20 Μαΐου 2014

Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος):

Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

Ξενόγλωσσος τίτλος: Voyage au bout de la nuit 
Εκδόσεις: Εστία, 2007
04-04-2012
Βιβλίο 11ο
Πρόταση της Ιφιγένειας Θεοδωρίδου

Lire extraits de nos opinions
à la fin du poste
Traduit de l' Antigone Papadakis
Read extracts of book reviews 
at the end of the post
translated by Christiana Vellou and Xristina Kelesidou
 



Ιφιγένεια Θεοδωρίδου 
«Υπάρχουν κάποιες λέξεις κρυμμένες ανάμεσα στις άλλες, σαν χαλίκια. Δεν τις ξεχωρίζεις εύκολα, να όμως που σου κάνουν όση ζωή διαθέτεις να τρέμει σύγκορμη, στο κάθε δυνατό κι αδύνατο σημείο της… Τότε πλακώνει ο πανικός… Μια πλημμυρίδα… Μένεις εκεί δα σαν κρεμασμένος, πάνω απ΄ τις συγκινήσεις… Είναι μια θύελλα πάρα πολύ σφοδρή για σένα, τόσο άγρια που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο μόνο και μόνο με τα συναισθήματα… Άρα, δεν φυλαγόμαστε ποτέ αρκετά απ' τις λέξεις, ιδού το συμπέρασμά μου».
Διαλέγω τα λόγια του Σελίν για να περιγράψω τα συναισθήματά μου από την ανάγνωση του κορυφαίου και συγκλονιστικού μυθιστορήματός του «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».
Ο Λουί Φερντινάν Ντετούς (Σελίν ήταν το όνομα της γιαγιάς του), στο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», με εύστοχη πέννα ανατέμνει μέσα από την ιστορία του στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την εμπειρία του στην Αφρική, μετέπειτα στην Αμερική και την επιστροφή του ξανά στη γενέθλια πόλη-χώρα, την «πυώδη επιφάνεια της κοινωνίας και της ανθρώπινης ψυχής»*. (*Γιώργης Βύρων Δαβός)
Σελίδα σελίδα, εισχωρεί μέσα μας και μας κυριεύει κυριολεκτικά. Το ύφος του αξεπέραστο. Η πρόζα του, αιχμηρή, αθυρόστομη, εύστοχη, κυνική και ερμητικά πεσιμιστική. Η ασύλληπτη ωμότητα της γλώσσας του, βλάσφημη και απελευθερωτική.
Ο νεαρός Μπαρνταμού θα καταταγεί στο στρατό για να πολεμήσει εναντίον των Γερμανών, για να δει αν είναι έτσι όπως τα έλεγαν με τον Αρθούρο Γκανάτ. Και άμα είδε κατά που τραβούσε το πράγμα, είπε: «Δεν έχει πια πλάκα! Γράψε λάθος!» Κι έκανε να του δίνει. Μα ήταν αργά! Πιάστηκε στη φάκα, σαν τα ποντίκια. Όπου θα βιώσει τον παραλογισμό, την φρίκη και την ανοησία του πολέμου. Στο ιδεώδες του πολέμου αντιτείνει γλαφυρά και εύστοχα: «…να υπερασπισθούμε τη γαλλική φυλή! –Το ’χει όντως μεγάλη ανάγκη η γαλλική φυλή, δεδομένου ότι δεν υφίσταται! […] Η φυλή, όπως έτσι την αποκαλείς, είναι απλώς όλο τούτο το συνονθύλευμα στο γένος μου των κουρελήδων, των τσιμπλιάρηδων, των ψωριάρηδων, των αλητών, που ξεβράστηκαν εδώ χάμου κυνηγημένοι από την πείνα, την πανούκλα, τους όγκους και το κρύο, που κοπιάσανε εδώ ηττημένοι από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου».
Η καινοτομία του Σελίν ήταν η «συμμέτοχη γλώσσα» λέει στο επίμετρο η μεταφράστρια και πράγματι, ζωγραφίζει, ακόμα και όταν περιγράφει τη συμμετοχή των ζώων, ο λόγος του καίει την καρδιά και το μυαλό: «Θα τον έριχνα εγώ στους καρχαρίες να τον χάψουνε τον ταγματάρχη Πενσόν, και τον μοίραρχό του αντάμα, για να τους μάθω τι θα πει ζωή… και το άλογό μου επίσης, για να μην τυραννιέται άλλο, αφού δεν είχε πια ράχη το δόλιο, τόσο που πονούσε, δυο λωρίδες σάρκας μονάχα απόμειναν στη θέση της, κάτω από τη σέλα, φαρδιές σαν τα δυο μου μπράτσα, κακοφορμισμένες, ανοιχτές, με μεγάλα αυλάκια πύον που του στάζαν απ’ τις άκρες της κουβέρτας ίσαμε του ταρσούς. Κι όμως έπρεπε να τροχάζω καβάλα κει πάνω, εν δυο… Αυτό συστρεφόταν απ΄τον τροχασμό. Μα τα’ άλογα είναι πολύ πιο καρτερικά απ’ τους ανθρώπους. (…) Άμα καβαλίκευες στη ράχη του, πονούσε τόσο που καμπούριαζε, σάμπως καλοσυνάτα, και τότε η κοιλιά του ‘φτανε ίσαμε τα γόνατα».
