27 Ιανουαρίου 2017

Ζαν-Πολ Σαρτρ, «Η ναυτία»





Ζαν-Πολ Σαρτρ, "Η ναυτία"
μετάφραση: Ειρήνη Τσολακέλλη

302 σελ.
101ο βιβλίο
18/1/2017
Πρόταση Χριστίνα Βουμβουράκη

Ταυτότητα και εξώφυλλο βιβλίου από τη βάση της Βιβλιονέτ





Χριστιάνα Βέλλου
Μια φιλοσοφική νουβέλα σχετικά με τον υπαρξισμό και τις βασικές αρχές της ελευθερίας. Η ιστορία ενός Γάλλου συγγραφέα του Αντουάν Ροκεντίν, ο οποίος τρομοκρατημένος από την ιδία του την ύπαρξη, σε μια εκ βαθέων καταγραφή ημερολογιακής φόρμας, αναλύει, χωρίς έλεος, κάθε συναίσθημα και αίσθηση του εαυτού του και των ανθρώπων γύρω του.
Ένα βιβλίο που θα έλεγα ότι δεν διαβάζεται εύκολα. Αν δεν πατάς γερά στα πόδια σου συναισθηματικά για να διαχειριστείς το γεγονός ότι ίσως δεν κάνεις τίποτα άλλο στην ζωή παρά μόνο να υπάρχεις, μην το διαβάσεις. Αν παθιάζεσαι με τις λέξεις και την γοητεία που φέρνει το σκοτάδι και η μοναξιά, τότε μπορεί να είναι και ιδιοφυές. Δεν κατέληξα ακόμη σε πια πλευρά βρίσκομαι διαβάζοντάς το, παρόλα αυτά θεωρώ ότι αξίζει να βρίσκεται στις επιλογές ενός βιβλιόφιλου, μιας και ο Σαρτρ είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του φιλοσοφικού υπαρξισμού και της φαινομενολογίας.

Κατερίνα Τσίχλα
Στο βιβλίο «H Ναυτία» του Σάρτρ η φωνή του αφηγητή κατέχεται, εν είδει ανάγνωσης ημερολογίου, από τον  Αντουάν Ροκαντέν. Ο μυθιστορηματικός ήρωας ακολουθώντας πορεία ανήσυχου και αυτοδιάθετου ερευνητή ζωών και ιστοριών, βρίσκεται στη πόλη Μπουβίλ υπηρετώντας το πάθος της συγκεκριμένης εποχής. Συλλέγει πρωτογενή στοιχεία για τη συγγραφή βιβλίου που αφορά τα μυστήρια της ζωής και της δράσης ενός μαρκησίου του προηγούμενου αιώνα. Το έργο μοιάζει αρχικά να είναι το μοναδικό θέμα που διατηρεί την δομή της ύπαρξης του, ενώ η ημερολογιακή καταγραφή συμβάντων και αντίληψης τους έχει σαν στόχο τον προσδιορισμό της εμπειρίας της παρατήρησης ορίζοντας τα επίπεδα αλλαγών σε εξωτερικό και ενδοσκοπικό περιβάλλον. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σκιαγραφείται ως βαρετή και αδιάφορη. Οι άνθρωποι εμφανίζονται να παίζουν ρόλους επινοημένους και άνευ νοήματος σε ένα σκηνικό ανίας. Προδιαγεγραμμένες κινήσεις κουρντισμένων καρικατούρων όπου οι παραμορφώσεις δεν είναι κωμικές, αλλά τραγικές. Ο ήρωας αποφεύγει τον συγχρωτισμό μαζί τους, διατηρώντας μια πάγια τακτική παραμονής στην «επιφάνεια της μοναξιάς». Η πραότητα του Αυτοδίδακτου τον παρασύρει για λίγο σε μια συναναστροφή που οι ανθρωπιστικές της υποψίες τον απογοητεύουν. Η σκέψη της αμφισβήτησης της αξίας του παρελθόντος τον οδηγεί με αυτόματο τρόπο στην αμφισβήτηση της αξίας του ιστορικού έργου του. Η δυσφορία της απαρέσκειας βαφτίζεται ναυτία και τον ακολουθεί με μη αναστρέψιμο τρόπο. Το πάθος του σβήνει με το μηχανικό τρόπο κλεισίματος διακόπτη και τον οδηγεί στην εγκατάλειψη. Η ομίχλη της αδιαφορίας φωτίζεται αμυδρά από την συνάντηση με την Άννυ, η επιθυμία δεν ακολουθεί. Οι ενορχηστρωμένες τέλειες στιγμές επιβεβαιώνουν την ήδη δοκιμασμένη αποτυχία τους. Εγκαταλείποντας την πόλη, ο πόνος μιας τζαζ μελωδίας γίνεται πόνος πρότυπο ωθώντας τον σε ένα νέο δημιούργημα λέξεων. Ένα μυθιστόρημα που θα υπερβαίνει την ύπαρξη και θα τον συμφιλιώνει με τη ζωή.
Ο Σάρτρ καταθέτει σ’ αυτό το ιδιότυπο μυθιστόρημα του σχόλια για τη συνειδητοποίηση, για την ύπαρξη, την δημιουργία, την αυτογνωσία, το παρελθόν και τους άλλους.

Βιολέττα Παπαδοπούλου
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
Υπαρξισμός - το παράλογο της ύπαρξης.
Οι παραπάνω άξονες είναι αυτοί στους οποίους κινείται όλη η φιλοσοφία του Σαρτρ, που υπήρξε αυτός που έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε το γαλλικό κίνημα του υπαρξισμού.
Ο υπαρξισμός είναι το κίνημα της σκέψης, που προέβαλε την ύπαρξη, σε αντίθεση με την ουσία. Ο Σαρτρ έλεγε ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας.
Δεν δέχεται την ύπαρξη του Θεού και υποστηρίζει την ελεύθερη επιλογή του ατόμου και την αποκλειστική ευθύνη του γι΄αυτή.
Υπήρξε υποστηρικτής του Κάστρο, του Μάο, των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη, της εθνικής ανεξαρτησίας της Αλγερίας.
Αντισυμβατικός, στη ζωή και στο έργο του, στην Ναυτία, αντιμετωπίζουμε την πικρή ειρωνεία του για τους μπουρζουάδες, για τους εργάτες που ανεβαίνουν ιεραρχικά, για τον θεσμό του γάμου, που στραγγαλίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και για τα δικαιώματα των κάθε φύσης αρχηγών που ασκούν εξουσία(όπως πατέρα, συζύγου, πολιτικού, εργοδότη, γιατρών, δικαστών).
Ενδεικτικά, χλευάζει το διάλειμμα της Κυριακής των μπουρζουάδων και των φτωχών, που τη ζουν, ίσα για να πάρουν δύναμη για να ξαναρχίσουν από Δευτέρα την άδεια τους ζωή, (π.χ. μας περιγράφει πόσο καλλιεργημένα γελούν οι πλούσιοι και πώς χαιρετιούνται, βγάζοντας το καπέλο τους).
Επίσης κριτικάρει αρνητικά τον Αυτοδίδακτο, έναν άντρα που διαβάζει μόνο για να διαβάζει, χωρίς να αντιλαμβάνεται τίποτε από την ουσία όλων αυτών, κατακρίνοντας την επιστήμη χωρίς περιεχόμενο.
Οι στιγμές που νιώθει ανεξέλεγκτη ναυτία ο αφηγητής, είναι οι στιγμές που ξυπνάει και του επιτίθεται ανελέητα η κρίση του για όσα βλέπει και ζει στην κοινωνία. Γι’ αυτόν, όλα είναι τυχαία, δωρεάν και ενιαία (η σκηνή του αφηγητή, που νιώθει ενιαία την ύπαρξή του με μια καστανιά).Η ύπαρξη είναι ορισμένη μόνο από την ύπαρξη και είναι άπειρη.
Σε όλο το βιβλίο εμφανίζεται μισάνθρωπος και, όπου υπάρχει χρώμα αυτό είναι μαύρο ή μπλε, ενώ μου δίνει την εντύπωση ότι νιώθει πως έχει όλες τις απαντήσεις. Το μόνο που βλέπει μπροστά του είναι η κατάβαση και ποτέ η ανάβαση. Λέει κάπου πως κάθε ον γεννιέται χωρίς λόγο, παρατείνεται η ύπαρξή του από αδυναμία και πεθαίνει από σύμπτωση.
Η περιστασιακή σύντροφος του αφηγητή, η ΄Αννυ, μιλάει για την κούραση της ηλικίας, για τις προνομιούχες καταστάσεις και τις υπέροχες στιγμές, καταλήγοντας πως τελικά δεν υπάρχει τίποτε, παρά μόνον ο εαυτός μας.
Το μόνο σημείο που εμφανίζεται η αγάπη, είναι, προς το τέλος του βιβλίου, σε ένα ρεφραίν τραγουδιού:
«Κάποια από κείνες τις μέρες
 θα με πεθυμήσεις αγάπη»,
λέγοντας πως ίσως μια μέρα αισθανόταν την καρδιά του (του αφηγητή) να χτυπάει πιο γρήγορα, να έβλεπε τον εαυτό του χωρίς απέχθεια και να έλεγε στον εαυτό του: Είναι αυτή εκεί τη μέρα, αυτή την ώρα που όλα άρχισαν. Και να έφτανε να δεχτεί τον εαυτό του.