5 Απριλίου 2014

Ηλίας Κουτσούκος, Φάτε μόνοι / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος)

Ηλίας Κουτσούκος, Φάτε μόνοι

Εκδόσεις Κέδρος, 2006 
16-11-2011
Βιβλίο 3ο
 Πρόταση του Γιώργου Καλιεντζίδη




Ιφιγένεια Θεοδωρίδου
Ξεκίνησα να το διαβάζω, μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας της ψήφου εμπιστοσύνης στον Γιώργο Παπανδρέου (έτσι όπως τρέχουν τα γεγονότα κρίνω αναγκαία την διευκρίνιση). Ο σχολιασμός έχει ανάψει για τα καλά και οι αναλυτές σε πρόβα ρόλου του επόμενου «ηγέτη» ή και «μεσσία» αν θέλετε. Χαμήλωσα την ένταση και βυθίστηκα στην ανάγνωση.

Ο συγγραφέας με μινιμαλιστικό ρεαλισμό αφηγείται την ιστορία ενός έφηβου, επικριτή του κόσμου που τον περιβάλλει, αντικαθρεφτίζοντας την εφηβεία όλων μας ή τουλάχιστον των περισσότερων από μας. Μια εφηβεία γεμάτη οργή, αγωνία, αντίδραση, ρομαντισμό, αθωότητα, ενοχές... όπως είναι κάθε εφηβεία λίγο ως πολύ.
Ο ήρωας διακατέχεται από αισθήματα αγάπης και απέχθειας για την οικογένεια του και τον κόσμο, ωστόσο η φρεσκάδα και η αμεσότητα της γλώσσας τα κάνουν να φαίνονται  αφοπλιστικά αθώα. Ειρωνικός με τους δασκάλους του και γενικότερα με τον κόσμο των μεγάλων. Ο κόσμος δεν του αρέσει (όπως συχνά δεν του αρέσει και ο εαυτός του), γι’ αυτό και θέλει να φύγει για τα «δυτικά»; ως άλλος Χόλντεν Κόλφιλντ ξαπλωμένος μακάριος στα δικά του «σιτοχώραφα».
Δεν ξέρουμε τι θ' απογίνει ο ήρωας της ιστορίας. Γνωρίζουμε μόνο, ότι αναπόφευκτα θα μεγαλώσει κι αυτός στο τέλος...

Χάραξε. Στην τηλεόραση οι αναλυτές, συνεχίζουν ακάματοι τις λογομαχίες. Φάτε μόνοι, τους είπα και την έκλεισα.



Μαρία Τριανταφυλλίδου

Η πρώτη αντίδραση και πριν το μετανιώσω, το γράφω απνευστί για το... "Φάτε μόνοι" του Ηλία Κουτσούκου:
Α ρε φάτσα -πώς να σε πω αλήθεια αφού όνομα δε μου ‘δωσες, δε μου συστήθηκες ρε γαμώ το μπελά μου- πώς τα κατάφερες έτσι; μ’ έφερες να σκέφτομαι το γιο μου, μπας και του τριγυρίζουν κάτι τέτοια στο μυαλό, οργή, ναι, οργή, φθόνος; μπα, όχι, ούτε και για σένα θα το ‘λεγα, και πού ‘σαι; ψηλός είσαι ρε μαλάκα, ψηλός, ναι, ίσα μ’ εκεί πάνω, ναι αλήθεια σου λέω, και γι’ αυτές τις περίεργες, ούτε ψύλλος στον κόρφο τους δε θα ‘θελα να είμαι, α άπαπα, λαγνεία, ναι, δυο τα αμαρτήματα, έτσι λέω εγώ, αλλά οι νέοι σαν και λόγου σου τα ίδια δε λιγουρεύονται όλοι; τα ‘βαλες και με το κωλοσύστημα που μας έχει ξεθεώσει, άντε ρε κι άρχισα να τα βλέπω κι εγώ όλα κόκκινα μέρες που είναι, ναι ρε φάτσα, σε γουστάρω, κι εγώ μαζί σου, τώρα που μεγάλωσα, να πω «φάτε μόνοι» και “μπραφ” να φύγω.

Στην αρχή μου κακοφάνηκε η γλώσσα, αθυρόστομη. Είπα να συνεχίσω, να δω πού θα το πάει· και με κέρδισε.
Ένας νεαρός, ένας νεολαίος σημερινός, που τα λέει έξω απ’ τα δόντια. Μια χύδην εξομολόγηση με τις ανησυχίες του, τις απορίες, τους προβληματισμούς, τα ερωτήματα για την οικογένεια, τις σχέσεις, την αγάπη, το σεξ, το σχολείο, την κοινωνία, το σύστημα, τη μεταφυσική, όλα. Ένας νέος στο maximum της έκφρασής του. Μια πραγματικότητα. Και βέβαια, μέσα σε όλα, το όνειρο να τα ξεπεράσει όλα, με τη δύναμη, όμως, ενός άλλου καθεστώτος. 
Ποιος κερδίζει τελικά; 

