4 Νοεμβρίου 2014

F. Scott Fitzgerald, Ο μεγάλος Γκατσμπυ / Οι αναγνώσεις μας (3ος χρόνος)

F.Scott Fitzgerald, Ο μεγάλος Γκάτσμπυ

Μετάφραση: Άρης Μπερλής
Εκδόσεις Άγρα, 2012

23-1-2013
Βιβλίο 26ο

Μια πρόταση του Γιώργου Καλιεντζίδη



Χριστίνα Βουμβουράκη
Δεν ξέρω ποσό μεγάλος ή υπέροχος ήταν ο Γκάτσμπυ· κι αν το όνομα του έπρεπε να είναι γραμμένο με γράμματα χρυσά ή κόκκινα-αίμα ή με δάκρυ στεγνό. Εγώ πάντως, συγχωρέστε με, με κέτσαπ θα το έγραφα. Σε ένα τοίχο φαστφουντάδικου ντραϊβ-ιν. Φαρδιά πλατιά, γραφή επιμελημένη, αριστεροκλινής με τάση φυγής στο παρελθόν.

Μουσικές, σινεμά, λιγότερο λογοτεχνία ομολογώ, το ‘χω χορτάσει το αμερικανικό όνειρο και τώρα τελευταία χωνεύω και το ελληνικό. Έτσι λοιπόν, οι πρώτες σελίδες του βιβλίου, όπου περιγράφεται το ιστορικό πλαίσιο και το γυαλιστερό σκηνικό του δράματος, πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Και αργότερα φαίνεται πως η «αγιοποίηση» του Γκάτσμπυ μου έπεσε κάπως βαριά. Τόσο βαριά που ένα βράδυ τον ονειρεύτηκα τον Γκάτσμπυ. Όχι, δεν με επισκέφτηκε με την σχεδόν εφηβική μορφή του Leonardo DiCaprio, ούτε με του Robert Redford την γοητεία, αλλά φευ, με τον αέρα του «Ωραίου Μπρούμελ» Άκη Τσοχατζόπουλου. Στο ρόλο της Νταίζη δικαιωματικά, η λουσάτη κυρία Βίκυ Σταμάτη και για να δέσει η ιστορία κρατάμε και το πράσινο φωτάκι, στο φόντο, αναμμένο.

Κι ύστερα ήρθε να με αποτελειώσει εκείνη η πανηγυρική δικαίωση όσων δεν τόλμησαν. Η απαξίωση του «ονείρου». Κλείσιμο ματιού. Είδες; «Μην κάνεις όνειρα τρελά, κάτσε εδώ που 'σαι καλά»(δις). Πέρα όμως από όνειρα κι εφιάλτες, αυτά που θα κρατήσω από τον Γκάτσμπυ είναι η, με μια υποψία κενού, απόμακρη, διαμεσολαβημένη και διαρκώς διαφεύγουσα, παρουσία του και δυο σκόρπιες σκέψεις.

Σκόρπια σκέψη 1: 
Φοβόμαστε το μέλλον αλλά συνήθως μας πετυχαίνει το παρελθόν.

Σκόρπια σκέψη 2: 
Δεν είναι η αρχή το ήμισυ του παντός αλλά το τέλος, ίσως και κάτι παραπάνω από το μισό. Πόσο σημαντικό είναι αλήθεια σε ποια στροφή του δρόμου θα σε ανταμώσει ο θάνατος; Το πότε και το πώς πεθαίνει κανείς, λίγο πολύ ξαναγράφει την ιστορία της ζωής του. 

Αρχοντούλα Διαβάτη
ΤHE GREAT GATSBYή ο βασιλιάς είναι γυμνός!!

Όχι « έχω ένα όνειρο….» , όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ,  ένα όνειρο για την αλλαγή της κοινωνίας, για έναν πιο δίκαιο κόσμο  αλλά το αμερικάνικο όνειρο, μια πομφόλυγα ο Νέος κόσμος, με τον ατομικισμό και το πάθος για κοινωνική επιτυχία , χρήμα και έρωτα με κάθε τίμημα. Η κοινωνία της Αμερικής- εν αντιθέσει με τα ευρωπαικά δεδομένα- είναι ξακουστή για την εύκολη κοινωνική κινητικότητα, όπως επαληθεύεται μέσα από τις διακηρύξεις του αμερικανικού συντάγματος .Ο γιος του λαχειοπώλη μπορεί να καταφέρει να γίνει μέσα από σκληρή δουλειά και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Νομίζω το αμερικάνικο σινεμά γύρισε πολλές φορές σ’αυτό το ίδιο
Όνειρο, μέιντ ιν αμέρικα, μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα( ;!) από μια κοινωνία επιφανειακή, νεολάγνα, χωρίς βάθος.
Η ζηλευτή κριτική της Χριστίνας- όλο χιούμορ, ευφυία και γνώση -με βρίσκει σύμφωνη με τις αναγωγές που κάνει στο σήμερα .Επίκαιρο το λυρικό αφήγημα μια και το 1920- λίγο πριν  από το μεγάλο κραχ- μοιάζει με τη δική μας εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης .
Μοιάζει με παραβολή της παλιάς διαθήκης, όλα περνούν- τα νιάτα και τα λεφτά – ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ,ή σαν να επαληθεύονται ελληνικές παροιμίες και ρητά: ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ ΤΙΜΟΥΝ ΤΑ ΠΡΩΤΑ, ΤΙ  ΩΦΕΛΕΙ ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟ ΚΑΙ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΑΥΤΟΥ, ΘΕΙΑ ΔΙΚΗ, τέτοια.
Πόσο ώριμο πρόσωπο είναι ο ΓΚΑΤΣΜΠΥ που θέλει να καταργήσει το χρόνο για μια εμμονή, τον έρωτά του για τη ΝΤΑΙΖΗ; Πόσο μπορεί να την αγαπάει όταν κάπου παραδέχεται ότι έχει μια φωνή όλο λεφτά:
Δεν έχει αξίες. Δεν είδαμε να αναζητάει την αληθινή φιλία, μόνο να εντυπωσιάσει τη ΝΤΆΙΖΗ που είναι ανόητη, κενή και δειλή. Εξάλλου οι γυναίκες δεν έχουν να δώσουν λόγο για την εντιμότητά τους,υπογραμμίζει κάπου ο αφηγητής!!
Το «τι «και το «πώς» που πρέπει να διερευνήσουμε λοιπόν έχει ως εξής:Η απομυθοποίηση του αμερικάνικου ονείρου, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ!
Αλλά η γραφή είναι κομψή, μοντέρνα, ευρηματική, οι περιγραφές της φύσης μαγικές και των προσώπων ανάγλυφες.
Μου άρεσαν – επιμένω- κάποιες περιγραφές της καλοκαιρινής φωταγωγημένης νύχτας « ακρογιαλιές, δειλινά», αυτά θα ανακαλώ και την παλιά αγαπημένη αίσθηση από το άλλο βιβλίο του Φιτζέραλντ που διάβασα όταν ήμουν είκοσι- ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ, και στοίχειωσε τα νιάτα μου.-

Στεφανία Βελδεμίρη
Ξεκίνησα να το διαβάζω έχοντας στο νου μου χαρακτηρισμούς που άκουσα για αυτό όπως κλασσικό, αριστούργημα και άλλα τέτοια. Στις πρώτες σελίδες ντράπηκα λίγο που δεν μου άρεσε και πολύ. Στις σελίδες 28 και 29 χάρηκα γιατί μου άρεσε η περιγραφή των δυο αυγών, του δυτικού και του ανατολικού, σαν εικόνα μέσα στο μυαλό μου, σαν ζωγραφιά.


Από κει και πέρα διαχωρίστηκαν ξεκάθαρα μέσα μου δυο αντιθέσεις. Μου άρεσε ο τρόπος γραφής και μου προκαλούσε αφόρητη βαρεμάρα το περιεχόμενο, η ιστορία. Θα το χαρακτήριζα Άρλεκιν εποχής για κουλτουριάρηδες.

Η περιγραφή της τάξης αυτής των ανθρώπων μου είναι παντελώς αδιάφορη, άντρες κοκόρια και γυναίκες κότες. Άνθρωποι που έπρεπε να είχαν πεθάνει στη γέννα. Παρόλα θα πρέπει να πω πως το γεγονός πως δεν υπήρχε ούτε ένας έστω ψιλο - συμπαθητικός ήρωας, είναι σχεδόν γοητευτικό όταν το συνειδητοποιείς στο τέλος.

Σαν μια περιγραφή της εποχής, χμμμμμμμ δεν το βλέπω…. Στην ίδια περίοδο θα έβρισκα ενδιαφέρον να παρακολουθήσω ζωές ανθρώπων, εντελώς έξω από τα αυγά.

Μου άρεσε η γλώσσα, η άριστη χρήση της, οι περιγραφές οι ατέλειωτες παρομοιώσεις, τα επίθετα που συνήθως χρησιμοποιούνται για ανθρώπους να χαρακτηρίζουν πράγματα και τα επίθετα που συνήθως περιγράφουν αντικείμενα να χαρακτηρίζουν ανθρώπους, αυτό με μάγεψε. Όλη η γοητεία ήταν λεκτική και γλωσσολογική.

Αφού λοιπόν διάβασα πολλές γοητευτικές λέξεις να μιλάνε για μια σούπερ βαρετή ιστορία, έφτασα στο τέλος που θα πω πως μου άρεσε (λίγο, όχι πολύ). Τουλάχιστον δεν ήταν πολύ βαρετό.

Η κηδεία του Γκάτσμπυ μου θύμισε τον παππού μου που μου έλεγε: «τι σόι είσαι, θα φανεί από τον κόσμο που θα έχεις στην κηδεία σου».  Αντί να λυπηθώ που ήταν τρεις κι ο κούκος στου Γκάτσμπυ, θυμήθηκα τους φίλους του παππού μου που ξεχείλιζαν στην αυλή κάνοντας μουχαμπέτι και λέγοντας χοντροκομμένα αστεία. Σκασίλα σας βέβαια τι θυμήθηκα, αλλά το γράφω σαν προτέρημα του βιβλίου.