18 Απριλίου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος)

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει

Ξενόγλωσσος τίτλος: VIVIR PARA CONTARLA
Μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου- Μπαράχας
Εκδόσεις: ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ
 Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 1983
13-6-2011
Βιβλίο 16ο
Πρόταση του Ηλία Κουτσούκου


                        

Μαρία Τριανταφυλλίδου
Είχα απ’ την αρχή την αίσθηση πως ο Gabriel Garcia Marquez περιέγραφε τον εαυτό του.
Αργές οι κινήσεις, σιωπηλές, προσεκτικές, σοβαρές, στοχαστικές, αξιοπρεπείς, δείχνουν έναν άνθρωπο που προσπαθεί με αγωνία ανομολόγητη να ζήσει τη ζωή του μέχρι το τέλος της. Η ελπίδα που δε λέει να σβήσει, η προσμονή που δίνει αντοχή, που αφήνει το χρόνο να κυλά, που ξοδιάζεται, που επαναστατεί για την ψυχή που έχει ένα πετεινάρι... «τον ανατρίχιασε ο ζεστός και βαθύς παλμός του ζώου. Σκέφτηκε πως ποτέ δεν είχε κρατήσει ένα πράγμα τόσο ζωντανό μες στα χέρια του» (σελ. 81) και μάλιστα όταν «Αυτή η κηδεία είναι μεγάλο γεγονός... Είναι ο πρώτος που πεθαίνει από φυσικό θάνατο εδώ και πολλά χρόνια» (σελ. 13) Βρίσκει τον τρόπο ο συγγραφέας να μας τοποθετήσει στον τόπο, στο χρόνο, στις συνθήκες.
Όμως, με τα δυο νομίσματα που έμειναν απ’ τη ραπτομηχανή του γιου τους, η ζυγαριά έγειρε πάλι στον πετεινό: «Αγόρασε το καλαμπόκι. Ο Θεός θα βρει έναν τρόπο να μας βοηθήσει» (σελ. 31) είπε η γυναίκα· και όμως, το είπε!
Ζόρικα πράγματα, αναρωτιέμαι για μας... παρηγοριά... «κανείς δεν πεθαίνει σε τρεις μήνες» είπε ο συνταγματάρχης (σελ. 48) Σε τέσσερα, πέντε χρόνια όμως; Άραγε σε πόσα; Πόσο αντέχει ο άνθρωπος; αναρωτιέμαι για μας...
Κι έρχονται στιγμές που η ζωή, αυτή που αγκομαχάει να κρατηθεί, συναπαντιέται με τον θάνατο σε «κάτι μικρά και στρογγυλά μάτια νυχτερίδας. Μέσα σ’ ένα λεπτό ένιωσε εκείνα τα μάτια να τον καταπίνουν, να τον λιώνουν, να τον χωνεύουν και να τον ξερνούν» (σελ. 76) η αξία της ζωής σε τέσσερις λέξεις!
Αλλά γρήγορα συνέρχεται και αστειεύεται: «Θα πρέπει να είναι πολύ νόστιμα τα γουρούνια που πάχυναν με τριαντάφυλλα» (σελ. 78)
Σαράντα πέντε μέρες ακόμα μέχρι την απελπισία και εβδομήντα πέντε χρόνια της ζωής του, για να ομολογήσει «σκατά». Η ομολογία της ζωής του· κι «ένιωσε αγνός, σαφής, ανίκητος». (σελ. 90)  Χόρτασε; Ποιος νοιάζεται πια... Νίκησε!
Η γραφή του συγγραφέα ανεπιτήδευτη, γοργή, περιγράφει ωστόσο μια ατμόσφαιρα τελματωμένη, χαύνη, πνιγηρή· δε χάνεται όταν λεπτολογεί, «όσο περιεργαζόταν τη βλάστηση που ξέσπαγε σε χτυπητά πράσινα, τα μικροσκοπικά τσαντίρια των σκουληκιών στη λάσπη ο συνταγματάρχης ένιωσε ξανά τον καταραμένο μήνα στα σπλάχνα του» (σελ. 10). Και αλλού, «Ήταν ένας νωχελικός Ανατολίτης ντυμένος απ’ την κορφή ως τα νύχια μ’ ένα λείο και τεντωμένο δέρμα, με αργές κινήσεις πνιγμένου» (σελ. 79) και πόσα άλλα σημεία...
Χειρίζεται με μαεστρία τις λέξεις, «σε μια θαυμάσια ώρα καμωμένη από ένα φως αμεταχείριστο ακόμα» (σελ. 79) και κυριολεκτεί! Φιλοσοφεί με τον τρόπο του «Οι ψευδαισθήσεις δεν τρώγονται· δεν τρώγονται, αλλά τρέφουν» (σελ. 59) «Όποιος μπορεί να περιμένει πολύ, μπορεί να περιμένει και λίγο ακόμα» (σελ. 42)
Ένας άνθρωπος στη μοναξιά του που τη βιώνει στάλα στάλα σε έναν περίγυρο πολύβουο.
Ένας άνθρωπος μονάχος να παίζει στη σκηνή, στο σπίτι του, στου κουμπάρου, στην αρένα, στο λιμάνι, με ένα μόνο χαρακτηριστικό αντικείμενο σε κάθε χώρο από αυτούς, μόνος, κατάμονος, ο μόνος ηθοποιός να συνδιαλέγεται με τις προβολές γύρω του, με τους επίπεδους ανθρώπους της οθόνης, πίσω του, δεξιά, αριστερά του. Στην τελευταία του λέξη σιγούν τα πάντα, παγώνουν οι σκηνές, φωτίζεται έντονα μόνον αυτός.   



