13 Μαΐου 2014

Χρήστος Οικονόμου, Κάτι θα γίνει θα δεις / Οι αναγνώσεις μας ( 1ος χρόνος)

Χρήστος Οικονόμου, Κάτι θα γίνει θα δεις

Εκδόσεις Πόλις, 2010
29-2-2012
Βιβλίο 9ο
Πρόταση της Αρχοντούλας Διαβάτη


Read extracts of book reviews at the end of the post
Translated by Christina Kelesidou and Violeta Papadopoulou


Χριστίνα Βουμβουράκη 
Ένα τσίρκο ήταν όλο αυτό. Tο μεγάλο μας τσίρκο. Ένα τσίρκο θλιμμένο, που έχει ξεμείνει σε μια σκονισμένη αλάνα. Με τα θαμπά κίτρινα λαμπιόνια του αναμμένα νύχτα μέρα,  εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο ανοιχτό.  Με μοναδικό θεατή τον εκάστοτε αναγνώστη που μπαινοβγαίνει ελεύθερα για να χαζέψει το θέαμα με τη συνοδεία βιολιού και ακορντεόν: τρίποδα σκυλιά,  ξεκοιλιασμένες γάτες, γουρούνια που τρώνε πεντάευρα , βιο-παλαιστές, ακροβάτες της επιβίωσης, φρικιά που καταπίνουν πρόκες, ταχυδακτυλουργούς που τους τέλειωσαν τα θαύματα.  

Ο καθένας με το μαρτύριο του παραμάσχαλα και το χρυσαφένιο του φωτοστέφανο κατακέφαλα, κομμάτι ίσως μιας πολυπληθούς «Αγιογραφίας των Σαλτιμπάγκων»;  

Και σκέφτομαι πως, όχι δεν πρέπει να στέκομαι εδώ. Αυτός που γονατίζει δεν θέλει κανέναν να τον βλέπει να πέφτει. Άραγε, γιατί όσο πιο κοντά στη γη είμαστε τόσο πιο ανθρωπινοί γινόμαστε; Άνω θρώσκω σου λένε ύστερα… Κουραφέξαλα!
  •      Αγαπημένο:  Μολυβένιος στρατιώτης
  •      Πολυαγαπημένο: Κι ένα αβγό κίντερ για το παιδί
  •      Πολυτιμότερη αρετή:  Εικόνες δυνατές που συμπυκνώνουν την πίκρα της ύπαρξης. Πέρα από αυτό που μας φοβίζει και μας πονάει, είναι κρυμμένη η αλήθεια της ανθρώπινης ψυχής.
  •     Αντίφαση: Γυρίζω αργά αργά τις πιο στιλπνές σελίδες που έχουν φτάσει στα χέρια μου τα τελευταία χρόνια. Χαρτί λείο και βαρύ και απαλό στο άγγιγμα. Ξεχειλίζει από υλικότητα και μια υποψία χλιδής.
  •      Κενό: Η αλήθεια είναι πως «μου έλειψε» λίγο ξύλο στην κυρά και μια καζούρα την Κυριακή για μια ξεγυρισμένη πεντάρα του γαύρου.
  •      Συμβουλή στον μελλοντικό αναγνώστη: διάβασε τα διηγήματα τέσσερα τέσσερα (όπως μας στέλνει τις ζωγραφιές της η Στεφάνια ένα πράμα) για να αναπνεύσουν οι ιστορίες. Η ομοιότητα στη δομή τους και η επανάληψη κάποιων δευτερευόντων στοιχείων αποδυναμώνει, κατά τη γνώμη μου, την ένταση τους.
  •     Σκόρπια σκέψη: το νου σας, μπορεί τελικά και να μην γίνει αυτό το κάτι.  





