3 Σεπτεμβρίου 2014

Αντώνης Σουρούνης, Κυριακάτιες ιστορίες / Οι αναγνώσεις μας (2ος χρόνος)

 Αντώνης Σουρούνης, Κυριακάτικες Ιστορίες

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2002
17/10/2012
Βιβλίο 21ο
Πρόταση της Βιολέτας Παπαδοπούλου




Βιολέττα Παπαδοπούλιου
Από το πρώτο βιβλίο που είχα διαβάσει πριν χρόνια του Αντώνη Σουρούνη, τους Συμπαίχτες, μου είχε κάνει εντύπωση το ελεύθερο πνεύμα του, η αντρική ματιά του στις καταστάσεις, συνοδευόμενη, όμως, με μια απίστευτη τρυφερότητα και η ανεξαρτησία τής σκέψης του και του τρόπου ζωής του.
Όλα τα παραπάνω τα βρήκα στις Κυριακάτικες  Ιστορίες, όπου επιπλέον  συνδυάζεται το προσωπικό του χιούμορ, με μια ωριμότητα και μια αλλαγή στον τρόπο σκέψης (που κατά τον ίδιο ήρθε  γύρω στα πενήντα του χρόνια), η οποία τον έκανε να γράφει και να σχολιάζει και τις πιο δύσκολες  ανθρώπινες  στιγμές, σαν να κρατάει,  αντί για πένα, βαμβάκι απαλό.
Πού να πρωτο-σταματήσει κανείς;
Στην αγάπη του για τις γυναίκες, που εκφράζεται τόσο όμορφα όπως στην ιστορία της γριάς Κατίνας (Όλες γυμνές, όλες πανέμορφες), που έπλαθε τον εαυτό της καθημερινά, όπως το φρέσκο ψωμί,  κι έτσι ήταν πάντα κι εκείνη φρέσκια κι ευωδιαστή, και  γιατί οι γυναίκες που πλάστηκαν απ’ το χάδι του άντρα καμαρώνουν και χαίρονται το κορμί τους μέχρι το τέλος;
Στην αγάπη του Υδραίου Σταμάτη (Σταμάτη, τι γυρεύεις εσύ, ένας Υδραίος στην Ύδρα;) στα καΐκια και στο καροτσάκι που κουβαλούσε ο πατέρας του στη μαναβική, που του ρίχνει χόρτα και φρούτα και είναι σαν να το ζωγραφίζει, γιατί με τα λεφτά δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ενώ χωρίς λεφτά μπορεί να κάνει  τα πάντα;
Στην Καλή Ανάσταση, όπου με τόση αγάπη μάς λέει  πώς με την επαφή του με τη φύση στην Επίδαυρο, μέσα στο καταχείμωνο, αναστήθηκε και ο ίδιος κι ο καθένας μπορεί ν‘ αναστηθεί όποτε θέλει, φτάνει να ασπαστεί και να καταλάβει τον εαυτό του; (κάτι που γράφεται και στην περίπτωση της θεραπείας του  Άγγλου Ασθενή)
Στην σάτιρά του για τον τρόπο λειτουργίας του Δημοσίου και της Εκκλησίας; (Εποχή απωλειών - για την σφραγίδα με τον ΑΦΜ, Η καμπάνα, Η επιστολή που δεν εγράφη - προς τον Αρχιεπίσκοπο)
Για τους λόγους που έγινε συγγραφέας, γιατί αν δεν έγραφε θα πέθαινε, και γιατί κανείς δεν ξέρει να σου πει τι πρέπει να κάνεις, παρά μόνον ο εαυτός σου, όπως τον συμβουλεύει ο κυρ- Μήτσος στην Τήνο;
Για τον μποέμικο τρόπο που βλέπει τη ζωή, ζώντας το σήμερα, ξεκινώντας για κάπου για μια μέρα και μένοντας χρόνια, ακούγοντας την καρδιά του ή μην έχοντας σπίτια κι αυτοκίνητα, παρά μόνο τις μεγάλες του αγάπες, το τσίπουρο, τη φύση, τους φίλους, τις γυναίκες και τα ζώα;
Στην προτροπή στους νέους να μην φοβηθούν ν’ αφήσουν τη βολή τους, για να μάθουν τι θα πει ζωή, γιατί τα γεγονότα που γράφουν το όνομά σου σε περιμένουν στις γωνιές του κόσμου να σε συναντήσουν;
Στον εντυπωσιακό  και μοναδικό του τρόπο που έχει να παρατηρεί το παραμικρό, από μια παπαρούνα ως ένα πινέλο, και να φιλοσοφεί πάνω σ’ αυτό; ( Για ένα μαδημένο πινέλο)

Για όλα τα παραπάνω, ευχαριστώ τον συγγραφέα  που με ταξίδεψε με τα μάτια του σε έναν κόσμο όμορφο, απλό, αθώο, ανέμελο, όπως θα έπρεπε να είναι ο κόσμος που ζούμε και που με έκανε να θυμηθώ  πως τα πάντα είναι το τώρα, αγαπώντας και πονώντας μαζί με ό,τι αγαπούμε.