Στεφανία Βελδεμίρη
Μια γνώμη, αν και είναι και ντροπή κιόλας να έχουμε και γνώμη για τέτοια.
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω την πρώτη πρόταση, ήταν σαν να είχα μπροστά μου ένα φαγητό, που μου είχαν πει από πριν πόσο νόστιμο είναι και πεινούσα και πολύ όταν μου το έφεραν και μόλις έβαλα την πρώτη μπούκα στο στόμα έπαθα σοκ απόλαυσης και αντί να καταπιώ μασούσα τόση πολύ πολύ ώρα που στο τέλος η μπούκα έγινε κρασί και έτσι αντί να φάω ήπια. Διάβασα την πρώτη πρόταση πολλές φορές, αλήθεια, δεν την χόρταινα. Διάβασα μετά με πολύ αργούς ρυθμούς το βιβλίο. Για να κρατήσει πιο πολύ, που ήταν τόσο ωραία. Τις 2 φορές που με διέκοψαν και έπρεπε να σταματήσω το διάβασμα, μου έσπασαν τα νεύρα και όταν το ξαναέπιασα το άρχισα από την αρχή και αυτό τελικά ήταν ωραίο. Μου άρεσε πάρα πολύ που η περιγραφή, πραγμάτων, κινήσεων, καθημερινών απλούστατων πράξεων όπως το φαγητό ή το ντύσιμο, το βάδισμα ή ένα μπρίκι, περιέγραφαν τόσο ξεκάθαρα και τόσο δυνατά συναισθήματα, τα οποία και ένιωσα δυνατά και ξεκάθαρα μέσα μου. Επίσης ενδιάμεσα σκέφτηκα πολλές φορές ότι τελικά διαβάσαμε μερικά βιβλία πολύ κοτσάνες.