Ελένη Παπαστεργιάδου
Θέλω να πω στην τρυφερή Έλλη, σαν την καρδιά του μαρουλιού της, ότι τζάμπα θερμίδες πήρε από τόσο σιμιγδαλένιο χαλβά. Την επόμενη φορά να τον ταΐσει στο γουρούνι και με τα χρήματά της να πάει σε σχολή μαγειρικής. Ένα ευχαριστώ στον Μάο που επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου για επίγειους αγγέλους, αλλά δεν ξέρω αν χρειάζεται να γίνεται ήρωας για να νιώθει υπαρκτός. Στους κακιασμένους γειτόνους να πω. ότι τόσο μίσος τυφλώνει απέναντι στον καθρέφτη. Στον πεινασμένο πατέρα, να δώσει μια κίντερ αγκαλιά στον γιο του και θα δει αργότερα ότι αυτή η τροφή μεγαλώνει γερά παιδιά. Στον Γιάννη, ότι πιο αληθινό ήρωα από αυτόν δεν γνωρίζω και ότι δεν μπορούσε να γράψει κάτι στο πλακάτ, διότι το μέγεθος της αγάπης του δεν θα χωρούσε εκεί μέσα.Στους συναδέλφους από τα Καμίνια, ότι το ζουμί των κρεμμυδιών είναι σίγουρα αίμα, γιατί η γεύση του σε κάνει να νιώθεις ξαναγεννημένος. Στην παρέα έξω από το ΙΚΑ, ότι κρίμα που η γενιά τους δεν έμαθε πώς να ξεθυμαίνει από τους θυμούς του παρελθόντος, και εύχομαι τουλάχιστον να μην τους μεταφορτώσει. Στον Βασίλη, να τολμάει περισσότερο και να διεκδικήσει το δικαίωμα στο όνειρο -είναι δωρεάν. Στους απολυμένους, ότι όταν το κάταγμα επουλώνεται δεν ξέρουν τι δύναμη καταχωνιάστηκε από κάτω. Στον Σακουλοποιό, ότι προσκυνώ μπροστά στην αγάπη του για την  γαϊδούρα Έφη.  
Τελικά επειδή people are strange και δεν μπορούν να πάρουν κομμάτια από τον κόσμο μου, εκτός αν τους αφήσω, θα μπορούσα να συνεχίσω με παρόμοια και για τους υπόλοιπους. Νιώθω όμως ότι κάνω μονόζυγο, περιστρεφόμενη με τούμπες, προσπαθώντας να ακούσω και να καταλάβω όλους. Δεν υπάρχει λόγος! Φτάνει να μην ξεχνώ να γυρνώ πότε πότε και από αυτό το μισό πλευρό του κόσμου που είναι ωραία και να μην φοβάμαι γιατί εκεί που ο φόβος μεγαλώνει, μεγαλώνει και εκείνο που σώζει από αυτόν!

Μαρία Τριανταφυλλίδου
Ξεκίνησα διαβάζοντας πότε εκδόθηκε. Το 2010. Απανωτές οι εκδόσεις. Και μετά το ξέχασα.
Απορροφήθηκα, με ρούφηξε το κείμενο κι έπιασα τον εαυτό μου να τρέχει, να λαχανιάζει πίσω από τις λέξεις· να προλάβω, να διαβάσω πριν φύγουν, πριν χαθούν, πριν στάξει η τελευταία συλλαβή τους, το τελευταίο γράμμα τους.
Δεν μέτρησα τις ιστορίες, δεν μ’ ένοιαξε, δε με νοιάζει. Το είδα σαν μια ζωή, σαν πολλές ζωές παράλληλες. Δεν έχουν σημασία το ονόματα. Μου έμεινε όμως η πίκρα απ’ αυτές τις ζωές, τις σημερινές ζωές, απ’ αυτές που ζούμε τώρα, που βρισκόμαστε εμείς πια οι ήρωες, οι πρωταγωνιστές.
Κι όταν το τέλειωσα, γύρισα πάλι στην αρχή, να δω πότε εκδόθηκε. Το 2010. Και σήμερα 2012. Και είμαστε εδώ, στα ίδια, σ’ αυτό το όνειρο-εφιάλτης με τα μάτια γύρω μας, τις άλλες ζωές, να μας βλέπουν ψιθυρίζοντας...
Τόσο επίκαιρο, τόσο σημερινό, τόσο προφητικό... Κουτρουβαλούν τα λόγια του, κουτρουβαλούν οι ιστορίες του, κουτρουβαλούν οι ώρες μας... κουβάρι ανάκατο οι ζωές μας...
Ας μη μείνουν άδεια ένα ζευγάρι μπότες ανδρικές, ένα ζευγάρι παπούτσια γυναικεία, δίπλα στο κύμα... και ας μην είναι κανενός...
Πολλές οι στιγμές του που μου θύμισε τον Σαραμάγκου, στη γραφή. Μου άρεσε πολύ αυτό το γράψιμο που ξερνάει αλήθειες χωρίς σταματημό, που σε ζαλίζει, που σε παρασέρνει.
Σκέφτηκα ένα έργο σπονδυλωτό, με τους πρωταγωνιστές μόνους να μιλούν τις ιστορίες τους. Μια σκηνή κενή, να μαυρίζει ή να φωτίζεται ανάλογα, και οι άλλοι να είναι μόνο φωνές και μάτια. Οι ήρωες στη μοναξιά τους, ένας ή δύο, όπως είναι, όπως παρουσιάζονται σε κάθε ιστορία και οι άλλοι όλοι κομπάρσοι αόρατοι, φωνές, με όνομα ή χωρίς.
Δεν βρίσκω λόγο να κάνω σκίτσο, δεν μου έρχεται.
Νιώθω να ζω κομπάρσος μέσα στις ιστορίες αυτές, κρυφοκοιτάζοντας, και δεν θέλω να τις ζωγραφίσω, να τις κάνω εικόνες, ξορκίζοντας ίσως το κακό.
Αρχοντούλα Διαβάτη
Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο,
Ή
« Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων…….»

