21 Αυγούστου 2015

Αύγουστος Κορτώ, "Το βιβλίο της Κατερίνας"

Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας
Εκδόσεις Πατάκη2013
Βιβλίο: 75ο
24-6-2015
Πρόταση του Αλέξη Αλεξίου



Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ένα βιβλίο γεμάτο από κραυγές, απόγνωση, σκοτάδι, μοναξιά, τρέλλα, αρρώστια. Η αληθινή ιστορία της σχέσης του συγγραφέα με την σοβαρά διαταραγμένη ψυχικά μητέρα του, μιας σχέσης αγάπης και εξάρτησης, υποβόσκοντος φόβου και μίσους.,
Δεν μπορώ με τίποτε να την χαρακτηρίσω σαν ιστορία αγάπης, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, αλλά σαν μια ιστορία ψυχοπάθειας από όλους τους εμπλεκόμενους, κάτι που δημιουργεί ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή του Κορτώ και κάτι που τον στοιχειώνει ακόμη και σήμερα.
Ο συγγραφέας είναι σαρκαστικός στη γραφή του, διεισδυτικός και τρυφερός με τη μορφή της μητέρας του. Δείχνει πολλά προβλήματα των μεσοαστών, που δημιουργούνται εν πολλοίς, όπως τονίζει, από την έλλειψη εργασίας. Οιδιπόδειο σύμπλεγμα μάνας-γιου, που δεν φαίνεται να ξεπερνιέται ως το τραγικό τέλος.
Το βιβλίο με στεναχώρησε, αναγκάζοντάς με να βλέπω τα σκοτάδια της διαταραγμένης ψυχής της Κατερίνας και τα αδιέξοδα που της δημιουργούσε ο τρόπος που έβλεπε τα πράγματα και τις καταστάσεις, μη δεχόμενη, με τρόπο αδικαιολόγητο, οποιαδήποτε ψυχοθεραπεία.
Δεν νομίζω ότι θα το πρότεινα σε κάποιον να το διαβάσει.


Χριστίνα Βουμβουράκη 
Αυτό που δεν μ' αρέσει στα εξομολογητικά βιβλία είναι ότι η αλήθεια τους λειτουργεί ως αγκίστρι για τον αναγνώστη, έτοιμο να τον γραπώσει ύπουλα, εκβιάζοντας την συγκίνηση του. Μεγάλο το αγκίστρι που έριξε ο Κορτώ στην θάλασσα των καλογραμμένων του λέξεων, όταν επέλεξε να ξεκινήσει την εξιστόρηση της ζωής της μητέρας του από το «τέλος», τον θάνατο της, που την βρήκε «τρομοκρατημένη κι έρημη, πνιγμένη από το φαρμάκι της».

Η φωνή της Κατερίνας, εγκλωβίζεται για λίγο στο στενάχωρο δωμάτιο του τελευταίου αποχαιρετισμού και αφού χαϊδέψει στοργικά τον γιο της, ελευθερώνεται ορμητικά προς τα πίσω κάνοντας την έκφραση -νεκρική σιγή- να μοιάζει με αποτυχημένο αστείο.
Η Κατερίνα δεν αφήνει τίποτα όρθιο πίσω της. Μυστικά, βάσανα, δράματα, σχέσεις και αισθήματα, πράματα και θάματα περνάν με ταχύτητα, μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του αγκιστρωμένου αναγνώστη. Θάματα, γιατί σου μένει η ανεξήγητη αίσθηση πως με έναν τρόπο μαγικό με το που λέγονται τα ανείπωτα, γίνονται από βαριά και ασήκωτα, ανάλαφρα και τρυφερά. Τόσο τρυφερά που η Κατερίνα στο τέλος του «τέλους», στις τελευταίες λέξεις της, μας χαιρετά πια «γαλήνια» και «σχεδόν ευτυχισμένη». 
Και το πικάπ στο βάθος μουρμουρίζει:  «Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό;» 

Πόσος φυσικός χρόνος άραγε να πέρασε από τις πρώτες γραμμές της ιστορίας ως τις τελευταίες; Πέντε, δέκα λεπτά; Μια ζωή; Και εκείνη η πρωτοπρόσωπη γραφή πώς άλλαξε πρόσωπο τόσο ταχυδακτυλουργικά;



Αρχοντούλα Διαβάτη
Μισό από περιέργεια, σαν να διάβαζα τα πρακτικά μιας ψυχαναλυτικής συνεδρίας, μισό από υποχρέωση- είχε προταθεί για συζήτηση στη λέσχη ανάγνωσης - άρχισα και τέλειωσα με πολύ αναγνωστικό ενδιαφέρον πράγματι, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ, μυθιστόρημα του Κορτώ στις εκδόσεις Πατάκη- δέκατη Τρίτη έκδοση. Εξάλλου, είχαμε ήδη διαβάσει- στη Λέσχη Ανάγνωσης- της ΕΡΤ3, πάντοτε- έναν παρεμφερή τίτλο, Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ, του Σ.Ζουμπουλάκη, αλλά και Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ, και όχι το ΝΑΙ, της Μ.Καραπάνου. Του Κορτώ δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο, παρόλο το θόρυβο στα κοινωνικά δίκτυα . Μετά το τέλος της ανάγνωσης, έριξα μια ματιά στους τίτλους των πολυάριθμων κριτικών του στη Βιβλιονέτ, που ήταν χαρακτηριστικοί: Η μπαλάντα της μανιοκατάθλιψης, Η Κατερίνα και ο λύκος, Ατρείδες α λα νεοελληνικά, το Τρίτο Στεφάνι της γενιάς μας κ.ά.
Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία «Αυτοβιογραφία ως μυθοπλασία/Μυθοπλασία ως αυτοβιογραφία» -εξομολογητική λογοτεχνία, κατά το βιβλίο του Π.Τατσόπουλου, Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ, όπου γίνεται λογοτεχνία το μυστικό της υιοθεσίας του, ή ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ, του Χ.Βλαβιανού.

Πρόκειται για τον ίδιο τον συγγραφέα που δραματοποιεί το αυτοβιογραφικό–βιωματικό υλικό, και πιο συγκεκριμένα, τη σχέση με τη μητέρα του, για να μπορέσει να μιλήσει για το τραύμα της αυτοκτονίας της. Σε πρώτο πρόσωπο, με στοιχεία παρωδίας, διακωμώδησης και αυτοσαρκασμού, με ευφυολογήματα που όμως δεν λειτουργούν- κατά τη γνώμη μου- και μου θύμισαν την κριτική που γράφτηκε κάποτε για Το τρίτο στεφάνι του Κ.Ταχτσή: «Δυο γυναίκες που συζητάνε για την ιστορία πάνω από μπουγαδόνερα»( Έλλη Αλεξίου ). Είναι που η γλώσσα δεν καταφέρνει πάντοτε -και όχι λόγω της προφορικότητας- να γίνει λογοτεχνία, παραμένοντας συχνά στα όρια του γκροτέσκο και της βωμολοχίας, εξυπηρετώντας επιφανειακά την ιλαρο-τραγωδία, πέρα από τους σκοπέλους του μελό. Είναι συγκινητική βέβαια από την πρώτη στιγμή η ωριμότητα κι η ωρίμανση ενός γιου που γίνεται κάποτε γονιός της μητέρας του. Είναι που  ο συγγραφέας ξορκίζει τους δαίμονές του– η εκδίκηση της γυφτιάς στη σελ.150-  αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι,  και ενηλικιώνεται.