Ένας ύμνος στην αξιοπρέπεια. Ένα επίκαιρο θέμα ή θέαμα. «Και τι κάνουμε τώρα;» Άλλοι το πάθαμε άλλοι θα το πάθουμε. Το αδιέξοδο δηλαδή. Η απάντηση, όπως και να το παλέψεις είναι η τελευταία λέξη του βιβλίου. Τον συνταγματάρχη τον αγάπησα πολύ και τον γιατρό επίσης. Και τον κόκορα. Θα έλεγα πως το πεταχτό στήθος του κόκορα είναι η αξιοπρέπεια του συνταγματάρχη και τα νύχια του η καρτερικότητα και οι ερωτήσεις της γυναίκας του που τον ξέσκιζαν και τον έπρηζαν. Ο κόκορας για μένα δεν ήταν δεμένος στο πόδι του κρεβατιού, του τραπεζιού ή της καρέκλας αλλά στο πόδι του συνταγματάρχη. Και γι΄αυτό τον αγάπησα τόσο, που είχε τον κόκορα δεμένο στο πόδι του δηλαδή. 

Μου άρεσε πάρα πάρα πάρα πολύ:
•    που έπεσε πάνω στο νεκρό στην κηδεία αλλά ένιωσε πως πέθανε όταν άκουσε το εμβατήριο που έλειπε το χάλκινο πνευστό.
•    το ολότελα παιδικό βλέμμα του στο ταχυδρομείο
•    η στεναχώρια που ένιωσε για την επιθυμία που είχε χαθεί
•    ο χρυσός ελέφαντας για πάνω από την πόρτα…
•    η βουβή μνησικακία
•    τα μάτια του ζευγαριού στο χρώμα του σιροπιού
•    που όποιος μπορεί να περιμένει πολύ μπορεί να περιμένει και λίγο ακόμα.
•    το καπάρωμα στο εργοστάσιο κλαρινέτων
•    η αιώρα
•    που η ομπρέλα έχει κάποια σχέση με το θάνατο
•    που ποτέ δεν είναι πολύ αργά για τίποτα
•    που στις αναποδιές αναγκάζεται κανείς να λέει ψέματα
•    που και οι πεθαμένοι κάνουν λάθη
•    που δεν φοράει καπέλο για να μην χρειάζεται να το βγάλει σε κανέναν
•    που ο γιατρός χρειάζεται γιατρό
•    τα νόστιμα γουρούνια που πάχυναν με τριαντάφυλλα
•    οι ακροβάτες που τρώνε γάτες
και πιο πολύ που αγνός και ανίκητος απάντησε: σκατά
μου άρεσε πολύ το τέλος.
Να και μια ζωγραφιά που θα ήθελα να ήταν καλύτερη, αλλά μέχρι εκεί μπορώ.

Φιλιά παιδιά, μου λείπετε αλλά περνάω τέλεια και θα φέρω χαρτί από γιατρό για τις απουσίες. Πιθανώς τρελογιατρό.
   

Κλεοπάτρα Τσακούρη
Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει  του Μάρκες είναι μια ζεστή, συγκινητική ιστορία χωρίς μελό, με ρεαλισμό με στρωτή γραφή που ρέει, κοφτή  όταν πρέπει ,περιγραφική επίσης όπου είναι αναγκαία. Τη διάβασα και μου έδωσε μαθήματα ζωής πάνω από όλα με τον επίλογο της που έφρασε στην κορύφωση με την τελευταία κουβέντα, με την τελευταία λέξη του κεντρικού ήρωα, του συνταγματάρχη.
Ο πόνος, η περηφάνια και η αξιοπρέπεια του συνταγματάρχη αξιοθαύμαστα στοιχεία του χαρακτήρα του. Η αναμονή της σύνταξης ως παλαίμαχου στρατιωτικού στον εμφύλιο πόλεμο επί 15 χρόνια δείχνει την ανυπαρξία, την αδιαφορία της κεντρικής διοίκησης της χώρας. Η μη τακτοποίηση του σε μια θέση ώστε να  έχει τα απαραίτητα για να ζήσει και η μεγάλη του φτώχεια είναι η απονομή της δικαιοσύνης στους ανθρώπους  με συνείδηση και ηθική. Η κοινωνική άνοδος του κουμπάρου του που πούλησε τους συντρόφους του και οικειοποιήθηκε τις περιούσιες τους σε συνεργασία με τον δήμαρχο παίρνει διαστάσεις τέτοιες που ξεπερνούν την χώρα του είναι πια σε παγκόσμιο επίπεδο Τελικά η γεύση που σου αφήνει είναι γλυκόπικρη και δεν την ξεχνάς ποτέ.
Ενα αξιόλογο βιβλίο που αξίζει να το διαβάσεις και να ασχοληθείς με αυτό.

