16 Απριλίου 2014

Δικά μας: [ΤΟ ΚΕΙΟΝ ΝΟΜΙΜΟΝ] της Αρχοντούλας Διαβάτη

Δημοσιευμένο στις 13/04/2014
στο
bibliotheque.gr


Όταν θα γίνουμε γέροι, έτσι της είχε πεί εκείνος, τότε μόνο, στη σύνταξη, θέλω να αρχίσουμε να ξεφυλλίζουμε τα άλμπουμ, να βλέπουμε και να σχολιάζουμε τις παλιές φωτογραφίες από τα ταξίδια και τις εκδρομές με φίλους ή με τα παιδιά . Αλλά τυπικά η ώρα αυτή είχε φτάσει και καμιά όρεξη δεν είχαν – ούτε αυτή ούτε εκείνος – να πιαστούν στο δόλωμα καμιάς νοσταλγίας ή γλυκιάς απόσυρσης. Με τη συντροφιά των φίλων, αυτών των λίγων δύσκολα αποκτημένων φίλων που τους εμπνέανε ακόμα – μόλο που η συνεννόηση μεταξύ τους γινόταν όλο και πιο δύσκολη – έτσι εγωκεντρικοί που είχαν γίνει όλοι τους με τα χρόνια, σαν να ζητούσαν αναγνώριση, καταξίωση, θαυμασμό και ποιος ξέρει τι άλλα θυμιάματα. Ταξίδευαν έξω και μέσα τους με τους φίλους να τους λυτρώνουν από τον εαυτό τους, αναζητούσαν τη φιλία αλλά και τον έρωτα, την ηδονή ακόμα – λειασμένη και οικεία με το θεσμικό τους ταίρι, καθόλου αυτονόητη με τα χρόνια- επινοώντας συνέχεια τον εαυτό τους και τον άλλο.
Έτσι, το τελευταίο καλοκαίρι, όταν βγήκανε από το φέρυ στο μπροστινό λιμάνι και ένα σωρό σηκωμένα αυτοσχέδια χαρτονένια λάβαρα τους προϋπάντησαν, «ενοικιάζονται δωμάτια» «ξενοδοχείον Μπριλλάντε», «ρουμς του λετ», και « ROOMS TO LET”, πέρασαν ανάμεσα από τα υψωμένα λάβαρα – ξίφη και πήραν τον περιφερειακό δρόμο που αγκάλιαζε σφιχτά το νησί οδηγώντας στη χώρα και τα ορεινά χωριά. Πρώτη τους φορά στο κυκλαδίτικο νησί, αλλά είχανε μελετήσει πορείες και διαδρομές στο διαδίκτυο – και το ξενοδοχείο τους που έμοιαζε παραδοσιακό και καλόγουστο, όχι το πιο ακριβό, για κάποιους μεσοαστούς όπως αυτοί – έτσι το είχανε κλείσει.
Broken Mirror/Evening Sky,του Bing Wrigh.
Φωτογραφίες από
ηλιοβασιλέματα όπως αντανακλώνται
μέσα από
από θραύσματα καθρέπτη

( περισσότερα στο thisiscolossal )

Όλους τους φετινούς ταξιδιώτες στο νησί μπορούσες να τους δεις μεμιάς στη βραδινή βόλτα στο λιμάνι, πάνω κάτω να κάνουν περίπατο αργά ως το φάρο και πάλι πίσω, να χαζεύουν το βραδινό πλοίο που μόλις είχε καταφτάσει ή να σκαρφαλώνουν στις γύρω γειτονιές με τα ασπρισμένα κατώφλια και τα μυριστικά μέχρι αργά -ώσπου να να καθήσουν κάποτε στα καφενεία, και τις μικρές ταβέρνες. Έτσι κι αυτοί είχαν καθήσει για μια μακαρονάδα στο «Κεχριμπάρι» με γέλια και πειράγματα, με σοβαρές διακηρύξεις και χαμόγελα- πρώτη μέρα διακοπών στην Τζια, που την ονερεύονταν και τη σχεδίαζαν από το Φεβρουάριο. Το Κείον νόμιμον τους αφορούσε ή όχι, έτσι που πλησίαζαν τα εξήντα οι περισσότεροι και οι αρχαίοι Τζιώτες το επιφύλασσαν για τους εντελώς ανήμπορους πολίτες. Ένα κώνειο ήταν και μήπως τώρα που κατέπλευσαν έτσι χαρούμενοι εδώ πέρα δεν είχαν λογαριάσει καλά και από στιγμή σε στιγμή είχαν να γράψουν έναν επίλογo; Τότε τον είδε. Καθόταν με την παρέα του στο απέναντι τραπέζι ανάμεσα σε παιδιά κι εγγόνια και γυναίκες ώριμες και νέες – οικογενειακή συγκέντρωση θα ήταν – μιλώντας δυνατά για ένα υδροηλεκτρικό έργο που η καταστροφή του θα κόστιζε στο μέλλον πολλά για την πόλη – «δεν έχει επιστροφή», έτσι το επανάλαβε μερικές φορές για έμφαση – «άντε εβίβα»!

Είχε να τον δει καιρό: της ήρθε να γελάσει που τον έβλεπε έτσι με τα μαλλιά του άσπρα και γκρίζα και ανοικονόμητο – έναν ψηλό γερασμένο γίγαντα με τη δυνατή χαρακτηριστική φωνή του. Κοιτάχτηκαν μετέωροι για μια στιγμή, χαμογελώντας θαρρείς στον παλιό τους εαυτό και μετά στράφηκαν στην παρέα τους και στη ζωή τους. Μέσα τους όμως το κακό δούλευε: Η ανάμνηση εκείνης της μέρας, χρόνια πριν, στην Καλλιθέα. Εκείνος πολύ μεγαλύτερός της, φίλος του αδερφού της αγαπημένος, πρώτες τους μέρες σε μια σχέση που δεν υποσχόταν παρά μόνο ξενοιασιά, ανεμελιά και γοητεία. Αν της έλεγε « σ’ αγαπώ», θα ήταν ευκολότερο γι’ αυτήν- έτσι που ήθελε σαν τρελή να αφεθεί στα έμπειρα αγκαλιάσματα και τα φιλιά του, αλλά με το «άλλοθι» πάντοτε της αγάπης. Μια εκδρομή στη θάλασσα ,κι ήταν από τα πράγματα της πρώτης φοράς σε ένα κάδρο με ήλιο και ανυπομονησία. Είχαν ξανοιχτεί στα βαθιά και της έδωσε ένα αλμυρό φιλί και μετά άλλο κι άλλο και μετά την αγκάλιασε από τη μέση και μπήκε μέσα της. Η γη τρέμει- o χρόνος σταμάτησε και κείνη αναμετρήθηκε με τη στιγμή. Κι ύστερα πάλι η ζωή προχώρησε και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Και να τον τώρα μπροστά της γερασμένος : ο μοιραίος της έρωτας να αυθαδιάζει στον καιρό- αυτόν κι αν αφορούσε το Κείον νόμιμον, σκέφτηκε και γέλασε δυνατά , όλοι οι δικοί της γύρισαν να την κοιτάξουν- τη μια αφηρημένη κι αμίλητη και την άλλη να ξεκαρδίζεται στα καλά καθούμενα.