26 Απριλίου 2014

Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Ο οβολός και άλλα διηγήματα / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος)

Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Ο οβολός και άλλα διηγήματα

Εκδόσεις Νεφέλη, 2004
25-01-2012
Βιβλίο 7ο
Πρόταση της Μαρίας Ντόντση


Ελένη Παπαστεργιάδου
Αληθινές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων σε διαφορετικές περιόδους. Απλές και σταράτες, με λεπτομέρειες που δεν κουράζουν. Θλίψη, πόνος, αγάπη, τρυφερότητα, σκληρότητα και τόση αλήθεια. Φτιάχνω εικόνες οικογενειακές με αγαπημένα ή όχι πρόσωπα, που αφηγούνται τα κουτσομπολιά της ημέρας με την  γειτόνισσα, το κακό που βρήκε τον τάδε και την τύχη που είχε ο δείνα… κάπου εκεί κάθεται η γιαγιάκα μου, μου λείπει πολύ και ειδικά οι ιστορίες για τους ΓερμαναράδεςΣυγκινούμαι, δακρύζω στο «μπαλόνι»... (Εκείνο το χάσαμε, μου λέει, αλλά τώρα έχουμε εδώ αυτό). Σκέφτομαι ότι η ευτυχία είναι στο τώρα, σε αυτήν εδώ την στιγμή και όταν χάνεται κάτι, κερδίζεται κάτι άλλο. Νιώθω τόσο λίγη στο πολύ των «τυφλών» (Τι κρύβουν μέσα στην καρδιά;). Eχουν πολλά να μου διδάξουν. Στον «οβολό» χαμογελώ συνωμοτικά στο «μάνα, η μανταρινιά μας ζει!» και σκέφτομαι ότι υπάρχει ζωή μετά!



Μαρία Τριανταφυλλίδου
Γλυκό γύρισμα στα πίσω χρόνια, όταν με τα πνεύματα και τους τόνους ρουφούσαμε αχόρταγα τις λέξεις, τις διηγήσεις, τα διηγήματα... όπου οι χαρακτήρες ήταν πρόσωπα, που ζωντάνευαν στα μάτια μας και συνέχιζαν να ζουν πέρα απ’ τις γραμμές, τις λίγες...

στα ’99 ο Αμερικάνος, χωρίς λαλιά, να μιλάει για την ξενιτιά, τη μοναξιά, τη στέρηση, τις σχέσεις...

πετάει η μνήμη, μικραίνει, φοράει κοντά παντελονάκια και χειροκροτεί το Νίκο ν’ απαγγέλλει το «Ματρόζο»! Γελάει σκανδαλιάρικα... «α ρε καραγκιόζη! Αρχαϊκός οκτασύλλαβος ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”»... θύμησες του 2003! Αχ κυρ Ηλία, σκανδαλιάρης κι εσύ όπως όλοι μας, στα μικράτα σου, πόσο περίτεχνα ζωγράφισες το χαμόγελο στα μάτια μας!...

κι εκεί που αφηνόμαστε παρασυρμένοι από τις θύμησες... και η Φλοξ να μεταμορφώνεται σε Ρούντα, Μπέλκα,... αχ κύριε Παπαδημητρακόπουλε, μας έκοψες τα ήπατα... ακέφαλη η Φλοξ και τσάμπα τόσες ενέσεις αντιλυσσικές στην κοιλιά,... χωρατατζής ο κυρ Ηλίας στο 2001...

ένα μπαλόνι «ηλίου», θυμάμαι, απέκτησα κι εγώ κάποτε, και μου ξεγλίστρησε, και έφυγε, και έγινε μια τόση δα κουκίδα, και χάθηκε, κι έμεινα να την ψάχνω σουφρώνοντας τα χείλη μου, σφίγγοντας τα βλέφαρα μην ξεφύγει ένα δάκρυ, γιατί το μπαλόνι ήταν ακριβό... και έφταιγα..., μου ξέφυγε..., μου γλίστρησε..., μου έφυγε... αχ κυρ Ηλία τι μου θυμίζεις τώρα..., όμως, «τώρα έχουμε εδώ αυτό...» και ένα παιδάκι κοιμάται ευτυχισμένο μ’ ένα μεγάλο μπλε μπαλόνι αγκαλιά.