Απαλλάσσεται από τον πόλεμο λόγω ψυχικής διαταραχής για να πάει στην Αφρική και να συναντήσει τον ανθρώπινο παραλογισμό. Βιώνει την εκμηδένιση του ανθρώπου. Τις εσχατιές της φρίκης. Διαλέγει τον ρόλο του περιθωριακού παρατηρητή και χρωματίζει τον ανθρώπινο τραγέλαφο με διεισδυτικότητα και ευφυΐα. Και ενώ φτάνει στο αποκορύφωμα του κυνισμού, του ξεφεύγει ένας λυρικός συναισθηματισμός για τον λοχία Αλσίντ: «Ήταν φανερό ότι ο Αλσίντ κυκλοφορούσε μ’ άνεση μες στο μεγαλειώδες, σαν στο σπίτι του ούτως ειπείν, μιλούσε στους αγγέλους με το "συ" αυτός ο τύπος, και δεν τον έπαιρνες χαμπάρι. Είχε προσφέρει, δίχως καλά καλά να το καταλάβει, σε μια κοπελίτσα, μακρινή συγγενή του, χρόνια μαρτυρίου, την εκμηδένιση της φτωχής του ζωής σ’ αυτή τη ζεματιστή μονοτονία, δίχως όρους, δίχως παζάρι, δίχως συμφέρον άλλο απ’ αυτό της καλής του καρδιάς. Πρόσφερε σ’ εκείνο το μακρινό κοριτσάκι αρκετή τρυφερότητα για να ξαναγίνει ο κόσμος απ’ την αρχή, και δεν το ‘βλεπε κανείς. Αποκοιμήθηκε μεμιάς, στο φέγγος του κεριού. Θέλησα να ξανασηκωθώ για να κοιτάξω καλά τα χαρακτηριστικά του στο φως. Κοιμόταν σαν όλο τον κόσμο. Έμοιαζε πολύ κοινός. Κι όμως, δε θα ‘ταν άσχημα αν υπήρχε κάποιο κόλπο για να ξεδιακρίνεις τους καλούς απ’ τους κακούς».
Η βαρβαρότητα της αποικιοκρατίας και οι συνθήκες ζωής σχεδόν  θα τον συνθλίψουν. Άρρωστος με παραληρηματικό πυρετό θα μπει σ’ ένα ισπανικό πλοίο για να φτάσει στη Νέα Υόρκη, που πάντοτε ονειρευόταν να ζήσει. Μα η Αμερική τον εκμηδενίζει ακόμα περισσότερο. Η μοναξιά και η εξαθλίωση τον ακολουθούν σε κάθε του βήμα στο Νέο Κόσμο. Μοναδική στιγμή τρυφερότητας για τη Μόλλυ, μια μικρή πόρνη. 
Επιστρέφει στη Γαλλία όπου τελειώνει τις ιατρικές του σπουδές. Φευ, τίποτα δεν θα γλυκάνει τον βίο του Μπαρνταμού, η μιζέρια που συναντά είναι απίστευτη. Δουλεύει χωρίς αμοιβή σε λούμπεν γειτονιές, «ανήμπορος γιατρός των καθημαγμένων».
Ο Σελίν δεν διστάζει να αποκαλύψει την μικροψυχία και την ανάπηρη ανθρώπινη φύση: «… η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο από τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ’το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε».
Ο Σελίν λήγει το μυθιστόρημά του με μια σκηνή εξόχως κινηματογραφική. Εννοώ τη σκηνή στο λούνα πάρκ, όπου ο Μπαρνταμού με τον Ροβινσώνα, τη Σοφία και τη Μανταλένα περιπλανιούνται μέσα σε μια χαρούμενη κοσμοπλημμύρα, προσπαθώντας να διασκεδάσουν και όλο το σκηνικό προοικονομεί το επερχόμενο κακό: το φόνο του Ροβινσώνα.
Ο Κάφκα σε μια επιστολή στον Όσκαρ Πόλλακ του λέει: «…θα έπρεπε κανείς μόνο τέτοια βιβλία εν γένει να διαβάζει, που τον δαγκώνουνε και τον κεντάνε. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ξυπνά με μια γροθιά στο κρανίο, για ποιον λόγο διαβάζουμε τότε το βιβλίο; [...] Χρειαζόμαστε τα βιβλία που επενεργούν επάνω μας σαν δυστυχία που μας πονάει πολύ, [...] σαν να ήμαστε διωγμένοι σε δάση, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους, σαν αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Νομίζω, ο Κάφκα περιγράφει με ακρίβεια, τι βιβλίο είναι το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».


