος Ζουμπουλάκης, "Η αδερφή μου" (3ος χρόνος)

Σταύρος ΖουμπουλάκηςΗ αδερφή μου
Εκδόσεις Πόλις,  2012
Βιβλίο: 46ο
22-1-2014
Πρόταση της  Αντιγόνης Παπαδάκη

Αρχοντούλα Διαβάτη

Είχα διαβάσει ένα δοκίμιό του, Ο θεός στην πόλη, 2002. Μόνον. Στο βιβλίο που συζητάμε σήμερα μου θύμισε ένα λόγο του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ από τους δρόμους του αρχάγγελου -έλεγε για τον πατέρα του, ότι έχασε -με το θάνατό του- τη γεύση του κόσμου, πράγμα που βρίσκω οικείο και σημαντικό.
Υπάρχει στο μικρό πυκνό τόμο ένα άνοιγμα, μια έκθεση, παρόμοια με εκείνην που προσπαθούμε να δείξουμε στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, ένα είδος διατεταγμένης ειλικρίνειας που μας μαθαίνει πράγματα για τον εαυτό μας, πράγματα που συναντήσαμε κι εμείς στη ζωή μας.(Αγανακτούσα και θύμωνα, γιατί η συμπεριφορά της αυτή οδηγούσε εμένα να γίνω αναγκαστικά το καλό παιδί, σελ.21). Φοβάμαι, βέβαια, ότι ο καταιγισμός των κριτικών στη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ έχει να κάνει όχι με τη λογοτεχνικότητα του πονήματος ή τη λογοτεχνική του αξία, όσο με ένα είδος ενθουσιασμένης ευγνωμοσύνης των κριτικών προς το πρόσωπο του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ, για το βίωμα που, ένας τέτοιος διανοούμενος και γνωστός συγγραφέας, διευθυντής της «Νέας Εστίας» ως πρόσφατα, μοιράστηκε με το πλατύ κοινό, αναμεμιγμένης βέβαια με την περιέργεια της κλειδαρότρυπας.
 Είχα μεγάλη περιέργεια κι εγώ να διαβάσω το βιβλίο, γιατί είχα ένα -παράλληλα- βίωμα απώλειας και γιατί ο μικρός αριθμός των σελίδων έκαμνε το εγχείρημα εφικτό, αλλά και γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι- εικοσιπέντε- έγραψαν τόσο πολλές κριτικές.

Το βιβλίο βάζει πολλά θέματα -και μερικά θεολογικά και εσχατολογικά- για συζήτηση. Το νόημα της ζωής, η οδύνη, η αγιότητα, η προσευχή, η αρρώστια και η διαχείρισή της, η μεταφυσική του πόνου, οι συμβάσεις της θρησκείας, η πίστη, η αγάπη. Θα χρειαζόταν ωστόσο μια εμβριθής ψυχαναλυτική προσέγγιση για να σχολιάσει κανείς τις αντιφατικές ερμηνείες και σχόλια του συγγραφέα σε ένα σωρό ζητήματα, σαν να έπρεπε οι ενοχές και οι τύψεις να βρουν διέξοδο με την έκφραση ενός λόγου λατρείας, αγιοποιητικού, για να δοξαστεί το αγαπημένο μέλος της οικογένειάς, η επιληπτική αδερφή που ταλάνισε και σφράγισε τον συγγραφέα στη νεανική και ώριμη ηλικία του και οπωσδήποτε -αυτό κυρίως- έγινε η μήτρα της προσωπικής του συγγραφικής ανάπτυξης (Μήπως τελικά ο πόνος που έζησα με τη Γιούλα, που δεν τον έλεγα σε κανέναν και τον κρατούσα και τον μεγάλωνα μέσα μου, ήταν κάτι που το χρειαζόμουν εγώ, μήπως ήταν, μήπως ήταν τελικά το μυστικό εργαστήρι της διαμόρφωσής μου, του δικού μου « γένοι’ οίος εσσί» [κατά την νιτσεϊκή τουλάχιστον ερμηνεία του;]). (Σ. Ζουμπουλάκη, Η αδερφή μου, σελ. 28-29). 
Η Γιούλα, ένα λαμπερό ταλαντούχο κορίτσι, είναι ένα εξωτικό φρούτο ελευθερίας και ομορφιάς μέσα στη συννεφιασμένη σοβαρότητα της οικογένειας του ιερέα, που σαν καταλύτης έρχεται να δοκιμάσει -αργότερα με την εκδήλωση της αρρώστιας της- την αντοχή της αγάπης τους και τη συμβατικότητα της πίστης τους, σελ. 31 και 41, και να τους γιατρέψει όλους από τον καθωσπρεπισμό και τις συμβάσεις. Τον συγγραφέα τον καθηλώνει στο ρόλο του καλού παιδιού, που καταπίνει και κρύβει καλά τα αισθήματά του θυμού και της αγανάκτησης απέναντι στη χειριστική άρρωστη, σελ. 22 και 53.  Θαυμάζοντας μια γυναίκα με κότσια, τη μεγαλύτερη αδερφή του, προσπαθεί να προχωρήσει κι αυτός στη ζωή και να λυτρωθεί από τη μαυρίλα της αντιδραστικότητας και της θρησκοληψίας, όταν δεν αρκείται σε έναν επιφανειακό νοσηρό θαυμασμό.