24 Φεβρουαρίου 2017

Η λέξη του μήνα (33.4): η πατρίδα της Χριστίνας Βουμβουράκη

 ΚΑΗΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

πηγή:http://ivan-2-google.blogspot.gr/''Ουρανός'' του Τάκη Κανελλόπουλου


Δεν έχω όνομα, επώνυμο, επάγγελμα, κατοικία, γυναίκα, παιδιά. Ούτε κό­τες, γάτα και σκύλο πιστό. Έχω πεθάνει από διαμπερές τρομερό τραύμα, κι ενώ έλιωνα άθαφτος, με σκέπασαν τα φύλλα. (Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή, καημένη πατρίδα.) Βασανίστηκα. Βασανίζομαι. Ακόμη βασανίζομαι για σένα. Πάντα για σένα, καημένη πατρίδα. Πετάξαμε τότε τα άχρηστα τουφέκια και τις φαρμακερές λόγχες. Μόνο οι σαλπιγκτές κράτησαν τις σάλπιγγες. Κι οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα- οι σάλπιγγες σκληρές στονς τέσσερις ορίζοντες. Κομίζουν τη σκηνή τον μαρτυρίου. Πότε ακούστηκε σάλπιγγες να σημαίνουν υποχώρη­ση; Οι καρδιές μας κι ο Αργύρης Κουνάδης ένιωσαν την πικρή μελωδία των απατημένων και ντροπαλών. (Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικη­μένων στρατιωτών^ καημένη πατρίδα.) Δε θα ξανακούσω πια μπουζούκια, σαντούρια και μπαγλαμάδες. Κι ούτε θα παραβρεθώ σε γάμους και σε βα­φτίσια. Όλοι θα με ξεχάσουν. Ακόμη κι εσύ, αγάπη μου. (Μπήκα ζωντανός σε υγρά χαρακώματα, καημένη πατρίδα.) Μας πήραν τα όπλα. Λησμονήσα­με τα κανόνια σε ανώνυμα ή επώνυμα υψώματα. Τα αυτοκίνητα τα κάψαμε με την ίδια τους βενζίνη. Όλα τα εγκαταλείψαμε γιατί πολύ φοβηθήκαμε. Τρομάξαμε σαν παιδιά μικρά. Φοβηθήκαμε σαν αληθινοί ήρωες και φύγα­με. (Έμεινα χρόνια γονατιστός, καημένη πατρίδα.) Έχασα το δίκωχο. Τα πουρνάρια ξέσχισαν τη χλαίνη μου. Χωρίς παγούρι οδηγήθηκα δέσμιος και νηστικός σε δενδροσκεπή μονοπάτια όπου περιπλανήθηκα. Στα καθημαγμένα βουνά με ξέχασαν δίχως μνήμα. (Κάννες τουφεκιών στράφηκαν κατα­πάνω μου, καημένη πατρίδα.) Φόρεσα χιτώνια προσφάτως σκοτωμένων. Από δύσκαμπτα πόδια νεκρών τράβηξα άρβυλα, που είχε καλύψει η απριλιάτικη πάχνη. (Τους τρέμω τους νεκρούς, τα βλέπουν όλα πετούν παντού, παρίστανται και φρίττουν.) Με χαμηλωμένα βλέμματα και χείλη σφιγμένα πέρασα διά μέσου αγνώστων χωριών. (Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα, καημένη πατρίδα.) Σκέφτομαι τα παλικάρια που δέχτηκαν το θάνατο χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει. (Χί­λιες φορές με σκότωσες, καημένη πατρίδα.) Δεν κρατώ κρυφά μυστικά. Δεν αντέχω να βλέπω τα γοργά άλογα γυμνά από λουριά, χάμουρα, κουδούνια, χαϊμαλιά. Ποτέ δε σε θρήνησα όσο τώρα. (Μεγάλη η χάρη σου, γλυκιά, κα­τακαημένη πατρίδα.)