 Mαρία Tριανταφυλλίδου
«...Άρχισε να δέχεται κάθε θυσία, από όπου κι αν προέρχεται, όλα τα κρέατα, η Πατρίς [...] Σας το λέω, ανθρωπάκια, κορόιδα της ζήσης, ξυλοδαρμένα, πουλημένα, παγίως ιδρωμένα, σας προειδοποιώ, αν οι μεγάλοι τούτου του κόσμου βαλθούν να σας αγαπάνε είναι γιατί ετοιμάζονται να σας μετατρέψουν σε σαλάμια μάχης [...] Όσους δε θέλουν μήτε να πολεμήσουν μήτε να σφάξουν κανέναν, τους βρομοειρηνιστές, να τους μαγκώσουμε με δεκατρείς τρόπους [...] για να μάθουν τι θα πει ζωή, τα σπλάχνα απ’ το κορμί, τα μάτια απ’ τις κόγχες, τα χρόνια απ’ την ξεκουτιάρα κωλοζωή τους!» (σ. 87-89) λόγια δύσκολα, ειπωμένα με τα χείλη του Πρενσάρ, «που είχε το βίτσιο των διανοουμένων, ήταν υπερφίαλος» (σ. 90) σε μιαν αφήγηση σε α’ πρόσωπο, προσωπική εντελώς.
Δυσκολεύτηκα, κι όχι μόνο στις πρώτες σελίδες, αρκετά, ζορίστηκα, αγκομάχησα να προχωρήσω... και τώρα που το τέλειωσα, αναρωτιέμαι γιατί... γιατί οι λέξεις του, πολλές, πάμπολλες, φλύαρες οι λέξεις του, περιγράφουν το σκοτάδι, το θάνατο, το έρεβος, το φόβο... και δεν τα θέλω στη ζωή μου αυτά... Ακόμη και στις απλές περιγραφές, τις “όμορφες” δίνει κάτι από μαυρίλα, από σκοτάδι: «Ο ουρανός παρήλαυνε επί μία ώρα, πιτσιλισμένος μέχρι τρέλας σ’ όλο του το μήκος από πορφύρα, κι έπειτα το πράσινο έσκαγε σαν πυροτέχνημα ανάμεσα στα δέντρα κι ανέβαινε όλο τρεμάμενες γραμμές απ’ το έδαφος ίσαμε τα πρώτα αστέρια. [...] και μετά ξανά το κόκκινο, ένα κόκκινο κουρασμένο όμως, κι όχι για πολύ. Έτσι τέλειωνε. Όλα τα χρώματα πέφταν πάλι κουρελιασμένα, ξεχειλωμένα πάνω στη ζούγκλα σαν ξεφτισμένα κοστούμια μετά την εκατοστή παράσταση» (σ. 205).
Όλα του τα ταξίδια, στον πόλεμο, στην Αφρική, στο Νέο Κόσμο και πίσω πάλι στη Γαλλία, τη νύχτα έχουν μέσα τους, αυτήν ψάχνουν, μια απέραντη νύχτα: «Ήμουν προπαντός ένοχος επειδή κατά βάθος λαχταρούσα να συνεχιστεί όλο αυτό. Και μάλιστα επειδή δεν είχα καμιά αντίρρηση να πάμε όλοι μαζί τσάρκα, όλο και πιο μακριά μες στη νύχτα» (σ. 389). «Να τι είναι η ζωή, ένα κομμάτι φως που καταλήγει στη νύχτα» (σ. 399). Ακόμα και το φως, το παραδέχεται, γίνεται σκοτάδι.