Μια ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων,  ΚΑΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ, ΘΑ ΔΕΙΣ, του Χρ. Οικονόμου.
Μια συλλογή δεκάξι διηγημάτων, μια ελεγεία σε τόνους λυρικούς για την εργατική τάξη στις δυτικές συνοικίες: στη ΝΙΚΑΙΑ στο ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ στην ΑΜΦΙΑΛΗ, στη ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ. Σύγχρονοι προλετάριοι με ταξική συνείδηση ή χωρίς, που κυνηγάνε το μεροκάματο και βρίσκουν απέναντί τους την ανεργία, τις απολύσεις, τα χρέη, τις τράπεζες, αδιέξοδο. Δεν τους αφήνουν σε ησυχία ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, δηλητηριάζοντας τη σχέση με το ταίρι τους, τους φίλους ή το παιδί τους.
 Γροθιές στο στομάχι οι θεματοποιημένες σκέψεις ανθρώπων, που βρίσκουν ένα σωρό εμπόδια μπροστά τους προκειμένου να ζήσουν με αξιοπρέπεια μια απλή ανθρώπινη ζωή.
( Ο συγγραφέας παρατηρεί και καταγράφει πράγματα κι ανθρώπους και συμπεριφορές και καταγράφοντάς τα φέρνει μπροστά μας τα αυτονόητα που δεν προσέχουμε στην αλλοτριωμένη μας καθημερινότητα π.χ.:« έβλεπες κάνα σκυλί να γλείφει αλαφιασμένο το νερό που έσταζε από ψηλά απ’ τα αιρκοντίσιον που έτρεμαν κι αγκομαχούσαν………».)
Πρόκειται για ατμοσφαιρικές ιστορίες όπου η γλώσσα προφορική σχεδόν πρωταγωνιστεί, διηγούμενη με αθωότητα και αφέλεια την τερατώδη αδικία που συντελείται κάθε μέρα, κάθε ώρα μπρος στα μάτια μας -τη συνηθίσαμε και μας φαίνεται φυσική, ο πλούσιος κι ο φτωχός- εκμηδενισμένος απέναντί του. Είναι ιστορίες συγκινητικές και όχι μελοδραματικές. Η φύση-Βροχή, αέρας, αστραπές- λειτουργεί αντιστικτικά, στον υπερθετικό πάντα, με τα έργα των ανθρώπων και τις σκέψεις τους. Όταν είναι καλοκαίρι «μαύριζε ο τόπος απ’ τη ζέστη». Ημίμετρα δεν υπάρχουν. Ως σήματα τα τοπωνύμια, τα ονόματα των δρόμων και των διασταυρώσεων περιχαρακώνουν την περιοχή του μικρού δράματος.
Η γραφή είναι μοντερνιστική. Λόγος κοφτός. Κόμματα δεν υπάρχουν. Οι φράσεις κόβονται στη μέση κάποτε, π.χ. στις σελ.135,137. Οι στιχομυθίες δεν έχουν παύλα. Υπάρχει διακειμενικότητα. ( ΦΩΚΝΕΡ, Η ΒΟΥΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ και ΤΣΕΧΩΦ ).
Μακριά από τον αυτισμό και τη ναρκισσιστική εσωστρέφεια, στα ίχνη του βρόμικου ρεαλισμού του ΡΕΙΜΟΝΤ ΚΑΡΒΕΡ ή των μεγάλων Αμερικανών, κοιτάει ο συγγραφέας με συμπόνια τη ΝΙΚΑΙΑ που είναι ο τόπος του και τις άλλες συνοικίες, τους ανθρώπους του. Η πρόζα του μας γυρνάει πίσω σε κείμενα του Βουτυρά και πάντως σε κείμενα μέχρι το ‘60 .
ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ, ΚΙ ΕΝΑ ΑΒΓΟ ΚΙΝΤΕΡ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ ΕΞΩ ΑΠ’ ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, είναι ιστορίες ντοστογιεφσκικές, πικρές και ευρηματικές που στραγγίζουν αργά αργά τη βάσανο της ζωής και της γραφής. Είναι μανιέρα; Aδιάφορο. Είναι ένα σύμπαν πιο πραγματικό κι από την πραγματική ζωή, το βραχνά που ζούμε.

