1 Σεπτεμβρίου 2014

Πιέρ Ασουλίν, Οι προσεκλημένοι / Οι αναγνώσεις μας (3ος χρόνος)

 Πιέρ Ασουλίν, Οι προσεκλημένοι

Ξενόγλωσσος τίτλος: LES INVITES
Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη 
Εκδόσεις: Πόλις, 2012
  
30/4/2014 
Βιβλίο 50ο
  Πρόταση της Ντίνας Παπαδοπούλου

Lire extraits de nos opinions
à la fin du poste
Traduit de l' Antigone Papadakis
                                                                       




Ντίνα Παπαδοπούλου
Το διάβασα μόλις κυκλοφόρησε έχοντας την εμπειρία του πρώτου του βιβλίου,  Ξενοδοχείο Lutetia, που μου είχε αρέσει πολύ. Διαβάζοντάς το σκέφτηκα πως θα είναι η επόμενη πρότασή μου για τη λέσχη. Τα έχει όλα, και προσεγγίζει καίρια τα προβλήματα της εποχής μας με πολύ κομψό τρόπο. Ένα βιβλίο σύγχρονο, που δεν ηθικολογεί αλλά απλά τοποθετείται στον υφέρποντα ρατσισμό, στην κοινωνική υποκρισία, στους νεόπλουτους, στο θέμα της άρνησης του Ολοκαυτώματος, στις κοινωνικές συναλλαγές.

Ξεκινά με τις σχέσεις της Σόνιας με την κυρία- Nτι και τα αυστηρά καθορισμένα όριά της. (Σελ. 14) Η Σόνια το ήξερε. Η κυρία-Nτι ήξερε ότι η Σόνια το ήξερε και συνεχίζει καταλήγοντας: Επιτρέπεται η συνομιλία αλλά όχι η ανταλλαγή απόψεων, αυτό θα σήμαινε οικειότητα και θα έθιγε τη σχέση εξουσίας. Αργότερα τοποθετεί τους προσκεκλημένους απέναντι στη Σόνια, με άγριες διαθέσεις, που η Σόνια όμως τις αντιμετωπίζει με ηρωισμό και ψυχραιμία, θα έλεγα. 
Μιλά για τις σχέσεις της κυρίας-Ντι και γενικότερα για τη χρησιμότητα των σχέσεων στην παριζιάνικη κοινωνία -και γιατί όχι και αλλού;- και αναφέρεται (σελ. 17) σε μια γνωριμία της από το πανεπιστήμιο, που τη χαρακτηρίζει σαν λογαριασμό στην Ελβετία, που δε νοιώθουμε την ανάγκη να τον βλέπουμε καθημερινά, έχουμε όμως ανάγκη να ξέρουμε ότι υπάρχει. Και παρακάτω (σ. 125) αναφέρεται στους κυρίους με τα καρνέ διευθύνσεων, οι οποίοι κάνουν ταχυδακτυλουργίες με τα δίκτυα των γνωριμιών τους ακόμα και όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Λαθρέμποροι επιρροής χαρακτηρίζονται.
Μου άρεσε ο ειρωνικός, δηκτικός, σαρκαστικός και με λίγη  δόση black humor τρόπος που  μιλά για τις καταστάσεις και τις συμπεριφορές της υψηλής λεγόμενης κοινωνίας, μια παντρεμένη γυναίκα την αναγνωρίζεις (σ. 87) από τα διαμάντια της και τους πονοκεφάλους της. Για τον Κοστιέρ (σ. 101) το υπουργείο παιδείας τού γύρισε πρόωρα την πλάτη και παρακάτω συνέχιζε να λέει πως τοποθετούσε τους πίνακες στον τοίχο, ταυτίζοντας το κρέμασμα ενός πίνακα με μια χρηματοοικονομική πράξη. Και όταν αναφέρεται το όνομα του Ζενέ, η Συμπίλ, η σύζυγος Κοστιέρ, ρωτά ποιος είναι αυτός. Αναφέρεται στις πλαστικές επεμβάσεις της (σ. 42). Όταν η Συμπίλ του ζήτησε φωτιά, έμεινε αποσβολωμένος. Γιατί η Συμπίλ ήταν σε τέτοιο βαθμό επιδιορθωμένη και ξανά-επιδιορθωμένη, που ακόμα και οι φωνητικές χορδές ηχούσαν σαν πιάνο κουρδισμένο την προηγούμενη μέρα. Ήταν νεο-γυναίκα.  Κριτικάρει διαμέσου της Κριστίν τις ενδυματολογικές επιλογές  ανδρών και γυναικών (σ. 58) και δεν καταλάβαινε αυτήν τη συνήθεια των ανδρών να ντύνονται σαν ιδιοκτήτες γραφείου τελετών και παρακάτω:  Όμως η παράδοση δεν είχε προβλέψει ότι, κάποια μέρα, οι γυναίκες θα επινοούσαν μια εμφάνιση εξίσου πένθιμη με εκείνη των ανδρών, η οποία θα μακροημέρευε τόσο.
Είναι ενδιαφέρουσα η αναφορά στη λέξη προσκεκλημένοι, δίνοντάς της μιαν ιδιαίτερη ερμηνεία και σημασία (σελ. 130). Οι Εβραίοι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι προσκεκλημένοι στον κόσμο, γιατί η μακραίωνη εξορία τους τους προσάρμοσε σε αυτή την κατάσταση. Θα έπρεπε να τους έχουμε ως πρότυπο. Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες (σ. 159). Πολύ χαρακτηριστική η συζήτηση της Σόνιας με τον Μπανόν: Δεν παύουμε να’αγαπάμε τη χώρα μας επειδή κάποιοι από τους κατοίκους της έχουν πάψει να είναι αξιαγάπητοι. Όμως εδώ θα σας θεωρούν πάντα προσκεκλημένη. Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου και αν πάω. Έτσι είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νοιώθω λιγότερο προσκεκλημένη. Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της....οι ξένοι της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω.
Και εκεί που γέλασα πολύ (σ. 170) ήταν με τα σοκολατάκια και τα μεγάλα ταξίδια που κάνουν κάποια από αυτά τα κουτιά.  Μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια και κάποια παρόμοια περιστατικά.
Θα έλεγα πως η αφήγησή του είναι πολύ κομψή, με διαβρωτική ειρωνεία και  σαρκασμό. Είναι εύρημα η παρουσία της Σόνιας, που δρα σαν καταλύτης στη συγκέντρωση με πολύ ενδιαφέρουσες εξελίξεις και αποκαλύψεις. Μου θύμισε Μπουνιουέλ και την ταινία «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», όπως  κάπου αναφέρεται άλλωστε. Δεν κρύβω ότι με γοήτευσε η γραφή του, ίσως γιατί συμφωνώ μαζί του στα περισσότερα. Ένα μόνο σημείο δεν με βρίσκει σύμφωνη και μου δημιούργησε ερωτηματικά, γιατί δεν ξεκαθαρίζει τη θέση του, με το θέμα της κλειτοριδεκτομής. Σα να το προσπερνά συγκρίνοντάς το με την περιτομή, πράγμα που  είναι άδικο και αναληθές.