Ξέρει να δουλεύει τις λέξεις καλά, πολύ καλά, όμως όλες έχουν μέσα τους θάνατο, μαυρίλα... και το άσχημο είναι ότι δείχνει να μην υπάρχει γι’ αυτόν τίποτε άλλο παραπέρα: «...οι άνθρωποι... στριμωγμένοι σαν σκουλήκια... ξύνουν την κοιλιά τους..., εκκρίνουν λίγα κέρματα, και να τους που σπεύδουν να χωθούν, ...στις τρύπες του φωτός...» (σ. 411-412).
«Χασκογελούσαμε απ’ τη χαρά μας κι απ’ τις μπύρες και δώσ’ του μπίρες που πίναμε ... πανευτυχείς που ξανανταμώσαμε [...] μόνο αυτό έχουμε στο νου μας! Στην κούνια, στον καφενέ, στο θρόνο, στον καμπινέ. Παντού! Παντού! Την ψωλή! Ναπολέων Ξεναπολέων!...» (σ. 413-414). Κι αρχίζει ο Σελίν τις αθυροστομίες του... και φιλοσοφεί... «Τι τρελοκομείο η στερημένη ζωή!... Σου κατεβαίνουν λοιπόν σιχαμερές σκέψεις, όσο σ’ αποβλακώνει η ανάγκη, όσο μέσα στο κάθε σου δευτερόλεπτο στριμώχνεται ένας πόθος για χίλια άλλα πράγματα, ένας πόθος γι’ αλλού» (σ. 415).
Και κάποιοι στοχασμοί ανάμεσα: «Ο πόνος εκτίθεται, ενώ η λαγνεία και η ανάγκη αισχύνονται» (σ. 422). «Είχαμε φτάσει στην άκρη του κόσμου, ήταν όλο και πιο ξεκάθαρο. Δεν μπορούσαμε να πάμε πιο μακριά, γιατί πέρα από κει ήταν μονάχα οι πεθαμένοι» (σ. 429). Κι εδώ, νομίζω, τελειώνει αυτό που θέλει να πει, το ηθικό δίδαγμα δηλαδή.
Αλλά και κάποια λόγια “τρυφερά” για τον άνθρωπο, για τους ανθρώπους… «Ύστερα από χρόνια, όταν τα ξανασκέφτεσαι, σου ‘ρχεται να ξαναβρείς τις λέξεις που είπαν κάποιοι άνθρωποι, όπως και τους ίδιους ανθρώπους, για να τους ρωτήσεις τι θέλαν να σου πουν... Μα αυτοί έχουν φύγει!... Δεν είχες αρκετή μόρφωση για να τους καταλάβεις... Πρέπει λοιπόν να συνεχίσεις το δρόμο σου ολομόναχος μες στη νύχτα» (σ. 442).
«Κι είναι πολύ σύντομη η ζωή. Δεν θες ν’ αδικήσεις κανέναν. Έχεις ενδοιασμούς, διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην τυχόν αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις, γιατί τότε θα ‘χεις έρθει τζάμπα στη γη, ό,τι χειρότερο» (σ. 446). Όμως, παρλάρει ανενδοίαστα «...ώσπου να ‘ρθουν κάποιοι που θα το πιάσουν το παραμύθι, όλο το παραμύθι... Όπως κουρεύουμε τη χλόη στα παρτέρια ως τη στιγμή που φυτρώνει το καλό γρασίδι, το τρυφερό» (σ. 447).
Στο τέλος αναρωτήθηκα: πάω με το μέρος του; Βρίσκομαι απέναντι; Μάλλον το τελευταίο νιώθω αμετανόητα γιατί:
Κέρδισα
να νιώθω κάπου ξέμπαρκο
ένα φως,
να ψάχνω τη χαραμάδα του
ν’ ανοίξω,
να βλέπω τα όνειρά μου
χρωματιστά,
να θέλω
να τα ζήσω…