Χριστιάνα Βέλλου
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο στα πρώτα έξι διηγήματα, δεν το κρύβω, ήμουν κάπως συγκρατημένη, αναρωτιόμουν μήπως είναι υπερβολικός ο Οικονόμου, μήπως είναι πολύ σκληρός;  
Και ξαφνικά φτάνω  «Στα πράγματα που κουβάλαγαν» και βλέπω τον εαυτό μου έξω από το ΙΚΑ της Χαριλάου, όπου για 5 σχεδόν χρόνια βίωσα αυτήν την κωμικοτραγική κατάσταση του να πιάνεις σειρά στο δρόμο από τα χαράματα, αξημέρωτα ακόμα για να πάρεις νούμερο, να σου γράψει ο γιατρός τα φάρμακα του δικού σου  ανήμπορου ανθρώπου. Ήμουν πρωταγωνίστρια σε κάθε σειρά  που εξιστορούσε αυτό το παλικαράκι με όλους αυτούς τους παππούδες που φτιάχνουν μια «μικρή βουλή των Ελλήνων». Από εκεί και μετά παραδόθηκα στα κείμενα.

Κείμενα απλά, καθημερινά, αμείλικτα σκληρά. Περιγραφή γεγονότων που λίγο ή πολύ τα ζούμε  όλοι μας πια σήμερα: η μοναξιά. η απόρριψη, η φιλία, οι ανθρώπινες σχέσεις του καφενείου, όπου το εθνικό μας ποτό {τσίπουρο} θεραπεύει το μαγκωμένο σώμα, μαλακώνει τις  ψυχές και ανοίγει τα στόματα -“το ποτό ανοίγει τους πόρους της μνήμης».

Τελικά το βιβλίο το χάρισα σε 2 φίλους, για να μην νοιώθουν μόνοι στην πίκρα τους λόγω της κρίσης και γιατί όπως είπε και η κυρία Πένυ Τομπρή, η οποία παρουσίασε επίσης το βιβλίο στην εκπομπή της στον 958 το περασμένο Σάββατο το πρωί:  «ίσως τελικά υπάρχει ελπίδα ότι κάτι θα γίνει, θα δεις».

Στιγμές που λάμπουν στο βιβλίο: 

“Eλα τάισε το γουρουνάκι»

«Μάο»

«Κι ένα αβγό κίντερ για το παιδί»

«Πλακάτ με σκουπόξυλο»

«Κάτι θα γίνει θα δείς»

«Μουστακάκι με κάρβουνο»

«Το δέσιμο των σωμάτων»

«Κομμάτι  κομμάτι  μου παίρνουν τον κόσμο μου».

