10 Απριλίου 2014

Δικά μας: Βραδιά ποίησης αφιερωμένη στη Γιώτα Αργυροπούλου και την τελευταία της ποιητική συλλογή

Την Παρασκευή 11 Απριλίου 2014, στις 7.30 μ.μ.
στο ΟΞΥΓΟΝΟ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη) για τη Γιώτα Αργυροπούλου και το έργο της θα μιλήσουν οι ποιήτριες Ελένη Κοφτερού και Αλεξάνδρα Μπακονίκα και ο Ιωάννης Τζανής, πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ». 


Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλει η Γιώτα Αργυροπούλου και η "δικιά μας" Αρχοντούλα Διαβάτη.


Τη βραδιά θα πλαισιώσει με παραδοσιακά και έντεχνα τραγούδια ο μουσικός Γιάννης Παπαγεωργίου.

Σχετικά: biblionet

Επ' ευκαιρία της εκδήλωσης, θυμόμαστε το δημοσιευμενο στις 4.7.2013 κείμενο τής Αρχοντούλας Διαβάτη στην ιστοσελίδα www.bookpress.gr :

Ποιητών και Αγίων Πάντων 

Το τελευταίο βιβλίο της Γιώτας Αργυροπούλου είναι μια ποιητική συλλογή, ένας κομψός τόμος σε πολυτονικό με ξεχωριστό εξώφυλλο –μια αγιορείτικη εικόνα– που αποπνέει καλό γούστο, χιούμορ, καλόδεχτη ειρωνεία και απλότητα ως τρόπο και ως άποψη. Και, προπάντων, γραμμένο σε θαυμαστή γλώσσα.


Εκεί, στην «τοπιογραφία των νεανικών της χρόνων», όπως σχολιάζει στο σημείωμά της, τη συναντώ σαν παλιά γνωστή στη Θεσσαλονίκη, στην παλιά Φιλοσοφική όπου ιδανικές φωνές κι αγαπημένες παλιών δασκάλων διδάσκουν τους ποιητές: «Στη Φιλοσοφική / ο Σαββίδης δίδασκε Καρυωτάκη / Σαχτούρη ο Μαρωνίτης./ Πολλά δεν καταλάβαινα, μα είχα μαγευτεί.»


Ποια είναι, πώς μυήθηκε στην τέχνη, ποια η ταυτότητά της: «με θαυμασμό περιεργάστηκα στα νιάτα μου / του υπερρεαλισμού το άλογον./ Όμως εγώ / επέπρωτο να πορευτώ / με γαϊδουράκι.»


Ανεβαίνοντας της ποιήσεως τη σκάλα

Σαν δασκάλα που είναι, μας διδάσκει –καθώς έλαβε κι η ίδια ξεχωριστά μαθήματα από τη μάνα της στο γενέθλιο τόπο–, τη βιωμένη ποίηση: «δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά / στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας».


«Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση / μόνο οι ειδικοί» – δίνει μάλιστα κι έναν πρωτότυπο ορισμό του ποιητή: « Γιατί τι είναι / ο ποιητής; / Ένα υπάκουο σκυλί / που ιχνεύει τη σκιά του / ψάχνει τα θηράματα / που χτύπησε ο θεός / να του τα πάει».

Μας συστήνει τους αγαπημένους της ποιητές, εμπλέκοντάς τους σε καθημερινά βιώματα: «του έστελνε μονάχα ποιήματα του Σαχτούρη / σκοτεινά κορίτσια / πνιγμένα, παγωμένα», και παρακάτω, «χάθηκαν τα δελφινοκόριτσα / και τα νεραντζοκόριτσα;» και καταλήγει με καβαφική ειρωνεία: «το πήρε πια απόφαση. / Προπάντων δεν ταιριάζανε / στα ποιητικά».

Σε ποίημα άλλης ενότητας παρωδεί τον αγαπημένο ποιητή: «Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα. / Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι.»


Από τους αγαπημένους ο Κ.Π. Καβάφης, έχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε ποιήματα υπεράσπισης, αν και ο Αλεξανδρινός «δεν χρήζει υπερασπίσεως».

Ακολουθεί ο αγαπημένος Καρυωτάκης, η Σαπφώ κι η Πολυδούρη. Ιδού και το ποιητικό της credo: Να διαβαστεί το ποίημα, αυτή είναι « η έγνοια του ποιητή»: «Και σκέφτεται μοιραία / τη συλλογή του Καρυωτάκη / αφιερωμένη –κι άκοπη– /στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.»


Μια ποίηση κι ένας ποιητής που κι «Άνθρωποι του δημοτικού θα τον καταλαβαίναν». Μια ποίηση απλότητας κι όχι «με το π κατάμικρο, το -οίηση κεφαλαία». «Σαν τις μανιάτικες ελιές / θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα.»


Έχοντας μελετήσει την ελληνική λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας στις σελίδες αναλύσεων και βιβλιογραφίας επιλέγει τους αγαπημένους από τους πεθαμένους ποιητές και τους βάζει έναν έναν στο εικονοστάσι της καρδιάς, τους δικούς της Άγιους Πάντες: «να με παρηγορούν / τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν».

Κι εμάς το ίδιο.