5 Μαΐου 2014

Μιριέλ Μπαρμπερί, Η κομψότητα του Σκαντζόχοιρου / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος),

Μιριέλ Μπαρμπερί, Η κομψότητα του Σκαντζόχοιρου

Ξενόγλωσσος τίτλος: L' élégance du hérisson
Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις: Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2010
15-2-2012
Βιβλίο 8ο
Πρόταση της Άννας Πάντζη



          


Αρχοντούλα Διαβάτη
"Η γυάλα και τα ψάρια"
Aimable comme une chataigne dans sa coqueλένε οι Γάλλοι για να περιγράψουν έναν άνθρωπο κλεισμένο στο καβούκι του, σαν το κάστανο στο αγκαθωτό του ένδυμα. Αξιαγάπητος σαν κάστανο στο αγκαθωτό του κέλυφος. Οξύμωρο. Καθόλου αξιαγάπητος, ένας εχθρικός σκαντζόχοιρος, όπως  η ηρωίδα του βιβλίου, η κυρία Μισέλ, η θυρωρός μιας αριστοκρατικής παριζιάνικης πολυκατοικίας. Μια παθιασμένη ψυχή, με ψυχικά τραύματα από παιδί, ταμπουρωμένη για να την αφήνουν ήσυχη πίσω από μια πρόσοψη που επινόησε σύμφωνα με τα στερεότυπα της θυρωρού, καταλήγει να επικοινωνήσει τελικά με την Παλόμα, ένα ξεχωριστό δωδεκάχρονο κορίτσι που μένει κι αυτό στην πολυκατοικία με την οικογένειά του, παραπαίοντας ανάμεσα σε αδιάφορους και αλλοτριωμένους γονείς. Ο καταλύτης για την εξέλιξη της φιλίας αυτής και το άνθισμα γενικότερα των δύο ηρωίδων είναι ένας συμπαθητικός πλούσιος εκλεπτυσμένος Ιάπωνας που ήρθε να κατοικήσει στην πολυκατοικία τους, ο κύριος Όζου.
Δεν θα διάλεγα να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα από μόνη μου. Από την αρχή μου φάνηκε καταφανώς «δήθεν», ενώ λατρεύω τους αυθεντικούς ανθρώπους, τα αυθεντικά βιβλία και την απλότητα. Το ότι κάποιος το αγάπησε και το σύστησε ήταν για μένα μεγάλο δέλεαρ, μια και το «από στόμα σε στόμα», είναι σχεδόν το μόνο κριτήριο που σέβομαι και υιοθετώ. Ας τα πάρουμε με τη σειρά λοιπόν. 

΄Ένα μυθιστόρημα φιλόδοξο, επιδειξιομανές, ή καλύτερα ένα παραμύθι κατασκευασμένο βάσει συνταγής για να γίνει μπεστσέλερ υψηλών προδιαγραφών, με μια περίεργη μετάφραση, χαρακτήρες καθόλου πειστικούς που δεν σου επιτρέπει -στα πρώτα κεφάλαια τουλάχιστον- την είσοδο. Εντελώς εκνευριστικό. Να όμως που εγώ δεν αφήνω τίποτε στη μέση, δεν φεύγω εύκολα από παραστάσεις και προβολές -ούτε καν στο φεστιβάλ κινηματογράφου- κι έτσι συνέχισα ως το τέλος που άρχισαν να κατρακυλάν εύκολα οι σελίδες με λιγότερη φαινομενολογία και... κορόμηλα, αφού κατάφερα να μπω για καλά στην ατμόσφαιρα του παραμυθιού -α-λα-Αμελί και μάλιστα να ταυτιστώ ταξικά με την παραγνωρισμένη θυρωρό!!.

Τελειώνοντας  σημειώνω ότι είδα στο διαδίκτυο τρέιλερ από την σχετική ταινία -με την Μπαλασκό μάλιστα στο ρόλο της Ρενέ- και δεν βλέπω την ώρα να την καταναλώσω κι αυτήν. Με μεγαλύτερες προσδοκίες μάλιστα, γιατί λένε ότι ή το βιβλίο θα’ναι καλό ή η ταινία. Κακά βιβλία κάνουν καλές ταινίες και τανάπαλιν!