Στεφανία Βελδεμίρη
Μια γνώμη για το "Κάτι θα γίνει, θα δεις".
Εντάξει, πήρα το βιβλίο στην γνωστή φάση, που λίγο πολύ περνάμε όλοι (;) μια στεναχώρια να με τριγυρνάει, σαν κακιά γρίπη ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Είχα ακούσει ότι είναι στενάχωρο και αφού το δανείστηκα από την γλυκιά Βουμβουράκη, με βαριά καρδιά άνοιξα το εξώφυλλο και ξεκίνησα το διάβασμα, περιμένοντας επιδείνωση της κατάστασής... μα τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Διάβασα απολαυστικά το ημερολόγιο μου, τα ημερολόγια των φίλων και των ανθρώπων μου. Απλό, καθαρό, γλυκό σαν ψέμα και πικρό σαν αλήθεια. Η γλώσσα μου είναι οικεία. Το διάβασμα κυλάει νεράκι. Οι ζωγραφιές φτιάχνονται στο μυαλό μου και σπρώχνονται, ποια θα πρωτοβγεί στο γιαπωνέζικο χαρτί, περίσσεμα από τους μήνες.
Μένω στο "... αν οι φτωχοί κάνουν τέτοια πράγματα στους φτωχούς, τι πρέπει να μας κάνουν οι πλούσιοι;" από το "Έλα Έλλη τάισε το γουρουνάκι". Αγαπάω πολύ τον "Μολυβένιο στρατιώτη" και νομίζω ότι δεν θα τον ξεχάσω όσο κι αν ο καιρός περάσει. Είναι ο ήχος της αστραπής, η βροχή, και τα γκράφιτι στους τοίχους της γειτονιάς μου. Ο "Μάο" λείπει από τα μέρη μου, χαίρομαι όμως που φύλαξε τη δική του γειτονιά (για όσο...) ξαγρυπνώντας. Ίσως τελικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, με τόσους ανθρώπους να αγρυπνούν, όλες οι γειτονιές να έχουν πολλούς Μάο, μόνο που δεν έχουν το κουράγιο να βγουν στα σκαλιά, βολοδέρνουν στα σκοτεινά τους δωμάτια ή μπροστά σε τηλεοράσεις που κοιτάνε χωρίς να βλέπουν. Όσο για το "Ένα κίντερ για το παιδί", ένα άι σιχτίρ μου βγαίνει και το λέω πολλές φορές, για το χατήρι του μπαμπά που δεν έχει κουράγιο να βρίσει. Το "Πλακάτ με σκουπόξυλο" λέει όσα γράφουμε στον κολλητό μας φίλο, τίποτα δηλαδή, αφού τα ξέρει όλα ντε. Πονάει όμως να τα ξέρει και να έχει φύγει πρώτος και συ να φτιάχνεις το πλακάτ... "Το αίμα του κρεμμυδιού" είναι μια παγωμένη πορτοκαλάδα που με τονώνει για να συνεχίσω στο "Κάτι θα γίνει, θα δεις", όπου θέλω διαβολεμένα να γίνω καλή ζωγράφος μέσα στα επόμενα 3 δευτερόλεπτα και να φτιάξω την γυναίκα με τον καφέ και το τσιγάρο και το μπλε φως της τηλεόρασης και να της το χαρίσω, και επειδή λέει θα μπει το πορτραίτο της σε μια σπουδαία πινακοθήκη, θα χαρεί και θα βγάλει λεφτά για όλους τους λογαριασμούς και ο άντρας της θα βγει από το σεντόνι, θα κλείσει την τηλεόραση και θα την φιλήσει και όλα θα γίνουν κόκκινα. Στο "Τα πράγματα που κουβαλάγανε" απλώνω κι εγώ τα χέρια μου στο βαρέλι για ζεστασιά και βοηθάω τον νεαρό να κολλήσει το βιολί του. Στο "Μουστάκι με κάρβουνο" το γλεντάω λίγο και στο "Ξένα-Εξωτικά" λυπάμαι, λυπάμαι πολύ. Το "Για τους φτωχούς ανθρώπους" είναι μια σούπερ ταινία μικρού μήκους, την βλέπω καρέ- καρέ, ξανά και ξανά. Στο "Δέσιμο των σωμάτων" λέω γ@μώ την ατυχία μου, βρομόσκυλο ουστ, άστον άνθρωπο να κάνει τη δουλειά του. Στο "Βγες έξω και κάψτα" λέω ο.κ. μέσα. Στο "Πίπολ αρ στρέιντζ" σκουπίζω τις δικές μου χιλιοκομμένες πορτοκαλόφλουδες. Στο "Πιγκουίνοι έξω από το λογιστήριο" κατάποση πρόκας... και στο "Κομμάτι - κομμάτι μου παίρνουν τον κόσμο μου" σκέφτομαι πως έτσι καθόμαστε, ξαπλωμένοι κάτω από το δέντρο του ο καθένας, μόνοι ή με παρέα και κοιτάμε να μας κλέβουν τον κόσμο μας, ώσπου μας παίρνει ο ύπνος.
Το βιβλίο θα το έπαιρνα δώρο σε όλους όσους βρίσκουν και μου λένε "τα θετικά της κρίσης". 

Οι ζωγραφιές της Στεφανίας Βελδεμίρη με την σειρά των κεφαλαίων στο βιβλίο:
"Έλα Έλλη τάισε το γουρουνάκι"


"Μολυβένιος στρατιώτης"
 "Μάο"
"Ένα κίντερ για το παιδί"
"Πλακάτ με σκουπόξυλο"
"Το αίμα του κρεμμυδιού"
"Κάτι θα γίνει, θα δεις"
"Τα πράγματα που κουβαλάγανε"
 "Μουστάκι με κάρβουνο"
"Ξένα-Εξωτικά"
"Για τους φτωχούς ανθρώπους" 
"Δέσιμο των σωμάτων"
"Βγες έξω και κάψτα" 
"Πιγκουίνοι έξω από το λογιστήριο" 
"Πίπολ αρ στρέιντζ" 


Extracts of book reviews 
.
Christina Voumvouraki
It was only a circus. Our big circus. A sad circus,(...) With only one spectator, the reader, who comes
and goes freely, to see the spectacle, accompanied by the violin and akordeon: three-leg dogs,
gored cats, pigs who eat five-euros, life-wrestlers, acrobats of survival, monsters who swallow nails. jugglers, whose miracles have finished. (..) He , who kneels, doesn't want to be seen falling down.

Eleni Papastergiadou
Finally, as people are strange and cannot take parts from my world, unless I let them(...)
Nevertheless I feel that I am on a horizontal bar, rotating with somersaults, trying to listen and to understand them all. No reason for this! I only want, not to forget to turn sometimes around, to the other half of the world, where is beauty and not to fear, because as the fear grows, grows the one that saves it from it!

Maria Triantafillidou
I didn't count the stories, I didn't care, I don't care. I saw it as one life, like many lives in parallel.
The names are not important, though I feel the sadness from these lives, today's lives, the ones we live now, in which we are the heroes, the actors.(...) So seasonable, well-timed so prophetical...
His words tumbling, his stories tumbling, our time tumbling....our lives, a blended tangle…


Archontoula Diavati
It is about the stories with atmosphere, where the oral speech is almost the protagonist […] Writing is modern, the speech is curt. There are no commas, no pauses at the dialogues. The phrases are  sometimes cut in the middle […] It is all full of intertextuality (FAULKNER ,The Sound and the Fury and CHEKHOV)  Away from autism and the narcissistic introversion , close to the traces of Raymond Carver’s dirty realism or the great American authors […] Its prose reminds us Voutyras’s texts or, in any case, texts of 1960.

Christiana Vellou 
I was the protagonist at every line of the story that this young man was telling us, with all the grandpaps, who created a “Greek Parliament”.
And , as I kept on readind, I was  surrrended.[…] Simple, everyday texts, mercilessly cruel, with description of facts , which we all, more or less, face nowadays: loneliness, rejection, friendship, human relationships at the cafes ( Greek kafenio), where our national drink- tsipouro- is curing the cramped bodies, is softening the souls and is opening the mouths- ““drinking opens the gates of memory”.

Stefania Veldemiri
Simple, clear, sweat as a lie and bitter as truth. The language is familiar to me. Reading is enjoyable. Pictures are being created in my mind and are pushing themselves to get out on the japanese paper, a spare piece from the months […] and at the phrase “ They are moving my world away, piece by piece” , a thought is coming : all of us sitting under our trees, alone or with company and are watching  them, as they steal our lives, until we fall asleep.

I would buy this book as a present to all of those, who find “positive sides at crisis”.