Με παρέσυρες κυρ Ηλία, πολλά είπα.
Τρυφερά τα λόγια σου, τωρινά τα ένιωσα, σαν να ‘ταν χθες τα χρόνια εκείνα, τα παλιά... που έζησες, που έζησα, που ζήσαμε, όταν ήμασταν παιδιά ή λίγο μεγαλύτεροι ακόμη...

Στεφανία Βελδεμίρη
Το διάβασα μονορούφι, με μεγάλη συγκέντρωση. Όσο το διαβάζω είμαι εκεί μαζί του, δεν με αφήνει λεπτό. Τελειώνοντας μου έρχονται οι λέξεις: καθαρό, αληθινό, γλυκό, τρυφερό, θλιμμένο, αναμνήσεις, νιώθω, θυμάμαι, γελάω, γκρι -μολυβί και ένα συναίσθημα που αγαπάω, μια συναίσθηση ότι τίποτα δεν ξέρω, πως χαμπάρι δεν έχω. Τα κείμενα είναι σύντομες μαχαιριές ή σύντομες αγκαλιές. Ή και τα δυο μαζί. Το αγαπημένο μου είναι "Τα μπαλόνια", γιατί τα αγαπάω κι εγώ πολύ. Για τον αέρα που κρατούν μέσα τους και για τον τρόπο του αέρα πάντα μα πάντα να ξεφεύγει. Μου άρεσε που η μανία αγοράς μπαλονιών έγινε δώρο. Και που το αγοράκι κοιμήθηκε αγκαλιά με το δώρο αυτό, με λίγο αέρα αγκαλιά. Είπα πολλά, έτσι νομίζω. Ωχ είναι μόνο 5 σειρές... 
Σας στέλνω και μια ζωγραφίτσα.


Χριστιάνα Βέλλου
Τον συγγραφέα δεν τον γνώριζα, η Μαρία Δόντση μου έδωσε ένα DVD με το φιλμάκι από το ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ της ΕΡΤ σε σκηνοθεσία Λ.Ξανθόπουλου με το οποίο ξεκίνησα την γνωριμία μαζί του. Με συγκίνησε ο Παπαδημητρακόπουλος ως άνθρωπος στην ταινία, με συγκίνησε ως συγγραφέας μέσα από τα 12 διηγήματα του βιβλίου. Ωραία παλιοκαιρίσια γραφή, απλή μεν και λιτή αλλά συγχρόνως γεμάτη εικόνες, μνήμες, ήθος και αξιοπρέπεια.
Είχα πολλά χρόνια να διαβάσω κείμενο με τόσο όμορφα  «ελληνικά», μάλλον ξεχάσαμε τον πλούτο της  γλώσσας μας.


Χριστίνα Βουμβουράκη 
Ίσως θα ‘ταν καλύτερα να μη γράψω τίποτα.

Ίσως θα ‘ταν καλύτερα να βάλω το παλτουδάκι το ζεστό μου, έτσι με την πιτζάμα από κάτω, και αφήνοντας πίσω μου την πόρτα ανεπαίσθητα ανοιχτή, να βουτήξω στο κρύο σκοτάδι· και αυτό σε εμένα. 


Να πάω να βρω ένα στενό δρομάκι επικλινές. Να το ανεβοκατεβαίνω πάνω - κάτω, πάνω - κάτω, πάνω - κάτω. Και έτσι θα περάσουν οι ώρες και οι μέρες και τα χρόνια και εγώ καρτερικά θα οργώνω με τα βήματα μου το χωραφάκι που βρισκόταν απροσδιόριστα κάποτε, ακριβώς εκεί.
 

Και όταν κάτω από την άσφαλτο κάποια στιγμή μαλακό θα βρω το χώμα, θα μαζέψω τους κόπους και τους πόνους των ανθρώπων, θα τους σκορπίσω πανηγυρικά στον αέρα και ύστερα θα πάω να παίξω αμέριμνα κρυφτό με τα παιδιά της γειτονιάς. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε…