10 Σεπτεμβρίου 2014

Άντριου Ντέιβιντσον, " Τα δαιμόνια" / Οι αναγνώσεις μας (3ος χρόνος)

Άντριου Ντέιβιντσον, Τα δαιμόνια
Μετάφραση: Δέσποινα Λάμπρου
Εκδόσεις Τόπος, 2008
5/2/2014
Βιβλίο 46ο
 Πρόταση του Παντελή Τρακίδη



Τα δαιμόνια


Παντελής Τρακίδης
Για μένα είναι ένα βιβλίο που τα έχει όλα.  Είναι καλογραμμένο, διαβάζεται ευχάριστα –αν και μεγάλο–, με μια ιστορία παράξενη θα έλεγε κανείς. Το βιβλίο του Ντέιβιντσον παίζει σε πολλά επίπεδα -για όποιον μπορεί να τα δει και να τα καταλάβει βέβαια. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο αυτοσαρκασμό και αντιθέσεις,  με πρώτο απ’ όλα τον ήρωα του βιβλίου. Έναν άντρα με κορμί σαν αρχαίου αγάλματος που κερδίζει τη ζωή του αποκλειστικά απ’ αυτό κάνοντας πορνοταινίες,  που καταλήγει κυριολεκτικά σ’ ένα αποκαΐδι με απανθρακωμένο εντελώς το βασικό εργαλείο της δουλειάς του. Εναλλάσσει την ωμή, ανατριχιαστική περιγραφή με την απόλυτη τρυφερότητα μ’ ένα μοναδικό τρόπο -θυμηθείτε το κοριτσάκι στο θάλαμο με τους εγκαυματίες- και την υπερβατική  σύγχρονη  ιστορία με αυτήν του Μεσαίωνα. Εξ ίσου υπέροχες είναι και οι ιστορίες που διηγείται η Μαριάνε, που σε ταξιδεύουν σε διάφορες εποχές, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Μου αρέσει ακόμη γιατί είναι ολοφάνερο πως για να χτιστεί αυτό το βιβλίο, απαίτησε πολύ κόπο και πολύ έρευνα από τον συγγραφέα. Ένα έργο που παρέχει απλόχερα γνώση σε πολλαπλά επίπεδα, από τις μεθόδους σύγχρονης αποθεραπείας ενός εγκαυματία, από τις μουσικές αναφορές –που για όποιον γνωρίζει καταλαβαίνει αμέσως  πως δεν είναι ξεκάρφωτα ονόματα συγκροτημάτων και μουσικών κομματιών αλλά συμβαδίζουν με το ρυθμό και την ένταση  που διακατέχει την ηρωίδα κατά την ώρα της εκστατικής δουλειάς της. Ακόμη υπάρχουν εκτενείς αναφορές για θρησκευτικά ρεύματα, για σπάνια βιβλία, για μεθόδους βιβλιοδεσίας που έπαψαν να υπάρχουν, δείχνοντας μας ή καλύτερα θυμίζοντας μας τον κόπο που χρειαζόταν κάποτε για να γίνει ένα βιβλίο.  Φυσικά μας ξεναγεί στον κόσμο των τρομακτικών Γκαρκόιλ, των αγαλμάτων με την ιδιαίτερη εικαστική εμφάνιση. Άξιες λόγου βέβαια είναι και οι αναφορές και οι παραλληλισμοί που γίνονται συνεχώς με το περίφημο βιβλίο  «Η Κόλαση του Δάντη». Νομίζω ακόμη πως θα πρέπει ν’ αναφερθώ και στους ήρωες του βιβλίου, που αποδίδονται μ’ ένα φανταστικό τρόπο, δημιουργώντας μας συναισθήματα γι’ αυτούς και κάνοντάς μας να τους μισήσουμε ή να τους συμπαθήσουμε. Θυμίζω: την αντιπαθέστατη της Γερτρούδη και τη βοηθό της στο σκριπτόριουμ, την συμπαθέστατη και ντροπαλή γιαπωνέζα Σαγιούρι. Μας κάνει να θαυμάσουμε την τόλμη και την αυτοθυσία τους –αναφέρομαι στην ιστορία των Βίκιγκ –, αλλά και  να παίξει ακόμη τόσο εύκολα με τα συναισθήματα μας, κάνοντάς μας τη μια στιγμή να αντιπαθούμε την Τζακ, με  την περίεργη εμφάνιση και τρόπους, μάνατζερ της Μαριάνε, και την άλλη στιγμή να την συμπαθούμε.
Νομίζω πως, για πρωτόλειο έργο, το βιβλίο είναι υπέροχο και θα είχε ενδιαφέρον  να γίνει κινηματογραφική ταινία.

Κριτικές που με εκφράζουν
Αν κάτι χαρακτηρίζει την αφήγηση του Ντέιβιντσον είναι η αφηγηματική ακολασία και η ανελέητη (αυτό)ειρωνεία. Η μετάφραση αποδίδει αυτό το παιγνιώδες μέχρι τελικής πτώσεως ύφος. Η πλοκή τραβάει τον αναγνώστη σαν ρουφήχτρα. Το γλωσσικό και αφηγηματικό πατινάζ, οι πιρουέτες της αφήγησης μπορεί να αρέσουν ή να ενοχλήσουν. Αν ο αναγνώστης αναζητά ένα εύπεπτο ρομάντζο ή, αντίθετα, ένα υπαρξιακό δράμα με ισχυρή δόση σοβαροφάνειας, καλύτερα να μην ανοίξει το βιβλίο. Αν όμως πιστεύει πως η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι με κανόνες που έχουν φτιαχτεί για να ανατρέπονται, θα διασκεδάσει με την αφηγηματική ακολασία και τα πολλαπλά σφιχτοδεμένα νήματα της πλοκής. Και θα αφήσει το παραμύθι να τον παρασύρει, χωρίς πολλά ορθολογικά γιατί, που ανιχνεύουν τις αφηγηματικές τρύπες. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο συγγραφέας χειρίζεται με επιδεξιότητα τα χρονικά άλματα, από τη μεσαιωνική περίοδο στη σημερινή εποχή, τα ασαφή όρια μεταξύ παραίσθησης και πραγματικότητας και τη μείξη των ειδών με στοιχεία ιστορικού μυθιστορήματος και σκηνές κινηματογραφικού θρίλερ. 

Κάπως έτσι εξαπλώνεται και η αφήγηση, γρήγορα, σαγηνευτικά, ωμά, ξεδιάντροπα, ανατρεπτικά, απολαυστικά με όλα τα μέσα: από απλές περιγραφές μέχρι παραληρηματικό λόγο, ποιητικές μεταφορές, λυρισμό, προφορική ενάργεια. Τα πάντα γίνονται ένα αρμονικό λογοτεχνικό γαϊτανάκι που στροβιλίζεται ανελέητα στο μυαλό του αναγνώστη, καταργώντας οποιονδήποτε κώδικα και σπάζοντας όλα τα στεγανά που μπορεί να διαθέτει.

 Γιατί επέλεξα αυτό το βιβλίο

α) Προσωπική εμπειρία φωτιάς

β) Μου πρότειναν το βιβλίο και το διάβασα πριν πέντε χρόνια. Μου άρεσε αλλά δεν μ’ ενθουσίασε. Διαβάζοντας όμως τις κριτικές του βιβλίου είδα πως ήταν αντικρουόμενες. Σκέφτηκα λοιπόν να το προτείνω για να δημιουργήσω αναταραχή στην ομάδα, να δω αντιδράσεις.
Μετά από τόσο καιρό στην λέσχη ξέρω περίπου τι αρέσει και τι όχι στον καθένα, θα μπορούσα λοιπόν να διαλέξω ένα βιβλίο που ν’ αρέσει σχεδόν σε όλους  ή ακόμη να επιλέξω ένα κλασικό έργο, ένα γίγαντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, να το παίξω εκ του αφαλούς και να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Όμως όχι, μια τέτοια κίνηση είναι εύπεπτη, αλλά δεν πάει κανέναν μπροστά μια απόλυτη ομοφωνία. Θεωρώ πως πρέπει να μπολιαστούμε όλοι από την διαφορετικότητα του καθενός. Να σπάσουμε τα δικά μας στεγανά, γιατί όπως έλεγε κι ο Βούδας «αν ψάχνεις την αλήθεια απαρνήσου τις δοξασίες σου».
Στα παραπάνω μας δίνει την απάντηση της και η Μαριάνε, κάπου μέσα στο βιβλίο: «Θεωρούσα τους στρατιώτες ανεγκέφαλους δολοφόνους, Μάλλον όμως είχα γίνει λίγο σνομπ περνώντας τη ζωή μου μέσα στα βιβλία Γιατί οφείλω να παραδεχτώ πως από σένα έμαθα πολλά πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα».

Αν παρ’ όλα αυτά θεωρούν μερικοί την επιλογή μου ανοησία, έχω να τους πω το γνωμικό του Οράτιου: «Ανακάτεψε και λίγη ανοησία με τη σοφία σου. Το να ξεχνάς τη σοφία σου όταν πρέπει, είναι γλυκό πράγμα».

Ντίνα Παπαδοπούλου
Ένας ήρωας χωρίς όνομα και μια γυναίκα, ένας άγγελος, γλύπτρια των gargoyles που τη λένε Μαριάνε. Μια ιστορία που τα έχει όλα: Γερμανία του 14ου αιώνα, βικτωριανή Αγγλία, Κόλαση του Δάντη, και είναι από όλα: μεταφυσικό μυστήριο, λυτρωτικό love story, θρίλερ, γοτθικός τρόμος, ιστορικά έπη, εξάρτηση...
Οι χαρακτήρες μοιάζουν με τα gargoyles, σχολαστικά δημιουργημένοι αλλά τελικά πέτρινοι, αδιαπέραστοι και χωρίς καμιά ουσία κάτω από την επιφάνεια.
Δεν υπάρχει συναίσθημα βαθύ. Οι εραστές, σαν συγκάτοικοι, που αγκιστρώνονται ο ένας στον άλλο όταν μεθούν. Δεν υπάρχει ένα μεγάλο πάθος. Χρονοτριβεί στις περιγραφές των αισθημάτων και των σκέψεων, και έτσι ηχεί αδύναμο και μη πειστικό. Μας εξαντλεί στις φρικιαστικές και λεπτομερείς περιγραφές των εγκαυμάτων και της θεραπείας τους.
Έψαξε πολύ, διάβασε πολύ, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο με πολλές λογοτεχνικές αναφορές και συμβολισμούς, που θα μπορούσες να εμβαθύνεις αλλά δεν σου δίνει την απαραίτητη ενέργεια για να το κάνεις. Μου θύμισε και λίγο Scheherazade με τις διηγήσεις των ιστοριών, λίγο αδιάβαστος Μίνωας αντί Κέρβερος, ο σκύλος που φύλαγε την είσοδο του Άδη, και ειρωνικός για τις γυναίκες -σ.44 για να το αποκαλύψουν στις λέσχες βιβλίων όπου συχνάζουν. Οπωσδήποτε συμφωνώ και με κάποιες απόψεις του, όπως σ.247 Πάντα είναι ευκολότερο να παρακάμπτεις τους κανόνες όταν σε παροτρύνει κάποιος ανώτερος στην ιεραρχία. Για την εκκλησία: διαβόητο δίκτυο με αντικρουόμενες παρασκηνιακές πολιτικές. Ματαιοδοξία είναι και  κίνητρο και αυταπάτη.
Η πλειοψηφία των Αμερικανών κριτικών έγραψε ύμνους, με αποτέλεσμα 1.000.000$ κέρδη μόνο τους πρώτους μήνες. Οι Ευρωπαίοι όμως (GuardianIndependentObserver) το αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό και ειρωνίεα. Ο κριτικός του Guardian, James Smart, το αποκάλεσε  «a bad heavy metal album» και η κριτικός του Observer  λέει πως το παρομοίασαν με το Όνομα του Ρόδου και τον Άγγλο ασθενή, αλλά οι μόνες ομοιότητες που έχει με αυτά είναι η λέξη scriptorium με το πρώτο και τα πολλά εγκαύματα με το δεύτερο. Ακόμα το αποκάλεσε ένα collage από ιστορίες, lumpen και banal.

Χριστιάνα Βέλλου
Βρήκα καταπληκτική την γραφή του, χειμαρρώδης και πολύ πλούσια, αλλά το στόρι δεν μου άρεσε, ίσως γιατί δεν είμαι της σκοτεινής και μυστικιστικής λογοτεχνίας. Κρατώ τους δικούς μου προσωπικούς «δαίμονες», που μάλλον δεν είναι τόσο σύνθετοι, κρατώ επίσης μια παράγραφο του βιβλίου, στις σελίδες  354-355: «Έβγαλα τη στολή της ... και προς το παρόν αυτό μου φτάνει»,  σαν μια αλήθεια που δυστυχώς την συνειδητοποιούμε όταν μεγαλώσουμε.

Χριστιάνα Κελεσίδου
Σε συνέχεια... Τέχνη και Τα Δαιμόνια, τι είναι τα περίφημα Gargoyles που φιλοτεχνούσε η Μαριάνε ΄Ενγκελ του Ντέιβιντσον.

ΥΓ Η συζήτηση για Τα δαιμόνια πραγματοποιήθηκε στην Γκαλερί Ρω (Ρωμανού ), στην οποία φιλοξενούνταν η έκθεση ζωγραφικής της Στεφανίας Βελδεμίρη. Όλες οι ζωγραφιές της έκθεσης εδώ: http://www.roartspace και στιγμές της έκθεσης εδώ: http://stefaniaveldemiri