Η μετάφραση εξαιρετική! Δύσκολη, δίνει, νομίζω, το νόημα, το κλίμα, την αίσθηση του βιβλίου.
Με ξένισαν τα ρήματα στο γ’ πληθυντικό έτσι όπως ειπώθηκαν, πχ: παραμονεύαν, παίρναν, μοιράσαν, τρέμαν, βγαίναν, διαβάζαν, κλείναν, καθαρίζαν κλπ, όμως, νομίζω, ότι και αυτά ακόμα δίνουν το χαρακτήρα που ήθελε ο Σελίν στο κείμενό του, “περιθωριακό”
Αν τον σκηνοθετούσα...
θα ‘θελα να του κάνω “χαλάστρα”!
Θα ‘θελα να τον παρουσιάσω μέσα στο φως, “να παίζει νεκρά”, κινηματογραφικά, νησίδα σκοταδιού μέσα σ’ ένα ολόλαμπρο φως, ένα φως χρωματιστό, όχι σκληρό, όχι “ιατρικό”, όχι ανακριτικό, εξεταστικό, ψυχρό, ανελέητο φως, αλλά ένα φως “ανθρώπινο”, ζεστό, χρωματιστό, ζωντανό..., με ηθοποιούς να ζουν, να περιγράφουν παράλληλες ζωές, αυτές τις ίδιες, αλλιώς, κι αυτόν, σε α’ πρόσωπο, να περιγράφει τα “δικά του” μέσα στους τοίχους του, στους τοίχους της δικής του ”μαύρης ζωής”, και να αφήνεται ο θεατής να βάζει τη δική του «τελεία και παύλα» (σ. 585).  