Χριστιάνα Βέλλου
Το σκηνικό ένα δείπνο σε μεγάλο αστικό σπίτι σε ακριβό  διαμέρισμα του Παρισιού (Σαιν Ζερμαίν), το οποίο η οικοδέσποινα ετοιμάζει με μαεστρία και με τεχνική χειρουργού, ακόμη και στο πως θα καθίσουν οι καλεσμένοι, απειλείται με αποσυντονισμό όταν διαπιστώνεται ότι οι καλεσμένοι είναι 13 (αριθμός γρουσούζικος) και τη θέση του 14ου συμπληρώνει η υπηρέτρια του σπιτιού, η Σόνια, αραβικής καταγωγής, η οποία εργάζεται και συγχρόνως σπουδάζει ιστορία τέχνης στην Σορβόννη.
Βρήκα έξυπνο το τέχνασμα του συγγραφέα Πιέρ Ασουλίν για να αναλύσει το μεγάλο θέμα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, καθώς επίσης και το τρόπο που αντιμετωπίζονται οι μετανάστες σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, τον αποκλεισμό, την αποδοχή και τις επιρροές που προκύπτουν από την συμβίωση γηγενών και ξένων. Η γραφή του πολύ ιδιαίτερη, στιλιστική, λεπτεπίλεπτα ειρωνική, αιχμηρά κριτική μας δίνει όλες τις αντιφάσεις της εποχής μας κοινωνικές και ατομικές. Εξαιρετική επίσης και η μετάφραση, η οποία δίνει όλες τις αποχρώσεις μιας τόσο ιδιαίτερης γραφής, καθώς επίσης και οι σημειώσεις του τέλους βοηθούν πολύ τον Έλληνα αναγνώστη στο να αντιληφθεί τις ιδιαιτερότητες της γαλλικής κουλτούρας.
Το διάβασα πολύ ευχάριστα και θα το πρότεινα και σε άλλους.

Νίκος Ματενίδης
Σαν το παγόβουνο, έχουμε κρυμμένο το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μας κάτω από την επιφάνεια, προβάλλοντας μονάχα τον κοινωνικό μας χαρακτήρα. Τον κάτω από τα κύματα, αναλαμβάνει να μας τον παρουσιάσει ο Πιέρ Ασουλίν  στο μυθιστόρημα Οι προσκεκλημένοι. Λένε, πως όταν μετά τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης, ανατρέχεις να δεις τα υπόλοιπα βιβλία που έγραψε ο συγγραφέας... τότε σ' έχει κερδίσει.
Αφοπλιστικός, με τις λεπτές υφάνσεις της ψυχικής διάθεσης των ηρώων του, μακραίνει την στιγμή, διαστέλλει τον χρόνο, αγγίζει με το βλέμμα. Ένα αγγελάκι από πορσελάνη των Σεβρών, παίζει τον ρόλο της Μαντλέν, βουτηγμένης στο τσάι, έτσι, για να μας "βουτήξει" στον κόσμο του Μαρσέλ Προύστ, όπου διαπνέει την γραφή του Ασουλίν.  Ο θάνατος της μητέρας είναι η πρώτη λύπη που βιώνουμε χωρίς τη βοήθειά της (σελ. 85). Αυτή την φράση θα την βρω υπογραμμισμένη από όλους τους συναναγνώστες. Η καμαριέρα η οποία τελειώνει τη διατριβή της στην Σορβόννη. Το απόστημα σπάει, η ρηχότητα της μπουρζουαζίας σε όλη την μεγαλοπρέπεια ανακαλύπτει ότι το κολέγιο είναι απέναντι από το κατάστημα vieux Campeur (σελ. 104).
Παύση, παύση πυκνή, κολλώδης, βαριά  είναι αυτό που καταλαμβάνει τους προσκεκλημένους (σελ. 117). Το ίδιο και τον αναγνώστη σε κάθε σελίδα. Έτσι το βιβλίο τελειώνει απνευστί.

Χριστίνα Βουμβουράκη
Διαβάζοντας τους Προσκεκλημένους του Ασουλίν συνειδητοποίησα ότι η αριστοκρατία που δειπνεί, μετά τον Μπονιουέλ και τον Εξολοθρευτή Άγγελο του, τη Διακριτική Γοητεία της Μπουρζουαζίας του ή ακόμη και το Φάντασμα της Ελευθερίας του,  ως θέμα έχει κλείσει για μένα.





Luis Buñuel -Φάντασμα της Ελευθερίας

Ομολογώ, ότι δεν μπόρεσα να συνδεθώ με τα διαδραματιζόμενα ή ορθότερα με τα λεγόμενα που περιγράφονται στο βιβλίο, το οποίο αποδείχθηκε μάλλον ολίγον παραπάνω γαλλικό, απ’ ότι μπορώ να αντέξω. Επιπλέον, για να χρησιμοποιήσω και τα γαλλικά που δεν ξέρω, βρήκα την ιστορία κλισέ και τους χαρακτήρες  ιμιτασιόν, με αποτέλεσμα η συνολική εικόνα να μου είναι αδιάφορη, παρόλο που είναι καλοδουλεμένη στη λεπτομέρεια της.
Το βιβλίο πλούσιο σε αναφορές που κολακεύουν τον ενημερωμένο αναγνώστη, παραδόξως ξεκινώντας από τον Μυστικό Δείπνο και τον 13ο  ομοτράπεζο καταλήγει σε μια ευρωπαϊκή εκδοχή της  pretty woman  (δηλαδή όπου pretty βάζουμε sophisticated).
Ο προβληματισμός για το σεβασμό της διαφορετικότητας είναι ένα ουσιώδες ζήτημα, που όμως προσεγγίζεται από μια επιφανειακή οπτική πολίτικης ορθότητας και το κυριότερο: τοποθετείται σε λανθασμένη βάση. Το σημαντικότερο μειονέκτημα του βιβλίου είναι η άστοχη επιλογή του συγγραφέα να αναπτύξει το συγκεκριμένο μη ταξικό ζήτημα μέσα σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον, δίνοντας την ευκαιρία στους «πολλούς» να μείνουν στο απυρόβλητο, ταυτιζόμενοι περισσότερο με το θύμα-Σόνια παρά με τους θύτες-«αφρόκρεμα της αριστοκρατίας», ενώ δυστυχώς στην πραγματικότητα οι «πολλοί» είναι συνήθως και αυτοί θύτες και μάλιστα συχνά με έναν περισσότερο χονδροκομμένο ή ακόμη και βίαιο τρόπο.

Παντελής Τρακίδης
Στο  βιβλίο αυτό η καυστική πένα του Πιέρ Ασουλίν μας μπάζει χωρίς προσκλητήριο στο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού, στην καρδιά της μεγαλοαστικής τάξης, περιγράφοντας με μοναδική γλαφυρότητα ένα δείπνο μεταξύ διανοουμένων, τεχνοκρατών και πολιτικών, που παρατίθεται από την «τέλεια» οικοδέσποινα κυρία Ντι Βιβιέ. 
Με μια πρώτη ματιά έχουμε μια καλογραμμένη ιστορία χαρακτήρων, που εντέχνως ο συγγραφέας δεν μας αφήνει να καταλάβουμε αν αυτά συμβαίνουν τώρα ή στην αριστοκρατία του 18ου αιώνα, δείχνοντας μας πως η τάξη αυτή δεν άλλαξε καθόλου στο πέρασμα των αιώνων. Ένα περίεργο παζλ προσωπικοτήτων με τις ιδιαιτερότητες και τα πάθη τους. Μια παρέα διαφορετικών ανθρώπων που τους χωρίζουν πολλά μα τους ενώνει η κοινωνική τάξη και η πεποίθηση ότι το χρήμα και οι κανόνες του savoir vivre είναι οι δυο κεντρικοί πυλώνες που στηρίζουν όλα όσα έχουν αξία στην χλιδάτη καθημερινότητα τους. 
Εάν παραβλέψουμε το κομμάτι εκείνο της παρουσίασης των προσκεκλημένων, που είναι λίγο βαρετό, στο υπόλοιπο βιβλίο ο συγγραφέας βρίσκει τον τρόπο να μας κρατά το ενδιαφέρον, αν κι έχουμε δει και διαβάσει αρκετές φορές το «ολίγον από σταχτοπούτα στόρυ»  Η αναγκαστική προσθήκη της οικιακής βοηθού στο τραπέζι – ως ομοτράπεζης όμως και φυσικά όχι ισότιμης -, λόγω της πρόληψης που διακατέχει μια από τις καλεσμένες, είναι η αφορμή ν’ αρχίσουν οι προσκεκλημένοι ν’ ακονίζουν τα μαχαίρια τους για να κομματιάσουν, να προσβάλουν και να ταπεινώσουν την συμπαθέστατη Σόνια, που τη θεωρούν εύκολο θύμα, με προσβολές, σνομπισμό και επιδειξιομανία. Μόνο που η Σόνια δεν αποδεικνύεται ο αντίπαλος που περίμεναν, μιας και μπορεί όχι μόνο να αντιμετωπίσει την κούφια ανωτερότητα τους αλλά ταυτόχρονα με τις απαντήσεις της να αποκαλύψει όλες τις μικροπρέπειες,  τον ρατσισμό, την υποκρισία και την αγένεια που διακατέχει τους συνδαιτυμόνες της. Η γραφή που χρησιμοποιεί εδώ ο Ασουλίν απίστευτα περιγραφική, με καυστικό χιούμορ, θυμίζει περισσότερο κάμερα που εστιάζει στα πρόσωπα των καλεσμένων, παρά γραφή. 
Τελικά ό,τι δεν αποκαλύπτεται στο τραπέζι, φανερώνεται στη σκηνή του μπαλκονιού, όπου αποκαλύπτονται οι ομοφυλοφιλικές τάσεις, ναρκωτικά, αλκοολισμός, μοναξιά και άλλα προβλήματα που φυσικά δεν λύνονται με το χρήμα. Για φινάλε έχουμε το επεισόδιο του ασανσέρ, όπου πέφτουν εντελώς οι μάσκες και γίνεται η απόλυτη απογύμνωση της μεγαλοαστικής τάξης.
Σκέψεις: Σκεφτόμουν πόσο κούφια, πόσο ψεύτικη, πόσο στημένη, γεμάτη ρατσισμό και εμμονές είναι αυτή η μεγαλοαστική τάξη του εβδόμου διαμερίσματος του Παρισιού. Άνθρωποι δήθεν καλλιεργημένοι, αλλά έτοιμοι να κατασπαράξουν, σαν ένα κοπάδι ύαινες, οτιδήποτε και οποιονδήποτε δεν είναι της τάξης τους. Και μετά σκέφτηκα εμάς, και συγκεκριμένα εμένα, και αναρωτήθηκα πόσο διαφέρουμε άραγε εμείς απ’ αυτούς τους κυρίους και κυρίες του εβδόμου διαμερίσματος; Μπορεί βέβαια να μη μας απασχολεί πόσα ακριβώς χιλιοστά θα είναι από σερβίτσιο σε σερβίτσιο ή αν στους καλεσμένους μας θα προσφέρουμε το τάδε φημισμένο κρασί του 1971, που κοστίζει εκατοντάδες ευρώ το κάθε μπουκάλι, αλλά και εμείς έχουμε, στο μέτρο που αναλογεί στη τάξη μας, τις δικές μας ιδιοτροπίες, γούστα, βίτσια, εμμονές. Άλλος πχ να έχει το καινούριο iphone 5,  άλλος το τάδε tablet, το δείνα laptop, να δει εκείνη την ταινία, να πάρει το άλλο βιβλίο, εγώ τον φακό εκείνον με την καλύτερη φωτεινότητα –κι ας έχω ένα σωρό άλλους που μπορώ να κάνω τη δουλειά μου– και γενικά απλώνουμε τα πόδια όσο μας επιτρέπει η τάξη που ανήκουμε και τα οικονομικά μας και δεν κοιτάζουμε ούτε τη δική μας ούτε τις παρακάτω τάξης, αλλά κριτικάρουμε τους παραπάνω. 
Πόσοι από μας άραγε, όταν απλώνουμε το βράδυ τα πόδια στον άνετο καναπέ μας, σκεφτήκαμε τι γίνεται στον πάτο του πηγαδιού της ανθρωπότητας; Πόσες φορές σκέφτομαι άραγε, το μήνα, εγώ, -για σας δεν ξέρω - πως με τα χρήματα που κοστίζει ένας φακός της φωτογραφικής μου μηχανής θα μπορούσαν να εμβολιαστούν εκατό παιδάκια; Να τραφούν για ένα χρόνο και να μην πεθάνουν από την πείνα είκοσι; Θυμίζω πως σε αρκετές χώρες της Αφρικής και της Ασίας ένα στα δυο, μόνο, παιδάκια προλαβαίνει να γίνει ενός έτους και δυο στα τρία να γίνουν πέντε. 
Πόσοι από μας, που λέμε τους άλλους ρατσιστές, θα παίρναμε έναν Πακιστανό από το φανάρι, έναν ομοφυλόφιλο φορέα, έναν κλοσάρ από το χαρτοκούτι του και να τον καθίσουμε δίπλα μας στο Πασχαλινό μας τραπέζι;  Να τον καθίσουμε όμως όχι για απλή φιλανθρωπία η για να μας βγει γούρικος ο αριθμός τον καλεσμένων, αλλά σαν πραγματικά ισότιμο με μας και τον κύκλο μας. Πόσοι;
Άραγε είμαστε εμείς πολύ καλύτεροι από τους συνδαιτυμόνες της κυρίας Ντι; Τρίχες θα έλεγα, μιλώντας περισσότερο για μένα.
«Εσύ φταις, φώναξε, εσύ! Εσείς όλοι οι καλοχωρτασμένοι, οι καλοπροαίρετοι, οι αδιάφοροι. Εγώ σε ήθελα να πεινάς, να’ χεις παιδιά και να πεινούν, να κρυώνεις, να κρυώνουν, να θες να δουλέψεις και να μην σου δίνουν δουλειά. Όχι να μου σεργιανίζεις  από πολιτεία σε πολιτεία, να χάσκεις στα μουσεία και στις παλιές εκκλησίες και να κλαις κοιτάζοντας τα’ στρα, γιατί σου φαίνονται πολύ όμορφα η πολύ φοβερά. Μα χαμήλωσε τα μάτια σου κακομοίρη, κοίταξε στα πόδια σου ένα παιδί πεθαίνει.!»   Νίκος  Καζαντζάκης


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Είναι ένα βιβλίο με σαφείς πολιτικές αιχμές, που ασκεί κριτική στον τρόπο που ζουν, σκέφτονται και αντιδρούν οι μεγαλοαστοί
.Εγκλωβισμένοι μέσα στον κύκλο των υποχρεωτικών συμπεριφορών και των κανόνων τους, που πολλές φορές καταντούν γελοίοι, αποξενώνονται από την κοινωνία, από την λογική του μέσου ανθρώπου και από τα πραγματικά προβλήματά της. Φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό, είτε αυτό αφορά σε φυλή, είτε σε μόρφωση, είτε σε διαφορετικό τρόπο ζωής. Θυμίζουν τάξη νηπιαγωγείου, όπου η εισβολή κάποιου καινούργιου την αναστατώνει και την περιχαρακώνει .
Θυμίζει την Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας του Μπουνιουέλ.

Μου άρεσαν κομμάτια του βιβλίου, νομίζω όμως ότι ο συγγραφέας κρατούσε και κάποιες ισορροπίες και πολλές φορές ένιωθε και λίγο κομμάτι των συνδαιτυμόνων, ή τέλος πάντων τους έδινε συγχωροχάρτι. Θα μπορούσε να δώσει πιο πολλή ένταση και κορύφωση, αλλά πιθανόν αυτό να ήταν και το ζητούμενό του, δηλαδή να αναδείξει και τις συμπαθείς πλευρές της μπουρζουαζίας.


Extracts of book reviews

Dina Pappadopoulou
«This book reminds me of Luis Bunuel's film "Le charme  discret de la bourgeoisie", whish is also mentioned at some point in the book. I was fascinated by this novel and more specifically by his elegant writing as well as most of his views. There is though one thing I don't agree with, which is his point of view on female genital mutilation. Not only is not clear but he also bypasses it, comparing it with male circumcision and this is unfair and inaccurate».  

Christiana Vellou
«His writing very distinctive, stylistic, ironic, sharply critical, gives us the contradictions between social an individual life in our days. The translation also excellent, gives us all the "shades" of such a special part of ourselves is hidden under the surface projecting only our social character. It is Pierre writing, as well as the notes at the end of book help a lot the Greek readers to deeply familiarize themselves with the peculiarities of the French culture».

Nikos Matenidis
«Like an iceberg a big Assouline, in his book " Les invites", who presents the one under the waves. They say that it is when after the first pages of a book you start looking for other books by the same author, that you realise this author has you already under his spell».

Christina Voumvouraki
«I confess that I couldn't connect with what happened or the words that fairly described in the book prove to me rather a little more "French" than I can bear. In addition - to use my "unknown French"- I found the story "cliche"  and the characters imitative . Overall impression is quite indifferent to me, although text is elaborated in details».

Pantelis Trakidis
«If you ignore the part of the guest's presentation which is a bit dull, in the rest of the book the author finds a way to keep us interested, although we have seen and read several times the "Cinderella story". The writing that Assoulin used is incredibly narrative, descriptive with caustic humor, reminds more webcam that focuses on guests' faces than text».

Extraits des nos opinions

Dina Papadopoulou
«Ce livre de Pierre Assouline me rappelle le film de Boniuel 'Le charme discret de la bourgeoisie'. Enchantée de son style, je suis d’accord avec lui, sur la plupart de ses points de vue, mais je me demande pourquoi ne nous donne pas plus clairement son point de vue sur le sujet de l’excision du clitoris. Il le dépasse en le comparant avec la circoncision. Il s’agit d’un affrontement injuste et faux».

Christiana Vellou
«Son style très particulier, délicatement ironique, d’une critique pointue, nous donne toutes les contradictions sociales et personnelles de notre époque. De plus, une traduction excellente qui nous offre toutes les nuances d’uneécriture si particulière, de même que les notes à la fin du livre, aident bien le lecteur grec de percevoir les particularités de la langue française».

Pantelis Trakidis
«Si on met à part le chapitre du livre où Pierre Assouline nous présente ses héros qui est selon moi un peu ennuyeux, pour le reste du livre l’écrivain trouve la manière de tenir notre intérêt vivant quoique l’histoire de Cendrillon soit bien connue à tous. Le style utilisé par Assouline, très descriptif et d’un humour caustique, nous rappelle plus le caméra d’un cinéaste qui focalise aux visages des invités, qu’une écriture».