Βιoλέττα Παπαδοπούλου
Το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα, γεννημένου το 1928 στην Κολομβία, που εκδόθηκε το 1961,μετά τα Νεκρά Φύλλα(1955). 
Παρ ολίγον να μας θύμιζε την αναμονή της σύνταξης στην Ελλάδα από το Ι.Κ.Α.!
Γραφή γεμάτη ειλικρίνεια, παράπονο, απελπισία, ένα καλησπέρισμα με το θάνατο.
Άσχετα σε ποιά πλευρά ανήκουν, φτωχοί άνθρωποι, χωρίς ελπίδα, με ματαιωμένα όλα τους τα όνειρα, από όλες τις μορφές εξουσίας είτε είναι το κράτος είτε η πατρίδα που υπηρέτησαν ανυστερόβουλα είτε οι κοντινοί τους γείτονες.
Και το μόνο που τους μένει, είναι να τρέφουν το τελευταίο τους απομεινάρι, τον πετεινό, τρώγοντας οι ίδιοι στο τέλος σκατά, αυτά που μεταφορικά τους τάισαν όλα τους τα χρόνια όλοι οι παραπάνω.

Κωνσταντίνα Χονδρογιάννη

Ο Συνταγματάρχης  γράμμα από πουθενά. Τη φράση του ταχυδρόμου βάλανε τίτλο στο βιβλίο.
Να το κατάλαβε άραγε ο ταχυδρόμος ότι το πολυπόθητο γράμμα δεν θα έρχονταν ποτέ;
Πόση πίστη είχε αυτός ο άνθρωπος στους κυβερνώντες, νομίζοντας πως επειδή  αυτός είχε κάνει το καθήκον του θα κάνανε και αυτοί το δικό τους, με αποτέλεσμα να ζει μέσα στην εξαθλίωση. Η γυναίκα του, πιο διορατική, δεν ήλπιζε σ αυτό το θαύμα, επιμένοντας να φάνε τον κόκορα, αφού αυτός ήταν η μόνη τους ελπίδα πια να χορτάσουν τα άδεια στομάχια τους. Κι από την άλλη, να εκδικηθεί το χαμό του γιου της, μια κι αυτό το πουλί ήταν κατά κάποιο τρόπο η αιτία που έχασε το παιδί της. Δεν θέλω να παραλληλίσω τίποτα με τη δική μου πατρίδα, αλλά βλέπω πολλά κοινά σημεία όσον αναφορά τη φτώχεια που βιώνουν οι συμπολίτες μας καθημερινά. 