Η τεχνική του, η αθυρόστομη γλώσσα, που σοκάρει κατ’ αρχήν, αλλά κεντρίζει, προκαλεί, και αν σε κερδίσει, σε κρατά καλά. Η γραφή χειμαρρώδης, ατέλειωτη, απρόσκοπτη.
Η «εξομολόγηση», χωρίς φρένο, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, καθίζει τελικά τον αναγνώστη στην πολυθρόνα του ψυχαναλυτή, τον παρασύρει, του βγάζει το πανωφόρι του καθωσπρεπισμού, «έλα, μην ντρέπεσαι, ανοίξου, ελευθερώσου, μίλα, ξαλάφρωσε! πες τα!...»! 
Κι αυτή είναι η λύτρωση. Αυτός για μένα είναι ο σκοπός και το πετυχαίνει μια χαρά!   

Ματενίδης Νίκος.
Τι είναι αυτό το αγρίμι; Που θέλει να κατακτήσει την μικρή Κάρμεν. Που εάν είχε στο περιβάλλον του την Λου Σάλομε, θα  την πηδούσε κι αυτήν και τα ψυχολογικά της.
Όπως, αν γνώριζε την Ζέλντα (Φιτζέραλντ), θα έβαζε αγγέλους (Σέμκελ) και δαίμονες, για να την κερδίσει από τον περίγυρο της.

Τι είναι αυτό το ατίθασο πλάσμα, που πεταλιάζει κι ονειρεύεται να δουλέψει σε μηχανάκια, προφανώς για να τσιτάρει τα γκάζια.

Βρέθηκε στην ανατολική πλευρά της χώρας. Εάν ζούσε, στην νότια, θα κατέφευγε στις τρύπες των Ματάλων, για να μας μουντζώνει από εκεί μέσα.

Πόσο άνετα ξεφλουδίζει το κρεμμύδι του.

Στεφανία Βελδεμίρη
Καλημέρα, μια γνώμη για το "Φάτε μόνοι". 

Με άδειο στομάχι, μου είχε κάτσει βαρύ το ανατολίτικο φαγητό με το οποίο αρχίσαμε πριν ένα μήνα περίπου, το ομολογώ. Μετά μου σερβιρίστηκε φαγητό υγιεινό, συνοδευόμενο με μπύρα χωρίς αλκοόλ. Επιτέλους βρέθηκε κάποιος να με πάει για τσίπουρα με μεζέ, στον παλιό Μονοσάνδαλο.

Το βιβλίο μου άρεσε πάρα πάρα πολύ. Δεν ξέρω τι να πω, τι να γράψω για να μην μου το "χαλάσω". Ταυτίστηκα πολύ γρήγορα με τον ήρωα και τα συναισθήματά του, τις σκέψεις του για τη ζωή, τον κόσμο, την παλιοκοινωνία... Οι βρισιές δεν με ενόχλησαν καθόλου, γιατί βρίζω έτσι και χειρότερα. Χάρηκα πάρα πολύ όταν, σαν φάντασμα από το μέλλον, ήξερα πως το όνειρο του παιδιού για το ραδιόφωνο έχει πραγματοποιηθεί. Τα όνειρα που πραγματοποιούνται έχουν μια γιγαντιαία δυναμική που μου προκαλεί γιγαντιαία απόλαυση. Το βιβλίο για μένα ήταν μια βουτιά στο κόκκινο και στο μαύρο, χρώματα που ντύνουν και ήρωες του βιβλίου, χρώματα που ο συνδυασμός τους μου αρέσει πολύ. Η περιγραφή του φιλιού με την Ζιζή, ήταν συγκλονιστική. Νομίζω ένας ορισμός του φιλιού. Μου θύμισε αμέσως το φιλί, στον "Πίτερ Παν" του Τζέιμς Μπάρι. Ήταν μια κουβέντα με έναν φίλο , που δεν χρειάστηκε να μιλήσω. Σαν τις κουβέντες στο ραδιόφωνο. Αυτά τα βιβλία μου αρέσουν.
Έκανα και μια ζωγραφιά. Δηλαδή τι έκανα, μόνη της έγινε. Την στέλνω κι αυτήν.
Καλή συνέχεια, τα λέμε αύριο.




