11 Φεβρουαρίου 2015

Αλέξης Πανσέληνος, "Σκοτεινές επιγραφές" (2ος χρόνος)

Αλέξης Πανσέληνος,  Σκοτεινές επιγραφές
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2011
12-12-2012
Βιβλίο 25ο
Πρόταση της Χριστιάνα Βέλλου


Χριστίνα Κελεσίδου
Σχετικά με τις Σκοτεινές Επιγραφές,  στην αρχή μού προξένησε ενδιαφέρον και υποσχόμενο μυστήριο, στην πορεία έγινε φλύαρο και πολλές φορές μου προκαλούσε σύγχυση. Περίμενα περισσότερη ωριμότητα από την παρέα των ηλικιωμένων αστών που στο τέλος με απογοήτευσε. Το μυστήριο της επιγραφής χάθηκε και αυτό στην πορεία. Ο τρόπος γραφής του καλός και ευκολοδιάβαστος. Ένα βιβλίο για την "παραλία", χωρίς ουσία. Επίσης, κάτι που με παραξένεψε: απευθύνεται σε πολλά σημεία του βιβλίου σε γυναίκες αναγνώστριες και όχι σε άνδρες αναγνώστες.



Βιολέττα Παπαδοπούλου
Διάβασα το μυθιστόρημα αργά, χωρίς να με τραβάει κάτι να το συνεχίζω. Στα θετικά του, η ωραία αφήγηση, ο στρωτός λόγος, ακόμη ακόμη και τα χρονικά πισωγυρίσματα, που ενδεχομένως μας κρατούσαν σε αγωνία ή ενδιαφέρον.

Τα αρνητικά του, πολύ περισσότερα. Οι ήρωες μού φάνηκαν απελπιστικά εγωπαθείς, βουτηγμένοι στην ευμάρειά τους, αλλά ταυτόχρονα και σε μια συναισθηματική αναπηρία ή μιζέρια που με πάγωνε. Οι εβδομηντάρηδες, που ζουν σε μια αέναη εφηβεία, που αρνείται να δει την πραγματικότητα και να ωριμάσει, που, ενώ μας παρουσιάζονται ένα βήμα πριν από τον θάνατο, "πηδάνε" αβέρτα (και σε τριπλέτες), νομίζω δεν πείθουν κανέναν.

Ακόμη και ο ήρωας, ο Γιάννης, που θρηνεί με τόσο πόνο τον χαμό της αγαπημένης του, τελικά την απομυθοποιεί (κυρίως για το ότι τον κεράτωσε!), μπλέκοντας ταυτόχρονα και δικές του παρασπονδίες.
Η δήθεν επαφή με τη νέα γενιά, με όρους του συρμού ή με υφέρπον φλερτ, ανύπαρκτη. Συμφωνώ με το σχόλιο του Ηλία για το συνονθύλευμα μοναχών του Αγίου Όρους, μαφιόζων, μοντέλων και λοιπών τύπων, που παρουσιάζονται και προσπαθούν ανεπιτυχώς να δώσουν μιαν αστυνομική διάσταση, υπό τύπο θρίλερ στην ιστορία. Και τελικά μας αφήνει και το αίνιγμα της επιγραφής, που μάλλον γι΄αυτό είναι σκοτεινή. Μάλλον πολλή διαφήμιση για το τίποτα.

Σημ. Κάπου διάβασα ότι το βιβλίο γράφτηκε μετά το θάνατο της συζύγου τού συγγραφέα και ήταν, γι΄ αυτό το λόγο, συναισθηματικά φορτισμένο, χωρίς να του επιτρέπει να αποστασιοποιηθεί από τους ήρωες. Δεν το βρίσκω δικαιολογία, το αντίθετο μάλιστα, για το τελικό αποτέλεσμα.