8 Αυγούστου 2015

Η λέξη του μήνα: Καπέλο 15.2

Ο Γιώργος Καλιεντζίδης 


Ο πέτασος

Το καπέλο

Το όνομά του δηλωτικό της μορφής του και, φορές, και του υλικού από το οποίο είναι φτιαγμένο. Η ιστορία του χάνεται στα βάθη του χρόνου και το συναντάμε σαν σύμβολο εξουσίας, ταπεινότητας, ελευθερίας, δηλωτικό κοινωνικής και οικονομικής θέσης, θρησκευτικής επιλογής, για προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Ονόματα παράξενα, μυστηριώδη, άγνωστα, λησμονημένα, εύηχα, γνωστά: ο πέτασος, ο πίλος, ο κεκρόφαλος, η καυσία, η κουκούλα, ο σκούφος, η τόκα, το πηλήκιο, το φέσι, η τραγιάσκα, ο μπερές, το τρίκοχο, το δίκοχο, ο ψηλό καπέλο, το ημίψηλο, το ψαθάκι, ο παναμάς, το κράνος, η κασίδα, το καλυμμαύχι, το στέμμα, η σάπκα, η ρεπούμπλικα, το καπέλο κ.ά..
Ακόμη και τώρα που δεν φοράμε συχνά καπέλο, συνηθίζουμε να λέμε: του έβγαλα το καπέλο, η υπόθεση αυτή είναι άλλο καπέλο, αγόρασα τη γαλοπούλα με καπέλο, παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!
Γ.Κ.



καπέλο το [kapélo] Ο39 : 1α. κάλυμμα του κεφαλιού με σταθερό ημισφαι ρικό σχήμα ώστε να προσαρμόζεται στις διαστάσεις του κεφαλιού: Aντρι κό / γυναικείο / παιδικό ~. ~ από δέρμα / ύφασμα. Ψάθινο / γούνινο ~. ~ με στενό γύρο / μπορ. ~ με πλατύ γύρο, πλατύγυρο. ~ με γείσο. Ο θόλος / ο τεπές του καπέλου. Στρατιωτικό / ναυτικό ~. Ψηλό / ημίψηλο ~. Bγάζω σε κπ. το ~, για άντρα που αφαιρεί το καπέλο του, όταν χαιρετάει κπ. και ως ΦΡ, αναγνωρίζω την υπεροχή του ή την ορθότητα μιας ενέργειάς του ή εκδηλώνω το μεγάλο σεβασμό μου. ΦΡ βάζω / φοράω στραβά* το ~ μου / το καπελάκι μου (και φεύγω). γούστο* μου (και) ~μου! αυτό είναι άλλο ~, αυτή είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. αυτό είναι δικό μου ~, αυτή είναι δική μου υπόθεση. τα ψηλά καπέλα, ειρωνικά, αυτοί που ανήκουν στην ιθύνουσα τάξη. β. για κτ. που μοιάζει στο σχήμα ή στη χρήση με καπέλο: Tο ~ της λάμπας, το αμπαζούρ. Tο ~ της καμινάδας, το κάλυμμα που έχει στο επάνω άκρο της. 2. (μτφ., οικ.) πρόσθετη επιβάρυνση που επιβάλλεται παράνομα στην τιμή ενός προϊόντος, στην αμοιβή για την παροχή κάποιας υπηρεσίας κτλ.: Έβαλαν ~ στο κρέας. Οι ντομάτες πουλιούνται με ~. Tο νόμιμο ενοίκιο είναι εκατό χιλιάδες, εγώ όμως δίνω και ~. || (για χαρτοπαίγνιο) το αντίτιμο με το οποίο πρέπει να επιβαρυνθεί κάποιος, για να συνεχίσει το παιχνίδι. καπελάκι το YΠΟKΟΡ 1. μικρό καπέλο: Tο ~ του παιδιού. Πολύ χαριτωμένο το ~ της κυρίας. ΦΡ βάζω / φοράω στραβά* το καπέλο μου / το ~ μου (και φεύγω). 2.για κτ. που μοιάζει με καπελάκι: Tα καπελάκια των μανιταριών.