11 Αυγούστου 2015

J.D. Salinger, "Ο φύλακας στη σίκαλη" (4ος χρόνος)

J.D. Salinger, Ο φύλακας στη σίκαλη,
μετάφραση:  Τζένη Μαστοράκη εκδόσεις Επίκουρος, 1978
 γράμματα,  2012
με άλλο τίτλο και νέα μετάφραση Στη σίκαλη, στα στάχυα, ο πιάστης, γράμματα, 2014

Βιβλίο 69ο
1-4-2015
Πρόταση: Χριστιάνας Βέλλου


 


Χριστάνα Βέλλου
Πριν από 35 χρόνια διάβασα το βιβλίο στην πρώτη του μετάφραση από την Τζένη Μαστοράκη. Όταν τον Μάρτιο είδα την καινούργια έκδοση με νέα μετάφραση από την ίδια, η οποία εξηγεί το γιατί σε συνέντευξης της: "επειδή οι μεταφράσεις παλιώνουν πάρα πολύ γρήγορα και επειδή ο Χόλντεν αντιθέτως δεν έχει παλιώσει καθόλου", το θεώρησα πρόκληση να ξαναδιαβάσω την νέα του version.
Και έτσι το πρότεινα, πιστεύοντας ότι είναι ένα βιβλίο διαχρονικό είτε σαν Ο φύλακας της σίκαλης είτε Στη σίκαλη, στα στάχια,  ο πιάστης,  ο έφηβος ήρωάς του,  ο Χόλντεν, είναι ένας επαναστάτης χωρίς αιτία, πολύ σημερινός, παρ' όλες τις αλλαγές των καιρών. Ένα παιδί που βιώνει μια απίστευτη ερημιά ψυχής με φοβερή μαγκιά και αξιοπρέπεια, τριγυρνώντας στην πόλη της Νέας Υόρκης.
Βρήκα την γραφή του ευχάριστα αφαιρετική μεν, άρτια δε, αν και στο τέλος μου άφησε μια αίσθηση: αυτό ήταν λοιπόν όλο; Μόνο 5 μέρες;


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Το βιβλίο το διάβασα για δεύτερη φορά, μετά την πρόταση της Χριστιάνας και μου φάνηκε ακόμη πιο δυνατό από την πρώτη, έχοντας εξοικειωθεί με την γλώσσα του .
Το βιβλίο είναι μια τραγική κραυγή ενός ενήλικα (που μιλάει με τη γλώσσα ενός έφηβου), γεμάτη απελπισία  και απόγνωση για την κοινωνία, μέσα στην οποία  έχει να πορευτεί και να συμμορφωθεί.
Όλοι και όλα  προδίδουν και αηδιάζουν τον ήρωα Χόλντεν Κώλφηλντ, αρχίζοντας από το καλό σχολείο που φοιτά, τους συμμαθητές του, τους καθηγητές, τα κορίτσια που φλερτάρει, τους γονείς του, τους ανθρώπους που γνωρίζει στα μπαρ, στα ταξί ή στο ξενοδοχείο, που καταλήγει όταν το σκάει από το σχολείο του.
Βαθύτατα θλιμμένος, θρηνεί για τον θάνατο του αγαπημένου του αδελφού, για την απουσία αγάπης, αθωότητας, αξιοπρέπειας και  ανιδιοτέλειας στις πράξεις των ανθρώπων. Μας κάνει να νιώθουμε μαζί του ξανά έφηβοι, όταν προσπαθούσαμε, με οργή και θλίψη μαζί,  να κατανοήσουμε όλο τον παραλογισμό των σχέσεων και της κοινωνίας, στην οποία καλούμασταν να ενσωματωθούμε.
Η μόνη αχτίδα φωτός και ελπίδας, οι τόσο τρυφερές στιγμές με την αδερφή του, το Φοιβάκι του, οι αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, με τα αδέρφια του, τα παιχνίδια της ντάμας με την παρ’ ολίγον κοπέλα του, τη Τζαίην, η συνάντηση με τις δύο καλόγριες που του έδειξαν τόση αγάπη.
Εξαιρετικοί οι διάλογοι με τον μοναδικό καθηγητή του που συμπάθησε, που όμως μας αφήνει σε αμφιβολία αν κι αυτός προσπάθησε να τον εκμεταλλευτεί ή όχι.
Το μήνυμα και η παρακαταθήκη  που μας αφήνει αυτός ο τόσο ξεχωριστός και ιδιόμορφος και στη ζωή του συγγραφέας είναι να είμαστε όλοι μας οι φύλακες στη σίκαλη, που να μπορέσουμε να κρατήσουμε μέσα μας άσβεστη την παιδικότητά μας και την αθώα ματιά στα πράγματα, φροντίζοντας ό,τι  πιο όμορφο υπάρχει στη ζωή και στηρίζοντας τη νεότητα σε όλες της τις μορφές.
 Ένα εξαιρετικό βιβλίο, πρόταση για ανάγνωση από όλους!


Ντίνα Παπαδοπούλου
Ένας 16άρης έφηβος μέσα στην απελπισία και την παροδική παραίτησή του, μας εκπλήσσει με το μεγαλείο της συμπεριφοράς του. Αντιμετωπίζει με μεγάλη ευαισθησία και τρυφερότητα τους συνομηλίκους του, σε αντίθεση με τις σημερινές συμπεριφορές κάποιων εφήβων (bulling). H συμεριφορά του είναι ανθρώπου αποκλεισμένου-παγιδευμένου, θα μπορούσε κάποιος να πει, που ψάχνει δρόμο διαφυγής από την πραγματικότητα. Για εμένα, που 30 χρόνια δούλεψα και έζησα με παιδιά αυτής της ηλικίας , είναι μια λιγο-πολύ οικεία συμπεριφορά με κάποιες παραλλαγες.Οι έφηβοι αντιδρούν στους φόβους που τους προκαλεί η μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Από τη μιά το ατελές και καταπιεστικό εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η υπερπροστασία και αγχωτική αγάπη της οικογένειας τους δημιουργούν τάσεις διαφυγής.
Είναι συγκινητική η αγάπη του στη αδερφή του Φοίβη αλλά και για όλα τα παιδιά, όπως εξομολογείται στην Φοίβη , «θάθελε να φυλάει τα παιδιά που παίζουν για να μην πέσουν στον γκρεμό» .

Μου θύμισε, όπως και σε πολλούς άλλους, τον Χάκλμπέρι Φιν του Μαρκ Τουαιν. Είναι  ένα βιβλίο ύμνος στην αθωότητα, στην αγάπη και στην ελευθερία.


Χριστίνα Βουμβουράκη

Μην περιμένετε να αρχίσω να σας λέω ένα κάρο μαβλακείες για το βιβλίο γιατί με τα τόσα που έχουν γραφτεί θα ακουστώ πολύ ιμιτασιόν, ξερωγώ, που θα έλεγε και ο  Χόλντεν Κόλφιλντ.

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω από πού να αρχίσω και που να τελειώσω με το βιβλίο αυτό,  πάντως ο Χόλντεν Κόλφιλντ μπήκε στο club των αγαπημένων μου χαρακτήρων και σίγουρα θα τον καλούσα πρώτο πρώτο, αν έκανα ένα πάρτι τύπου Κηλαηδόνη, ξέρεις, με τα πιο καλά παιδιά σ’ ένα βαθύ μπουντρούμι. Κι αυτός, όχι ότι θα ήθελε να έρθει κιόλας τρελά, αλλά το πιθανότερο, θα το αποφάσιζε εν τέλει να έρθει. θα ντυνότανε την μοναξιά του, θα φορούσε και το κόκκινο το καπελάκι του στραβά, θα τσέπωνε μια χούφτα δολάρια και αφού θα διέσχιζε βιαστικά το Central Park, πυροβολώντας με τις σκέψεις του προς όλες τις κατευθύνσεις, θα αποφάσιζε να πάρει ίσως ένα ταξί, που για κάποιον καθόλου περίεργο λόγο, ίσα-ίσα για κάτι πολύ απλό, για κάτι εντελώς απλό και καθημερινό, θα τον πήγαινε τελικά κάπου πολύ άλλου από το δικό μου το μπουντρούμι.

Ο Χόλντεν Κόλφιλντ έχει αφήσει τα ίχνη του στην κάθε σελίδα του μυθιστορήματος. Παγιδευμένος, ακούραστα το περιπατάει από άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας μάταια να βρει μια οδό διαφυγής.  Ο Σάλιντζερ έχει καταφέρει να τον πλάσει με τέτοιον τρόπο ώστε να μαγνητίσει το βλέμμα μας πάνω του αλλά και ταυτόχρονα να μας αναγκάζει να βλέπουμε με τα μάτια του, με τα θολά μάτια ενός πιτσιρικά που δεν θέλει να μεγαλώσει.

Κλεοπάτρα Τσάκουρη
Πόσο αλήθεια κρύβει αυτή η αφήγηση του δεκαεξάχρονου μαθητή, κεντρικού ήρωα της ιστορίας ο Φύλακας της Σίκαλης, του Σάλιντζερ;
Ο νεαρός έφηβος είναι ένα φοβισμένο, θυμωμένο αγόρι που παλεύει να βρει την αλήθεια του. Η αγωνία να σταθεί στα πόδια του, η προσπάθεια να νιώσει, να καταλάβει τους άλλους γύρω του, την οικογένεια, το σχολείο, τις σχέσεις με τα κορίτσια, είναι πραγματικά συγκινητικό.
Παρά τη νεαρή ηλικία του, ο νεαρός μαθητής βλέπει τα πράγματα στην ουσία τους, εμβαθύνει τις καταστάσεις, τις συμπεριφορές και το αποτέλεσμα είναι η απογοήτευση, η θλίψη που κατακλύζει την ψυχή του.
Δεν θέλει να συνεχίσει το σχολείο, τον αποβάλλουν ή φεύγει μόνος του γιατί έρχεται σε ρήξη με τους καθηγητές.
Όλους τους βρίσκει κάλπικους, υποκριτές, φαντασμένους. Θέλει να φύγει μακριά, να ζήσει μόνος του δουλεύοντας, κι αυτό που επιθυμεί πάνω απ’ όλα είναι να γίνει φύλακας της σίκαλης, να προστατεύει τα άλλα παιδιά ή να ακούει τις ιστορίες της μικρής αδελφής του, της Φοίβης.
Η αγνή αυτή αγάπη προς την αδελφή του θα υπερισχύσει ώστε να μείνει στο σπίτι, αναζητώντας ακόμη μέσα του τι θα κάνει στο μέλλον.
Αυτό θα το δείξει η ίδια η ζωή.