28 Απριλίου 2014

ΕΡΤ και ΕΡΤ3_δεν άνθισαν ματαίως τόσα θαύματα:


28/04/2014 , ώρα 20:00

cine ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,  Εθνικής Αμύνης 1
Ήταν κάποτε η επανάσταση
του Σέρτζιο Λεόνε
-----------------------------------------------------
ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΛΕΟΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΡΤ-3 

Στις 30 Απριλίου συμπληρώνεται ένα τέταρτο του αιώνα από τότε που έφυγεστα  60 του  ο  μέγας  οραματιστής  Ιταλός  δημιουργός  Σέρτζιο  Λεόνε,  πουθεωρήθηκε ως ο πατριάρχης του γουέστερν- σπαγγέτι.

Η Ταινιοθήκη των τριών ραδιοφώνων της ΕΡΤ-3 τιμάει τη δυσαναπλήρωτη απώλειά  του,  προβάλλοντας  ως πρώτη ταινία  του αφιερώματος  Τιμή στο γαλλικό Μάη το κορυφαίο αριστούργημά του Ήταν κάποτε η επανάσταση (έγχρωμο, 1971, διάρκειας 2 ώρες και 32).  Η εξαιρετική μουσική είναι  του Ένιο Μορικόνε, ενώ πρωταγωνιστούν οι Τζέιμς Κόπμπουρν, Ροντ Στάιγκερ.

Η  προβολή  (σε  καλλιτεχνική  επιμέλεια  του  ΚΕΜΕΣ και  με  την  ευγενική παροχή της αίθουσας από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας- Κέντρο Πολιτισμού) θα αρχίσει στον  Αλέξανδρο (Εθνικής Αμύνης 1) ακριβώς στις 20:00 με δωρεάν είσοδο.
 
Τονίζεται πως η ταινία στην αναπαλαιωμένη κόπια της που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο φεστιβάλ Κανών του 2009 (με ευκαιρία τα 20 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού) παρουσιάζεται σ’ αυτή τη μορφή για πρώτη φορά στην Ελλάδα και αποτελεί κορυφαίο, πολιτιστικό γεγονός. 

Του Αλέξη Δερμεντζόγλου:
Δεν γνωρίζω αν θα γίνει ή θα υπάρξει κάτι σημαντικό στο θέμα του σινεμά μέσα στο 2014. Το τελευταίο σπουδαίο το παρακολούθησα τον περασμένο Νοέμβριο διά χειρός Ρίντλεϊ Σκοτ (Ο συνήγορος). Μέχρι τώρα μούγκα και οι μήνες περνάνε. Ως εκ τούτου όλοι οι σινεφίλ της Θεσσαλονίκης ετοιμάζονται για τις 28 Απριλίου στις 8 ακριβώς το βράδυ στον Αλέξανδρο. Ο Μάης πλησιάζει, οι μνήμες από τη μεγάλη, γαλλική εξέγερση του `68 δεν είναι μακριά. Αυτή τιμάται με την έξτρα προβολή από την Ταινιοθήκη των τριών ραδιοφώνων της ΕΡΤ-3 με το Ήταν κάποτε η επανάσταση (1971, έγχρωμο) του Σέρτζιο Λεόνε με τους Τζέιμς Κόπμπουρν, Ροντ Στάιγκερ και την εκπληκτική μουσική του Ένιο Μορικόνε.Οι Θεσσαλονικείς θα παρακολουθήσουν την πλήρη αναπαλαιωμένη κόπια διάρκειας 2 ωρών και 32 λεπτών, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Κανών το 2009 και δεν … ήλθε ποτέ στην Ελλάδα.
 Το συγκλονιστικό γουέστερν- σπαγγέτι είναι ένα σχόλιο για την επανάσταση με ευκαιρία εκείνη στο Μεξικό στις αρχές του 20ού αιώνα. Αρχίζει με την εκπληκτική ιστορική ρήση του Μάο Η επανάσταση δεν είναι εργόχειρο, κοινωνική συναναστροφή, κοσμικό γεύμακαι τελειώνει με ένα συγκλονιστικό μεσότιτλο στο ερώτημα Κι εγώ τι θ’ απογίνω; η απάντηση είναι Μια χούφτα δυναμίτες.
Ένας ασυνειδητοποίητος Μεξικανός ημιπαράνομος συναντάει έναν ιδεολόγο της ιρλανδικής επανάστασης. Μαζί αρχίζουν ένα οδοιπορικό συνεργασίας, επαναστατικής δράσης αλλά και βαθιάς συνειδητοποίησης του πρώτου.
Εκπληκτική, έγχρωμη φωτογραφία, μουσική που σε συγκλονίζει, σπέσιαλ ειδικά εφέ, ένταση, ανεπανάληπτες σκηνές δράσης, μοντάζ που σου κόβει την ανάσα και ιδεολογικοί προβληματισμοί. Γιατί ήταν (η επανάσταση); Πώς απωλέσθη το ιδεολογικό υπόβαθρό της; Και τώρα τι γίνεται;
Το φιλμ γυρίστηκε μετά το γαλλικό Μάη, κομίζει μια απαισιοδοξία, βαθύτατη συγκίνηση, ειλικρίνεια και είναι εξόχως ψυχαγωγικό.


Του Γιάννη Ν. Γκακίδη:
Ένας λούμπεν μεξικανός και ένας σπεσιαλίστας στα εκρηκτικά Ιρλανδός συναντιούνται στη δίνη της μεξικάνικης επανάστασης στην δεκαετία του 1910. Ήταν τότε που είχαν ξεσηκωθεί οι αγρότες ενάντια στον δικτάτορα Πορφίριο Ντίαζ και τους γαιοκτήμονες που τους εκμεταλλεύονταν.  Βέβαια έβαλαν το χεράκι τους και οι δυσαρεστημένοι αστοί της εποχής, αν και όχι ακραιφνείς αστοί, καθότι στο Μεξικό βρισκόταν σε μιαν ημιφεουδαρχική κατάσταση. Τον σημαντικότερο ρόλο βέβαια έπαιξαν οι Πάντσο Βίγια, λαθρέμπορος και ληστής που, μοίραζε τα κλοπιμαία στους φτωχούς και ο Εμιλιάνο Ζαπάτα που, ήταν εκλεγμένος στο χωριό του για να υπερασπίζεται την κοινοτική γη από τους άρπαγες τσιφλικάδες. Αυτά επιγραμματικά για την μεξικάνικη επανάσταση. Ο Σέρτζιο Λεόνε τοποθετεί την ιστορία του μέσα στο χρονικό πλαίσιο αυτής της σημαντικής ιστορικής περιόδου του Μεξικού. Την ταινία  στις μέρες της πρώτης προβολής της, συνάντησε το ευρύ κοινό, καθότι επιφανειακά είναι μια ταινία γουέστερν. Ωστόσο πρόκειται για μια βαθύτατη πολιτική ταινία με πολλά σημαινόμενα, τα οποία άπτονται χωρίς ενδοιασμούς και με τη σύγχρονη πραγματικότητα της παγκόσμιας κοινότητας. Δύο ετερόκλητα στοιχεία, ο Χουάν Μιράντα ένας ληστής, λούμπεν, οικογενειάρχης με 6 παιδιά που, βιοπορίζεται ληστεύοντας και σκοτώνοντας και ο Τζόν Μάλορι με προϋπηρεσία στον ΙΡΑ που έχει συνάψει συμβόλαιο συνεργασίας με τους αστούς επαναστάτες. Ο πρώτος γνωρίζει από ληστείες, ο δεύτερος από εκρηκτικά και υπό την επιμονή του πρώτου θα οδηγηθούν σε συνεργασία. Πως; Μα έχοντας τον ίδιο στόχο, την τράπεζα «Mesa Verde». Βέβαια για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ο Χουάν ξέρει τι σημαίνει επανάσταση, «αυτοί που διαβάζουν βιβλία, πλησιάζουν αυτούς που δεν διαβάζουν και τους λένε να ξεσηκωθούν, επειδή έχουν μια ευκαιρία για μια καλύτερη τύχη». Αντίθετα ο Τζον δεν μας δείχνει τι ξέρει  για την επανάσταση. Αλλά αφήνεται να εννοηθεί πως ξέρει πολλά. Αμφότεροι, θα συγκλίνουν στο τέλος της κοινής εμπειρίας τους.
Ο Λεόνε μας αποπροσανατολίζει εκπληκτικά. Παιχνιδίζει ασύστολα και με πολλά υπονοούμενα, ανάμεσα στις γραμμές. Ξεκινά με μια ρήση του Μάο, «επανάσταση είναι μια πράξη βίας» και μετά μας λανσάρει στην οθόνη φαρδιά πλατιά την «κωμικομπρουτάλ» φιγούρα του Χουάν. Λίγο αργότερα την καλτ φυσιογνωμία του Τζον εποχούμενο σε μοτοσικλέτα και ζωσμένο με εκρηκτικά. Και όταν οι δύο τους, θα εισέλθουν στην τράπεζα η έκπληξη θα είναι τόσο για τον Χουάν, όσο και για τους θεατές. Ο Τζον γνώριζε. Εμείς αποζημιωνόμαστε, όμως ο Χουάν θα πληρώσει ακριβά την επιμονή του να ληστέψει την τράπεζα «Mesa Verde». Είναι η στιγμή που θα δούμε τον σκληρό και τραχύ ληστή να σπάει και να δακρύζει. Είναι η στιγμή που συνέλαβα τον εαυτό μου να θέλει να φωνάξει «και οι λούμπεν έχουν ψυχή». Είναι η στιγμή όπου αυτός ο περιθωριακός τύπος, ο πορευόμενος εν πλήρει ιδοτέλεια και με λακωνική συμπύκνωση λόγου είχε σχεδόν αποδομήσει την ιδέα της επανάστασης, εμπλεκόταν τώρα για τα καλά μαζί της. Οι επαναστάσεις θέλουν την προσωπική εμπλοκή με τα συμβαίνοντα, προϋποθέτουν την θρυαλλίδα της ανάγκης, απαιτούν την απόλυτη γύμνια του ατόμου, χρειάζονται τη συνάντηση με την απόλυτη μοναξιά. Ο έτερος της παρέας, ο συνειδητά εμπλεκόμενος με τους σκοπούς της επανάστασης, καθότι έχει γνώση του πώς και του γιατί, έχει ένα όπλο απαραίτητο, όντας μοναχικός καβαλάρης πια, αυτό της «τεχνολογίας». Είναι γνώστης των εκρηκτικών, του δυναμίτη  και του μυδραλιοβόλου. Η ιστορία έχει για καύσιμο τη βία, χωρίς αυτήν δεν αλλάζουν και δεν προχωρούν τα πράγματα. Δεκάδες, χιλιάδες κορμιά, μετατράπηκαν σε κουφάρια από τις σφαίρες και τα εκρηκτικά. Ένα εκατομμύριο νεκροί είχε η μεξικανική επανάσταση σε σύνολο πληθυσμού 15. Ο Λεόνε δεν χορογραφεί τη βία, αλλά φροντίζει με μαεστρία να είναι παρούσα και επώδυνη. Άλλοτε με κοντινά πλάνα των προσώπων  και voice over  και άλλοτε με εκπληκτικά πανοραμικά όπου εμφαίνεται η αιματοχυσία ωμή χωρίς μεν και αλλά. αυτή.
Εξαιρετική η σκηνή που υποδηλώνει την απώλεια της οικογένειας του Χουάν. Μόνο με την καταγραφή των βλεμμάτων του άφωνου και δακρυσμένου Χουάν και του ενοχικά συνοφρυωμένου Τζον. Και μέσα σ’ όλα ο Λεόνε θέτει το ερώτημα περί προδοσίας, της συνυφασμένης με τα βασανιστήρια. Νομιμοποιείται κάποιος να προδώσει υπό την επήρεια βασανισμού, ποια μπορεί να είναι τα όρια ανοχής και αντοχής; Την προδοσία πολλοί εκμεταλλεύτηκαν ή και αγάπησαην, μα ουδείς αγάπησε τον προδότη. Δύο από τους επικεφαλής προδίδουν τους συντρόφους τους, για να σώσουν το τομάρι τους. Ο ένας θα εισπράξει την άμεση τιμωρία, ο άλλος θα παρουσιαστεί εκ νέου ως αμόλυντος περιστερά, διεκδικώντας οφίτσια. Όμως κάποιος έχει φροντίσει για ην τιμωρία του, όχι ως εκπρόσωπος Κυρίου, αλλά ως εκπρόσωπος της συνείδησής του. Και όμως ο Λεόνε φροντίζει να κάνει νύξη και για το θρησκευτικό συναίσθημα και την θεϊκή παρουσία ή απουσία. Ο Χουάν, αυτός ο λούμπεν τύπος που, δεν βλέπει τίποτα άλλο παρά την εξοικονόμηση χρήματος με κάθε τρόπο και κυρίως με εγκληματικές πράξεις, έχει κρεμασμένο στον λαιμό του ένα σταυρό. Θα πετάξει αυτόν τον σταυρό όταν, αντικρίσει τα πτώματα, των παιδιών του και των συντρόφων του. Ο σταυρός δεν είναι πια σύμβολο θεϊκής βοήθειας, αλλά σύμβολο μαρτυρίου. Και τούτο θέλει να το αποποιηθεί ο Χουάν. Θα τον πάρει στα χέρια του ο συνειδητός επαναστάτης ο Τζον. Στο τέλος με έναν τρόπο απομυθοποιείται η επανάσταση, επιβεβαιώνεται η μοναξιά του επαναστάτη και μένει μόνο η έκρηξη οργής, ως εκτόνωση, ως εκδίκηση, ως ισορροπιστική κατάσταση, κόντρα στην οδυνηρή πραγματικότητα. «Κάποτε πίστευα σε πολλά πράγματα, σήμερα πιστεύω μόνο στον δυναμίτη» δηλώνει ο Τζον. Δεν ξέρω αλλά η φράση αυτή έχει διττή σημασία. Την μία την ανέφερα ήδη είναι η απομυθοποίηση της επανάστασης, η άλλη είναι η επιβεβαίωση της επανάστασης ως πρακτική ζωής. Διαλέγετε κα παίρνετε. Πλην όμως η επανάσταση δεν είναι γυμναστική κοστίζει ακριβά. Και όπως όλοι γνωρίζουμε ότι χαρίζεται μας το ζητάνε πίσω και με υψηλό τόκο, δυσβάσταχτο. Στις μέρες μας μάλλον περιοριζόμαστε στη νοσταλγική θέαση ή ανάμνηση, αυτών που κάποτε έδρασαν, έστω κι ημών των ιδίων(για ορισμένους βέβαια). Έχουμε πάρει διαζύγιο με τη δράση. Και η σημειολογία του τίτλου τόσο του ελληνικού, αλλά και του πρωτότυπου  «Κάτω το Κεφάλι» χαρακτηρίζει και το σήμερα. Και μεις βέβαια δεν έχουμε σκύψει μόνο το κεφάλι.
Η ταινία υποστηρίζεται από την υποκριτική παρουσία των εξαιρετικών Ροντ Στάιγκερ, Τζέιμς Κόμπερν και του πολύ καλού Ρόμολο Βάλι. Στην εξαιρετική φωτογραφία ο Τζιουζέπε Ρουζολίνι και στην μουσική ο μεγάλος Ένιο Μορικόνε. Η ταινία θεωρείται η δεύτερη της τριλογίας για την Αμερικάνικη Δύση, που ξεκίνησε με το «Κάποτε στη Δύση» -1968 και ολοκληρώθηκε το 1984 με την τελευταία του ταινία «Κάποτε στην Αμερική


Του Δημήτρη Κολιοδήμου:
«Το Ήταν κάποτε η επανάσταση (1971) ακολουθεί το αφηγηματικό σχήμα των «ώριμων» πολιτικών σπαγγέτι: την «πλοκή των Ζαπάτα-σπαγγέτι», σύμφωνα με την ονομασία του Σέρτζιο Κορμπούτσι. Οι ήρωες είναι κι εδώ δύο: ο ειδικός στις ανατινάξεις Ιρλανδός (Τζέιμς Κόμπερν) και ο Μεξικανός χωρικός/ληστής (Ροντ Στάιγκερ). Ο πρώτος προσφέρει τις υπηρεσίες του στον δεύτερο, για να ληστέψει την τράπεζα της Μέζα Βέρντε και τον βοηθά να «βρει» την εθνικήτου συνείδηση, ωθώντας τον να ακολουθήσει το δρόμο του «κοινωνικού ληστή» και να επαναστατήσει κατά των διεφθαρμένων ανθρώπων της εξουσίας. Η στάση που τηρούν και οι δύο απέναντι στην Επανάσταση (στην ιδέα της Επανάστασης, ορθότερα) είναι απόρροια «οικογενειακών» αξιών, η σχέση του ειδικού με το ληστή είναι απροκάλυπτα «πατερναλιστική» και η συμπεριφορά των ίδιων των επαναστατών είναι ασυνήθιστα κυνική. Επιπλέον, η διαλεκτική ανάμεσα στο χρήμα και την Επανάσταση είναι κάθε άλλο παρά «έντιμη». Ο Λεόνε δεν ενδιαφέρεται για το «ρομάντζο του σομπρέρο»:ασχολείται με το «θέμα της φιλίας», που του είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Έτσι, αυτή τη φορά η «κριτική» του δεν στρέφεται μόνο κατά της αναπαράστασης της Επανάστασης στα γουέστερν του Χόλιγουντ, αλλά και σχολιάζει τον «τοπικισμό» των πολιτικών γουέστερν-σπαγγέτι…
…Ο Σον του Κάτω τα κεφάλια μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί, υπό το πρίσμα της λεονικής στερεοτυπίας και χαρακτηριολογίας, ως «προέκταση» του Αρμόνικα (Κάποτε στη Δύση). Είναι ένας Ιρλανδός πρώην επαναστάτης,ειδικός στις εκρηκτικές ύλες, ένας Ξένος στον κόσμο του ληστή Χουάν, ένα αναχρονιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος που, μέσα στον «κύκλο» της προκαθορισμένης φιλμικής δράσης, ασκεί ελάχιστο έλεγχο στα γεγονότα, κουβαλώντας τις τραυματικές εμπειρίες του. Όπως όλοι οι λεονικοί χαρακτήρες, έχει το παρατσούκλι του, ένα όνομα που απορρέει από (και αντανακλά) τα γνωρίσματα και τις ιδιότητές του: επειδή χειρίζεται άριστα το δυναμίτη, ο «θρησκόληπτος» Μεξικανός τον βαπτίζει Χόλι Γουότερ (Αγιασμός). Προσφέρει την τεχνική του στο ληστή και τον εξωθεί στη στράτευση, αν κι ο ίδιος «βλέπει» την Επανάσταση μέσα από τις δικές του αναμνήσεις, τις προσωπικές του μνήμες και τις συνειδησιακές τύψεις για τη δολοφονία του φίλου του. Ο Σον είναι ένας χαρακτήρας πολλαπλά καταδικασμένος, αντίθετα από τον Χουάν, τον λούμπεν χωρικό, που έγινε ληστής για να θρέψει την οικογένειά του. Ο πολύτεκνος, φωνακλάς, αγράμματος Μεξικανός, που θεωρεί τη ληστεία της Τράπεζας οικογενειακή υπόθεση τιμής, μέσα από τη συνεργασία του με τον Ιρλανδό και την «απώλεια» των παιδιών του, θα μάθει να σκέπτεται με βάση τα συλλογικά «δεινά», θα γίνει… «μία χούφτα δυναμίτης» (ο αμερικανικός τίτλος της ταινίας). Η επαφή του με τον Σον θα τον μετατρέψει από «αφελή» Τούκο σε «εκδικητικό» Μόρτιμερ, ο θάνατος του «φίλου» του θα τον κάνει να απαρνηθεί τον ατομισμό του και να δει τη σκληρή πραγματικότητα, μέσα στη μοναξιά του θα πάψει να είναι φιλόδοξος, θα αντιληφθεί τη σημασία του επαναστατικού αγώνα και θα συνειδητοποιήσει τους πόθους των συμπατριωτών του»