Κωνσταντίνα Χονδρογιάννη
Το βιβλίο το διάβασα το Σαββατοκύριακο που μόλις πέρασε, ένα γλυκό θα έλεγα που ρέει μέλι και γάλα, τόσο τρυφερό και καθημερινό. Το διάβασα και δεν το χόρταινα,  ακόμη αυτό και θα σηκωθώ να φάω, και συνέχιζα, ακόμη αυτό και θα σβήσω το φως να  κοιμηθώ. Δεν ήθελα να το αφήσω απ τα χέρια μου. Αυτή η γραφή με τρελαίνει. Δεν μπορώ τα  κουλτουριάρικα, που τα διαβάζεις και μετά κοιτάς το φλιτζάνι για να βρεις τις απαντήσεις. Μου άρεσαν παρά πολλά πράγματα από κει μέσα.  Εγώ θα 'θελα να ζήσω το χορό της Λιλής Ζωγράφου, αν δεν γίνεται με το συγγραφέα, ας είναι με οποιονδήποτε, μιας και χορεύω, και τώρα,  στο σπίτι όταν μ’  αρέσει ένα τραγούδι -έτσι κι  αλλιώς, κανένας δεν είναι να με δει και να πει τι κάνει αυτή η τρελή. Λυπάμαι που δεν διάβασα μέχρι τώρα άλλο βιβλίο του, αλλά υπόσχομαι να το κάνω στο μέλλον. Τι άλλο μπορώ να πω παρουσία του αρχηγού, πάσα αρχή παυσάτω. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ τη Βιολέττα που το πρότεινε,  αν δεν κάνω λάθος, και τον Ηλία που είπε και γαμώ τα βιβλία, και όταν λέει ο Ηλίας έτσι, είναι η σφραγίδα του.

Χριστίνα Βουμβουράκη
Ξέχασα το βιβλίο στο γραφείο και γύρισα πίσω να το πάρω. Άρα μου αρέσει, σκέφτηκα στο ασανσέρ που με ανέβαζε αβάδιστα στον έκτο όροφο. Πόσο πολύ μου αρέσει όμως; Να ‘ταν τριακόσια βήματα, τετρακόσια; Και σκαλιά; Αν έπρεπε να ανεβώ με τα πόδια τους έξι ορόφους για να φτάσω στο γραφείο, θα επέστεφα; Πιθανολογώ πως όχι. Θα το άφηνα για αύριο. Αν ήταν για τον πέμπτο όμως, θα το συζητούσα σοβαρά. Καλό κι αυτό! «Κύριε Σουρούνη, το βιβλίο σας μου άρεσε πέντε ορόφους».
Μου άρεσε που η κάθε ιστορία καταλαμβάνει ακριβώς όσο χώρο χρειάζεται για να αναπτυχθεί και να ανθίσει. Τίποτα δεν περισσεύει ή τίποτα δεν ασφυκτιά στις αράδες της. Μου άρεσε το ότι αισθάνθηκα οικειότητα με τις λοξές ματιές και τις σκέψεις του συγγραφέα, που μου παραδόθηκαν με αμεσότητα και χιούμορ και μια μεγάλη δόση Σουρούνη. Μου άρεσε που αυτή η δόση Σουρούνη δεν ήταν θανατηφόρα, δηλαδή δεν ξεχώριζε η εγωπάθεια του συγγραφέα, αλλά η πηγαία του ανάγκη να συσχετιστεί με τις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τα αντικείμενα με έναν ιδιαίτερο, μοναδικό τρόπο.
Δε μου άρεσε καθόλου, όμως, το ότι βρέθηκα στην άβολη θέση να διαβάσω όλες τις ιστορίες σε συνέχεια. Εκατόν είκοσι Κυριακές, τη μια καπάκι μετά την άλλη. Ομολογώ, το βρήκα κουραστικό, σχεδόν αφύσικο. Κάτι σαν να με βάλανε τιμωρία, να διαβάσω μονοκοπανιά ένα λεξικό. ΑΛΦΑ. Αβάδιστα.           

Αρχοντούλα Διαβάτη
Αυτή η κριτική της Κωνσταντίνας είναι διθύραμβος. Να σου γράφουν τέτοιες κριτικές... τον τυχεράκια... Συμφωνώ κι εγώ, αυτό είναι λογοτεχνία. Μπορεί και βάζει σε λέξεις αυτό που ξεφεύγει από την αγωνία και τη χάρη της καθημερινότητας. Τρυφερότητα και μελαγχολία κρυμμένες. Αυτοσαρκασμός και βιτριολικό χιούμορ, αυτό το ύφος είναι ο Σουρούνης. Το είχα πρωτονιώσει - αυτό το χαμόγελο- με τα βιβλία του Ταχτσή και του συγγραφέα τού "Με λένε Αραμ" και του  Μπουκόφσκι, βέβαια, στο βιβλίο του "Τοστ με ζαμπόν".
Κι ακόμα, οι γειτονιές της Θεσσαλονίκης, η παιδική ηλικία αφηγημένη έτσι, μ' αυτόν τον τρόπο.

Στεφανία Βελδεμίρη
Τι είναι και τι δεν είναι λογοτεχνία δεν ξέρω. Πάντως, εγώ μισώ τις Κυριακές και τις ιστορίες τους επίσης, οπότε από τίτλο ξεκινάω με μορφασμό τύπου "ουφ". Οι ιστορίες δεν μου άρεσαν και έτσι μαζεμένες σε ένα βιβλίο μου μοιάζει πετυχημένο εμπορικό τρικ που δεν πέτυχε. Τις βαρέθηκα, βαρέθηκα και βαρέθηκα πάρα πολύ.