Χριστιάνα Βέλλου
Τελειώνω το βιβλίο και διαπιστώνω κατάπληκτη ότι έχει  γραφτεί το 1961 και όμως είναι σαν να γίνονται σήμερα στον τόπο μας πολλά από αυτά  διαβάσαμε. Αχ, αυτή η πολύπαθη σύνταξή μας που δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρχει αύριο και τότε τι θα τρώμε κι εμείς;
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Κολομβία 50 χρόνια πίσω, και μέσα σε μόνο 90 σελίδες παρουσιάζονται τόσες μυστικές διαδρομές ψυχής και συναισθημάτων ενώ ο συγγραφέας περιγράφει καθημερινά πράγματα, απλά.
Ο ήρωας μας, ο Συντ/χης πολέμησε στον εμφύλιο, 20 χρονών παλληκαράκι, και περιμένει 56 σχεδόν χρόνια τώρα να πάρει την σύνταξη που του υποσχέθηκε το κράτος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον πόλεμο. Εν τω μεταξύ η ζωή περνά από δίπλα του, μεγαλώνει κι αυτός και η  άρρωστη γυναίκα του, ο γιός του δολοφονείται σε μια συμπλοκή κοκορομαχιών, οι άνθρωποι γύρω του προχωρούν κι αυτός καταλαβαίνει τον χρόνο που κυλά μέσα από τις Παρασκευές που κατεβαίνει στο λιμάνι να περιμένει τον ταχυδρομικό σάκο που θα του φέρει το γράμμα με την έγκριση της σύνταξης, που δεν έρχεται ποτέ. Τα χρόνια περνούν αργά, βασανιστικά (σε κάποια σημεία νομίζεις ότι ο χρόνος έχει σταματήσει από την ζέστη και την υγρασία) κι ο συνταγματάρχης το αντιλαμβάνεται μόνο μέσα από τις καιρικές συνθήκες και από τις λειτουργίες του σώματός του που αλλάζουν εποχιακά και περιμένει με βαθειά υπομονή, αγόγγυστα το γράμμα που θα του αλλάξει την ζωή..
Θα 'λεγα πολύ ταπεινά προς τον μεγάλο συγγραφέα, ότι το βιβλίο είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στη αθέατη μεγαλοπρέπεια.

Αρχοντούλα Διαβάτη
"Ο συνταγματάρχης στην αιώρα" 