Χριστίνα Κελεσίδου
Μεγάλος δεξιοτέχνης του λόγου, ξέρει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προβληματίζει με αλήθειες αλλά και κουράζει με την συνεχή δυστυχία που επικρατεί από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου.

Το" ταξίδι" για τον Σελίν είναι σίγουρα μόνο στη νύχτα, γιατί δεν αγάπησε τίποτα και κανέναν. Η μοναδική αναφορά που κάνει για την αγάπη είναι στη σελ. 444, που λέει ότι "η αληθινή νιότη, παπά μου, η μόνη, είναι να αγαπάς τους πάντες χωρίς διακρίσεις, μονάχα αυτό είναι αληθινό, χωρίς διακρίσεις, μονάχα αυτό είναι αληθινό, μονάχα αυτό είναι καινούριο και νεανικό..."

Χάρηκα που γνώρισα αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα, αλλά δεν θα τον ξαναδιάβαζα, θα προτιμούσα να έχει γράψει για το ταξίδι του στην άκρη της ημέρας, γιατί η ζωή δεν έχει μόνο μια όψη, της νύχτας, αλλά και της μέρας και του φωτός... αρκεί, να την αναζητήσουμε.
Ας βρούμε λοιπόν σε αυτήν την Λέσχη να διαβάσουμε κάτι φωτεινό!!!


Στεφανία Βελδεμίρη
Νιώθω σαν να έμαθα μια ξένη γλώσσα, όχι μια ιστορία. Στην αρχή αργά, πάλευα με τις λέξεις, τις φράσεις, το ταξίδι που έτρεχε στις σελίδες. Πήγαινε αργά το διάβασμα και με τη βεβαιότητα πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Κάπου εκεί στις αποικίες είπα, με τίποτα, δεν πάει άλλο, θα μάθω άλλη γλώσσα. Μετά διάβασα και λίγο με το ζόρι, σαν να λυπήθηκα τα δίδακτρα για τα προηγούμενα μαθήματα, και ξαφνικά άρχισε να κυλάει νεράκι, σαν να άλλαξα δάσκαλο ένα πράμα και σε λίγες ώρες τσακ μπαμ, έτοιμη και για εξετάσεις. 
Τα είπε όλα ο Σελίν. Όλα για όλα. Είπε την αλήθεια που είναι άσχημη και κακιά. Μας θύμισε πόσο μικροί και ελάχιστοι και τελειωμένοι είμαστε. Τα στολίδια της ευτυχίας ήταν τα θρύψαλα στα οποία μας έβαλε να περπατήσουμε ξυπόλητοι.
Μου άρεσε πάρα πολύ το κομμάτι της περιγραφής της βαρβαρότητας και της ισοπέδωσης του πολέμου. Ήταν το πιο δυνατό και το πρώτο... Στις αποικίες και στη γαλέρα, βαρέθηκα. Ωραία ήταν, δε λέω, αλλά σαν να είπε πολλές φορές τα ίδια μου φάνηκε. Αμερική, θαύματα, και πίσω από όπου ξεκίνησε. Ιστορίες, περιπέτειες, άνθρωποι, ζωές, όλα ένας βομβαρδισμός από λέξεις. Ωραία. 
Μου έκανε εντύπωση η ευκολία που έβρισκε και συναντούσε μικρούς ανθρώπους μέσα σε τεράστιες άγνωστες χώρες και πόλεις. Τι τσακαλάκι.
Υπάρχουν πολλά πολλά σημεία που μου άρεσαν πάρα πολύ και τα έχω ξεχωρίσει.
Είναι όμως τελικά αυτό που κατάλαβα το βιβλίο: η περιγραφή της ασταμάτητης, ανεπιτυχούς προσπάθειας ενός ανθρώπου να πεθάνει. Και επίσης η περιγραφή και πετυχημένη κατάληξη της ίδιας προσπάθειας ενός άλλου. Που από την πρώτη συνάντηση και για όλο το ταξίδι δεν τον είχε και περί πολλού...
Δυσκολεύομαι να πω ποιος από τους δυο τους είναι ο ήρωας του βιβλίου τελικά. Αυτός που μιλάει για τη ζωή του και "πιάνει" πιο πολύ χώρο στις σελίδες ή ο άλλος, ο Ροβινσώνας, που είναι πανταχού παρών ακόμη και όταν λείπει από τις σελίδες; Ο πετυχημένος στον αρχικό του στόχο να βρει το "κόλπο για να να την κοπανήσει" (σελ. 57 άρχισε να το εφαρμόζει και στη σελ. 575 τα καταφέρνει) ή αυτός που έμεινε ζωντανός να το ψάχνει ακόμη; (σελ. 57 άρχισε και ακόμη ψάχνει).
Και αυτή η αναζήτηση του κόλπου, ίσως να μην ήταν η σκέψη που τριβέλιζε το μυαλό τους νυχθημερόν, μα το ένστικτο που τους οδηγούσε ανάμεσα σε δυο δρόμους πάντα στον χειρότερο. Εξ ου και το κοινό ταξίδι. Μα ο τρόπος διαχείρισης της Μανταλένας... του κοινού χειρότερου δρόμου τους... Ο Ροβινσώνας έδωσε ρέστα. Ήταν το καλύτερο κόλπο του. Γι' αυτό και νίκησε.

Υ.Γ. Παρακαλείται ο συντονιστής να μοιράσει καραμελίτσες στα παιδάκια που τελείωσαν το βιβλίο χωρίς κλεψιές. 

Ακουαρέλα και κατακάθι ελληνικού καφέ σε ζωγραφιά της Στεφανίας Βελδεμίρη

Extracts of book reviews

Maria Triantafyllidou

"It struggled me, not only at first pages and it was very hard to proceed, making me wonder why, after having finished the book…
Why so many words to describe the darkness, the fear, which I do not want in my life…
He (the writer) knows very well  how to work with words, all full of death and darkness…
Excellent translation.

Stefania Veldemiri
"Said it all by Celine. He wrote about the ugly and cruel truth. He reminded us how small and nasty and finished we are. The ornaments of happiness were the shatters of glass, on which we had to walk , barefoot. The part of the description of barbarity and  leveling of the war  was absolutely amazing..
It was the most powerful part  of the book…

I was bored as I was reading about the colonies and the galleon".

Ifigenia Theodoridou
Page by page, penetrate us and concurred us completely. The style sublime. The prose, sharp, foulmouthed, pointed, cynical and hermetically pessimistic. His language raw, blasphemous and liberating. Celin's novelty in this book was ''the participated language''
says the translator in the postscript and indeed, he paints, even when describing the involvement of animals and his speech, burns heart and mind. 

Christina Kelesidou
A great master of the language, he knows how to keep up the reader's interest and we are concerned about his truths but he becomes tiring by the continuous misery from the beginning to the end of the book. The ''journey'' forCelin is surely only, into the  night ,because he didn't love nothing or anyone. I am glad I have known the author but I wouldn't read him again. 

Extraits des nos opinions



Iphigénie Theodoridou
Page à page , l’écrivain pénètre dans notre coeur et nous envahit littéralement. Son style est insurpassable, sa prose pointue, grand gueule, précise, cynique et hérmétiquement pessimiste. La cruauté de sa langue est insaisissable, blasphématoire et libératrice...La traductrice , dans le rajout, nous dit que l’innovation de Céline est “la langue participante” et en effet, l’écrivain peint , même quand il décrit la participation des animaux. Son discours brûle le coeur et l’esprit. 

Nikos Matenidis
J’ai affronté beaucoup de difficultés pas seulement en lisant les premières pages du livre, je me suis assez forcé j’ai râlé avancer et maintenant que je l’ai fini, je me demandé pourquoi... pourquoi ses mots, ses mots bavards, décrivent l’obscurité, la mort, le néant, la peur. Bien sûr, je ne voudrais jamais baser ma vie sur ces notions. Céline sait très bien élaborer les mots mais tous englobent la mort, le noir. La traduction est excellente. 

Christine Kelessidou
Grand virtuose de la parole, il sait garder l’intérêt du lecteur il pose des questions sur les vérités mais il fatigue le lecteur avec tout ce maleur qui domine son livre du début jusqu’ à la fin. Le “voyage” pour Céline se réalise bien sur dans la nuit parce qu’il n’a rien et personne aimé. Je suis heureuse d’avoir connu ce grand écrivain mais je n’aurai pas le courage de le rélire.