Υ.Γ. Το βιβλίο θα’ταν ίσως ένα εξαιρετικό δοκίμιο απ’ αυτά που γράφει –και διάβασα μερικά- ο Αλαίν ντε Μποτόν. ( Πολύ αργά για συμβουλές προς τη διάσημη ήδη συγγραφέα. Λέμε τώρα


Ιφιγένεια Θεοδωρίδου
Η συναναγνώστρια μας Ντίνα, με εφοδίασε με το βιβλίο της Μπαρμπερί, ήδη από το μεσημέρι, για να μην έρθω αδιάβαστη.
Ζητώντας αρχικά συγγνώμη από την αγαπητότατη Άννα που το πρότεινε, θα σας εξηγήσω γιατί δεν μπορώ να προχωρήσω πέραν των 59 σελίδων που διάβασα.
Η μαντεμουαζέλ Μπαρμπερί, κατόρθωσε να με εξοργίσει σε λιγότερες από 59 σελίδες, εμένα, το τέρας υπομονής και συγκαταβατικότητας. Ωστόσο συνέχισα την ανάγνωση περιμένοντας την ανατροπή από σελίδα σε σελίδα.
Φευ, όχι. Η μαντεμουαζέλ, στόχευσε κατευθείαν στο ταμείο, και όχι σε "ευαίσθητους" αναγνώστες-ανθρώπους. Και μάλιστα πολύ χοντροκομμένα. Μα, αναρωτιέμαι, γιατί δεν πήρε μερικά μαθήματα από τους πατριάρχες του είδους, τους "φίλους" μας τους αμερικανούς.
Λυπάμαι πολύ, σαφώς και υπάρχουν πολύ καλλιεργημένοι άνθρωποι με μόνη τη βασική εκπαίδευση, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό να κάνεις παρατηρήσεις για τον Μαρξ και τους στοχασμούς του Καρτέσιου. Αυτά τα διδάσκεσαι κάτω από ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα διδασκαλίας, αφού βεβαίως έχεις ενσκήψει-εντρυφήσει και κυρίως ΔΙΔΑΧΘΕΙ, όλους τους φιλόσοφους, τους οποίους οι προαναφερόμενοι μελέτησαν, και πάνω στο έργο τους στοχάστηκαν και προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν την ερμηνεία του κόσμου. (Άλλωστε το ομολογεί και η ίδια: "η φαινομενολογία μου διαφεύγει…", παρόλο που σπούδασε φιλοσοφία).
Η μαντεμουαζέλ όμως, γαλουχημένη με τη λογική-αισθητική της σταχτοπούτας, ξέρει πως μόνο απευθυνόμενη, στις στρατιές της απαίδευτης μάζας, κάνοντας την  να νιώσει έστω για λίγο ξεχωριστή, θα κάνει ταμείο. Εκτός από μπακάλικο το εγχείρημά της, είναι και αισχρό και γελοίο.

ΥΓ. Δεν θα αναφερθώ στην άλλη καρικατούρα του ανεκδιήγητου αυτού πονήματος.

Χριστιάνα Βέλλου
Είναι η δεύτερη προσπάθεια που κάνω για να το διαβάσω, η πρώτη (το περασμένο καλοκαίρι) απέτυχε ίσως γιατί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το ξεκίνησα δεν ήταν οι κατάλληλες. Όταν η Άννα το πρότεινε είπα φωναχτά «Ωχ, όχι…».

Τελικά το διάβασα. Έχω την αίσθηση επιφανειακής γραφής και ίσως και κάποια επίδειξη γνώσεων, που σε κάποια κεφάλαια φτάνουν σε κρεσέντο υπερβολής. Επίσης, βρήκα  υπερβολική αυτήν την «πάλη των τάξεων» μεταξύ θυρωρού και πλουσίων αλλά επειδή συμβαίνει σε μια άλλη χώρα, ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και έτσι.

Παρόλα αυτά, η σχέση της κυρίας Μισέλ με την μικρή Παλόμα (δύο χαρακτήρες σοκαριστικά ωμής ειλικρίνειας) κάνει το βιβλίο να έχει ροή, ατμόσφαιρα και ιδιαιτερότητα. Ο από μηχανής θεός  κύριος  Κακούρο Οζο που εκπροσωπεί τη διαφορετική κουλτούρα καθώς και η φίλη Μανουέλα είναι οι χαρακτήρες που εξισορροπούν και γλυκαίνουν»  το «στόρυ».
Κρατάω 2 σελίδες του βιβλίου:
Σελίδα 19 « Οι άνθρωποι νομίζουν ότι ακολουθούν τα άστρα, μα καταλήγουν πάντα μέσα στη γυάλα,  σαν τα χρυσόψαρα».
Σελίδα 256 κεφάλαιο 11 ένα κείμενο « Σε τι χρησιμεύει η Τέχνη;………………. Η Τέχνη είναι η συγκίνηση χωρίς την επιθυμία»
            Χριστιάνα Βέλλου

Χριστίνα Βουμβουράκη 
Γκαντεμιά! Πάνω που βρήκα μια ήσυχη γωνία και στρογγυλοκάθισα όμορφα όμορφα, να σου δίπλα μου η Ρενέ και η Παλόμα. Τα ονόματα τους, όχι ότι ποτέ τις ρώτησα, τα έμαθα επειδή έχουν την κουραστική συνήθεια να ασχολούνται διαρκώς με τον εαυτό τους. Μονολογούν ακατάπαυστα για τους πάντες και τα πάντα προσπαθώντας να επιβεβαιώσουν την υπεροχή τους, υποκρινόμενες ταυτόχρονα ότι αδιαφορούν γι αυτήν. Είναι να μη σου τύχει!

Ρενέ και Παλόμα λοιπόν, που πάει να πει, αν το καλοσκεφτείς, ειρήνη και περιστέρι. Ίσως και να είναι τυχαίο, αλλά δεν μου φεύγει απ’ το μυαλό ότι αυτές οι δυο προσπαθούν να μου μεταφέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα μιας λυτρωτικής συμφιλίωσης. Έχω τεντώσει τα αυτιά μου (περίεργο θέαμα θα είμαι) και περιμένω να το ξεστομίσουν. Πόσο άραγε θα χρειαστεί να περιμένω;

Εντωμεταξύ, μια «βαθυστόχαστη σκέψη» στο «ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου»: Σ’ ένα μυθιστόρημα όσο και για ό,τι και να φλυαρήσει ένας ήρωας θα παραμένει χάρτινος, μέχρις ότου, ή μέχρις Όζου στην προκειμένη περίπτωση, εμπλακεί στη δράση. Πραγματικό ήρωα, και γιατί όχι και υπερήρωα, αν είναι γραφτό του, τον καθιστούν μόνο τα γεγονότα. Κι αν αυτή η διαπίστωση αφορούσε μόνο τους χαρακτήρες των όποιων αναγνωσμάτων μας δεν θα την έλεγες δα και βαθυστόχαστη. Τι γίνεται όμως, όταν την ξεχειλώσουμε κατάτι ώστε να αφορά τον καθένα μας; Τι γίνεται όταν «κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ΔΕΝ είναι συμπτωματική;» Τι γίνεται όταν εμείς οι ίδιοι καλούμαστε να σταματήσουμε να είμαστε παρατηρητές; Να τολμήσουμε να επικοινωνήσουμε, να μοιραστούμε, να εμπλακούμε, να δράσουμε· και όχι μόνο να σκεφτούμε για να υπάρξουμε; Ακόμα και υπό την απειλή του αστάθμητου κινδύνου να μας παρασύρει θανάσιμα κάποιο διερχόμενο φορτηγάκι;

(Αλήθεια, πόσο θα γούσταρα να υπήρχε έστω ένας κουλτουριάρης υπερήρωας! Να διαρρηγνύει τα ιμάτια του και να σώζει τον κόσμο με τις πιο φευγάτες ιδέες!)  

Και πάνω που είχα χάσει κάθε ελπίδα και η ώρα δεν περνούσε ούτε με την αποτύπωση των «βαθυστόχαστων σκέψεων» μου, ούτε και με την ανάγνωση της υπέροχης ενορχηστρωμένης μπαλάντας του δανεικού φουστανιού, το είπε! Για όσους δεν άντεξαν μέχρι τέλους, η Ρενέ ήταν αυτή που μετέφερε το μήνυμα. Μόνο που δεν θα το έλεγες και χαρμόσυνο. «Πεθαίνω εν ειρήνη»; Τι, δηλαδή, δεν έζησε τελικά αυτή καλά, για να ζήσουμε και εμείς καλύτερα; Όλα χαράμι! Όχι επειδή η Ρενέ μας άφησε χρόνους, πριν προλάβει να χαρεί την υπέρβαση της, αλλά επειδή η μικρή Παλόμα φάνηκε αποφασισμένη να αναλώσει την υπόλοιπη ζωή της και την περίσσεια εξυπνάδα της αναζητώντας το «πάντα μέσα στο ποτέ» ή για να το κάνω πιο λιανά την πεμπτουσία της ωραιότητας. Φέξε μου και γλίστρησα.