Χρειάζεστε μετρητά τώρα; Αγοράζουμε χρυσά και ασημένια κοσμήματα στις καλύτερες τιμές της αγοράς. Τα αρπαχτικά είχαν απλώσει τα χέρια τους και χαμογελούσαν προς το μέρος του. Σας επισκεπτόμαστε στο χώρο σας. Μετρητά γρήγορα, εύκολα και με απόλυτη εχεμύθεια. Cash now. Cash now. Cash now. 
Ενεχυροδανειστήριο και στη γειτονιά τους, δυο μάλιστα. Διαφημίζονταν με όμορφα στιλπνά τρικάκια – μια κοπέλα με χαμογελαστά μάτια και μια δεσμίδα χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ στα χέρια να ανοίγουν σε μια πολλά υποσχόμενη βεντάλια. Όνειρο ήταν ή εφιάλτης; Θυμήθηκε το έγκλημα του Ρασκόλνικοφ και το κοινωνικό έργο του. Ναι, εφιάλτης ήταν.
Είχε μαζέψει σ’ ένα μαντίλι τους σταυρούς των παιδιών και τρία χρυσά δόντια της μάνας του, τα δαχτυλίδια του αρραβώνα τους και την αλυσίδα που της είχε χαρίσει μαζί και εκείνη την αρχαία Ζorki. Πουλούσε μαζί και το παλιό του πάθος για τη φωτογραφία, μαζί και την μαυρόασπρη εποποιία της νεότητάς του. Την προηγούμενη Δευτέρα τέτοιες πόρτες πάλι δεν είχε βγει να χτυπήσει αλλά μηδέν εις το πηλίκον. Πάρκαρε το μηχανάκι δίπλα στην Οσία Ξένη και έσπρωξε την τζαμόπορτα απέναντι. Στο ισόγειο ήτανε.
Δεν υπήρχε ρευστότητα. Δεν υπήρχε τίποτε. Η σύνταξη που θα αργούσε ακόμα και οι λογαριασμοί που τρέχανε, η Μαρία τους άνεργη και ο Γιωργάκης, ο μόνος εργαζόμενος στην οικογένεια και δεν τους προλάβαινε. Άνοιγε καθημερινά το καθαριστήριο και έβγαζε μόνος του δουλεύοντας του σκοτωμού το οχτάωρο. Το διδακτορικό του μπορούσε προσωρινά να περιμένει.
Καλημέρισε, ρώτησε, έδωσε, πήρε, βγήκε. Ήξερε, θα κερδοσκοπούσαν εις βάρος του. Το επιτόκιο του φάνηκε δυσανάλογα μεγάλο, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Είχε ανάγκη τα λεφτά, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Πέρασε απέναντι το δρόμο και μπήκε στο Μαρινόπουλο.
Η Μαρία, όταν γύρισε το κλειδί στην πόρτα άφησε το βιβλίο που διάβαζε στον καναπέ και σηκώθηκε να βάλει τραπέζι. Μέχρι να κόψει τη σαλάτα και να σερβίρει τη μακαρονάδα, μπήκε κι ο Γιωργάκης και σε απαρτία η οικογένεια κάθισαν να φάνε.
Μετά η Μαρία πήγε στο κομπιούτερ και οι άντρες άναψαν τσιγάρο. Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει. Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Η μητέρα κάθισε στον καναπέ κι άρχισε να φυλλομετράει το βιβλίο.
Μια ιστορία για την υπόκωφη βία της αδικίας. Η μητέρα διάβασε τη σελίδα που ήταν βαλμένη ως σελιδοδείκτης στη μέση του βιβλίου. Η Μαρία είχε κρατήσει σημειώσεις.
Μια πόλη παρακμιακή, ο ηλικιωμένος συνταγματάρχης και η άρρωστη γυναίκα του ,ορφανεμένοι από τον θάνατο του γιου τους, με έναν κόκορα που είναι ό,τι τους άφησε η πώληση μιας ραπτομηχανής ,ζουν τη χαμοζωή τους , εξαθλιωμένοι ,σχεδόν οριακά συγκεντρώνοντας χρήματα για το φαί και τα φάρμακα της ημέρας. Πάντως κάθε Παρασκευή ο συνταγματάρχης πηγαίνει στο λιμάνι περιμένοντας το ταχυδρομείο . Ένα γράμμα , ένα «ευχαριστώ» από την πατρίδα για την προσφορά του, μια σύνταξη που δεν έρχεται κι όλο μεταθέτει δονκιχωτικά παραπέρα την ελπίδα, τη ζωή τους την ίδια Ο διάλογος με τη γυναίκα του είναι ακριβώς ο διάλογος του ιδαλγού με τον Σάντσο Πάντσα. «Τι μπορούμε να κάνουμε αν δεν μπορέσουμε να πουλήσουμε τίποτα» επανέλαβε η γυναίκα « Έχουμε ακόμα σαράντα πέντε μέρες για ν’ αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε αυτό», είπε ο συνταγματάρχης. «Και στο μεταξύ, τι θα τρώμε;».Ρώτησε κι άρπαξε το συνταγματάρχη από το γιακά της φανέλας. Τον τράνταξε με δύναμη «Πες μου τι θα τρώμε». Κι εκείνος αγνός, σαφής, ανίκητος, «ΣΚΑΤΑ», απάντησε. Όπως ο ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ κι ο ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ οι δυο κλόουν από το παράλογο θέατρο του Σάμουελ Μπέκετ –περιμένοντας τον ΓΚΟΝΤΟ– έτσι κι ο συνταγματάρχης ένα σύμβολο πια, μεταθέτει διαρκώς το θάνατο και κάτω από το υπνοβατικό φως και την αγωνία της κάθε μέρας μάχεται μέχρις εσχάτων. Τελειώνει η μια μέρα κι αρχίζει η άλλη. Απελπισία και διάψευση αλλά μέχρι τον τελευταίο σπασμό σαρκάζει μαχόμενος.
Η μητέρα νύσταξε. Έβαλε το χαρτί στη θέση του και τράβηξε για το κρεβάτι της χαμογελώντας.
Δημοσιευμένο στις 24/06/2012  στο bookpress.gr