 Ηλίας Κουτσούκος
"Ταγματάρχης Εμφυλίου"


Ρίχνει αυτό το γελοίο μικροαστικό χιόνι, που ούτε θα το στρώσει, ούτε θα τα απλώσει, μόνο θα λασπώσει  κι έχω βγάλει τον Φιντέλ για τη βραδινή του βόλτα.
Όπως στρίβουμε στην Ορέστους αρχίζει να γρυλίζει λες κι είδε άλλον σκύλο.Τον πατέρα μου είδε νά 'ρχεται απ το βάθος του δρόμου φορώντας τη στολή του.
Ωχ τώρα τη βάψαμε, σκέφτομαι.. Έχω να του μιλήσω δεκαπέντε χρόνια. Τι να του πω; Σταματάει μπροστά μας. Βλέπω το στήθος του ν' ανακατεβαίνει απ' το κρύο και τους τέσσερις πολεμικούς Σταυρούς του γυαλισμένους τσίλικους με μπράσο. Τον ρωτάω, έτσι για το τυπικό,..’τι κάνει η μαμά.. ’Δεν με κοιτάζει, κοιτάζει τον Φιντέλ που βγάζει ένα πνιχτό ήχο…’τι ανάγκη έχει η μάνα σου ,όλο στο τραγούδι και στις γύρες είναι’… κι ατάκα μου λέει ‘ο σκύλος έχει μάλλον πρόβλημα, θα τον πάρουμε πάνω που 'χει αυλές να τρέχει..’ και φεύγει δίχως ένα γεια. Κοιτάζω τον Φιντέλ που τρομαγμένος  με τραβάει απ το λουρί για να γυρίσουμε πίσω.
Σκέφτομαι ‘ο καριόλης θα μου πάρει το σκυλί’. Δεκαπέντε χρόνια έχει πού 'φυγε κι ακόμα θέλει νά 'χει τον πρώτο λόγο…

Χριστιάνα Βέλλου
Στον κόσμο αυτό μας φέρνει η "μάνα" μας.
Στην ζωή μας πηγαίνει ο πατέρας μας.
Η ευτυχία στη ζωή μας αρχίζει με την δική τους ευλογία, ανάμεσα σ' εμάς και σε κείνους, υπάρχει μια συνεχής ροή αγάπης. Τι μπορεί να πληγώσει αυτή τη ροή; Τι κρύβεται κάτω από ένα τόσο μεγάλο θυμό; Πως αλλαξοδρομεί την πορεία μας (ο Θυμός) , μακριά από προθέσεις και όνειρα:

Ο ήρωας μας ένα ακόμη μοναχικό παιδί, ο συγγραφέας μας μέσα από ένα σκληρό έως ωμό θά 'λεγα τρόπο γραφής αποκαλύπτει μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων  που παλεύουν  ανάμεσα σε δύο κόσμους  να βρουν "δυναμικές ισορροπίες", φρακαρισμένοι στο "περίμενε και στο κάνε". Η μοναξιά του ήρωα τον αναγκάζει να παίζει παιχνίδια με την Σκιά, στην σκιά, τον αναγκάζει να θυμάται και να διαθλά τους πόνους, οι οποίοι γίνονται θυμός και ερωτηματικά και σιωπηρά αναλαμβάνει κυριαρχία και δράση.

  Χριστίνα Βουμβουράκη
Ντάξει. Πολύ άτομο ο μικρός. Δέρνει και με τα χρόνια γαμάει κιόλας! Και αυτό περνάει στο κοινό.

Έτυχε όμως, πάντα είμαι τυχερή σε αυτά τα ζητήματα, να διαβάσω το «Φάτε μόνοι», αφού είδα την ταινιάρα «Το παιδί με το ποδήλατο», των αδερφών Νταρντέν. Έτσι, ευτύχισα να μπορώ να προσδιορίσω τι δεν μου κάθισε καλά στην όλη περιπέτεια της συγκεκριμένης ανάγνωσης. Και επειδή πάντα μου άρεσε να προσθέτω μήλα και πορτοκάλια: Όσο πιο σιωπηρή ήταν η ιστορία, τόσο πιο δυνατά θα την αισθανόμουν. Τι δουλεία έχει ένας αγέρωχος μοναχικός καβαλάρης να ανακατεύει τα κιτάπια του παρελθόντος και να εξομολογείται τη ζωή του; Όσο παρατηρητής και να αισθανόταν ο ήρωας, μου χρειαζόταν ένας τρίτος άνθρωπος να τα ξεστομίσει όλα: βία, οργή, αντίσταση, άλλοτε μοναξιά κι άλλοτε μοναχικότητα.

Μη με παρεξηγείς, μ’ άρεσουν οι υποκειμενικότητες αλλά δεν ξέρω… Μπορεί να μου φταίει εκείνη η φωτοβολίδα, κάπου στα μέσα του βιβλίου. Την ενήλικη ζωή εννοώ, που εμφανίσθηκε από το πουθενά και εξαφανίστηκε ηχηρά κλείνοντας ένα κεφάλαιο. Τι στο καλό! Όλα όσα είχα διαβάσει μέχρι τότε ήταν μακρινές αποδελτιωμένες αναμνήσεις; Τι, δεν έγιναν χθες ή έστω προχθές;

Κατά τα άλλα, μεταξύ μας, αυτό το εμπροσθογύρισμα να το πω, ήταν για εμένα το καλύτερο σημείο του βιβλίου. Αυτό και εκείνη η σκηνή με τα απρόθυμα κρεμασμένα χέρια ενάντια στην αγκαλιά της ολίγης μητέρας.


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ(LE GAMIN AU VELO των Ζαν Πιερ και Λικ Νταρντέν (2011)