12 Αυγούστου 2016

Τζ. Μ. Κούτσι, "Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς" (χρόνος 3ος)

Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς



μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου


242 σελ.



11-6-2014

54 βιβλίο

Πρόταση της Αρχοντούλας Διαβάτη





Αρχοντούλα Διαβάτη
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, 34ο τεύχος,  με τίτλο: Για την τέχνη του μυθιστορήματος, στη σελ.202.
  
 Λογοτεχνικότητα και αυτοβιογραφία στα δοκίμια και στα μεταμοντέρνα μυθιστορήματα : ΘΕΡΟΣ, ΑΡΓΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΚΑΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ του ΚΟΥΤΣΙ

Ο Τζον Μάξγουελ Κουτσί και «Τζ.Μ. Κουτσί», πανεπιστημιακός, καθηγητής Λογοτεχνίας στο Κέιπ Τάουν, κριτικός και μεταφραστής, είναι ένας πρωτοπόρος πολιτικός συγγραφέας ,εγκεφαλικός και αυστηρός, που τιμήθηκε δυο φορές με το Booker (το 1983- «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» και το 1999 « Ατίμωση») αλλά και με πολλά άλλα βραβεία και διακρίσεις και το 2003 με το βραβείο Νόμπελ .Το 2006 εγκατέλειψε τη σκληρή του χώρα στη μετα-απαρχάιντ εποχή και πολιτογραφήθηκε Αυστραλός. Είναι ο πιο γνωστός νοτιοαφρικανός συγγραφέας- είχα διαβάσει μόνο την Ναντίν Γκόρντιμερ μέχρι την είδηση της απονομής του Νόμπελ, και την Ντόρις Λέσιγκ που έζησε χρόνια στην Αφρική.
Μίλησε για τα καυτά πολιτικά ζητήματα της Νότιας Αφρικής από το απαρτχάιντ και την εξουσία των λευκών μέχρι την κουλτούρα των μαύρων, όχι ρεαλιστικά όπως η Ναντίν Γκόρντιμερ αλλά με σύμβολα, αλληγορίες και σύγχρονες παραβολές.

Τα ξένα ακρογιάλια, 2007, τίτλος από ένα ποίημα του Κίπλιγκ, η ειρωνική απάντηση του Κουτσί που ξανοίγεται αντίστροφα από την περιφέρεια να επισκεφτεί τα ξένα ακρογιάλια της λογοτεχνίας- μια επιλογή από κριτικά δοκίμια για τη Λογοτεχνία, όπου με γλαφυρότητα και γλώσσα ξεχωριστή αλλά και ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία -όπως άλλωστε και στον τόμο Περί λογοκρισίας -«ανατέμνει -ο συγγραφέας- αντιφατικές έννοιες και συναισθήματα», αποδίδοντας δίκιο χωρίς να χαριστεί σε κανένα. Είναι ήδη γνωστό ότι ούτε στον εαυτό του χαρίζεται, ακολουθώντας σιδερένια πειθαρχία στο βίο του. Μονήρης και κλειστός, δεν πίνει, δεν καπνίζει, ασκείται, είναι χορτοφάγος, φιλόζωος, δεν δίνει συνεντεύξεις δεν πολυμιλάει στις κοινωνικές συναναστροφές,  κι όταν πήρε το Νόμπελ περιορίστηκε να διαβάσει μια ιστορία για τον Ροβινσώνα Κρούσο.
Ο Κουτσί, λογοτέχνης και δοκιμιογράφος,  όπως και παλιότερα ο Τ.Σ.Έλιοτ, η Βιρτζίνια Γουλφ ή ο Χένρυ Τζέημς, ο Βαλερύ, αλλά και ο δικός μας Σεφέρης   (Δοκιμές ) ή κι ο Τσίρκας (μελέτες για το έργο του Σολωμού ή του Καβάφη) - επιλέγει εδώ λογοτεχνικές κριτικές δημοσιευμένες από το1986 έως το 1999 για συγγραφείς κλασικούς (Ντιφόου, Ρίτσαρντσον, Ντοστογιέφσκι*, Τολστόι, Τουργκένιεβ), για τους μεσοπολεμικούς γερμανόφωνους (Ρίλκε, Κάφκα, Μούζιλ, τους οποίους έτσι κι αλλιώς μαζί με τον Σάμουελ Μπέκετ τους θαυμάζει ανεπιφύλακτα και θεωρεί ότι επηρέασαν τον ίδιο και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο), τον Μπόρχες και για τους συγχρόνους του (Μούλις, Μπαϊάτ, Ρούσντι, Οζ, Μαχφούζ, Γκόρντιμερ, Λέσινγκ). Το σημαντικότερο κείμενο του τόμου μοιάζει να είναι το πρώτο κατά σειράν δοκίμιο με τίτλο, Τι είναι κλασικό; -όπου αντικρούει τις αντιλήψεις του Τ.Σ.Έλιοτ στο ομώνυμο δοκίμιό του και απομυθοποιεί το πρόγραμμα του να σώσει τη δύση από τη «νεοβαρβαρική νεωτερικότητα», και με βάση αυτοβιογραφικά στοιχεία στοχάζεται πάνω στον λογοτεχνικό κανόνα συσχετίζοντάς τον με τον μουσικό κανόνα και με εμπειρίες από το πρώτο δικό του άκουσμα ενός κομματιού του Μπαχ. Η σύγχρονη έρευνα και η κριτική παίζουν το ρόλο τους για την κατάταξη των έργων στον λογοτεχνικό κανόνα. Ελέγχει τις μεταφράσεις των έργων των Ρίλκε,  Μούζιλ, Κάφκα, διηγείται την πλοκή ή περιγράφει τους χαρακτήρες, ξεκινώντας από αυτοβιογραφικές αφετηρίες. Τα περισσότερα κείμενα από θερμό ενδιαφέρον κινούμενα έχουν λογοτεχνικότητα και διαβάζονται ως λογοτεχνία και ως εισαγωγή στα έργα των λογοτεχνών. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι κυρίαρχο σε δοκίμια και μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας ταυτίζεται με τους χαρακτήρες των έργων του, όπως γράφει ο επιμελητής του βιβλίου, Άρης Μπερλής.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
* μυθοπλαστική απόδοση της βιογραφίας του Ντοστογιέβσκι είναι εξάλλου το βιβλίο του ΚΟΥΤΣΙ, Ο άρχοντας της Πετρούπολης - Ένας αργός άνθρωπος, 2005: Είναι ένα βιβλίο κατά τον συγγραφέα του «για την τεμπελιά» -ο ήρωας αφήνεται να γλιστρά μέσα από τον κόσμο- με χαρακτηριστικό του την νωθρότητα, τη δειλία και την αδράνεια αδυνατώντας να κάνει το μεγάλο άλμα για μια ουσιαστική επικοινωνία με τον περίγυρό του -όπως σημειώνει στο τέλος η μεταφράστριά του, Αθηνά Δημητριάδου. Ο ήρωας,  o Πωλ Ρέιμεντ, ένας καλοστεκούμενος εξηντάρης,  που χάνει το πόδι του και ακρωτηριάζεται μετά από ένα τροχαίο με το ποδήλατό του, καλείται να συμβιβαστεί με μια τυπική νοσηλεία. Μοναχικός, αποξενωμένος στη μεγάλη πόλη και με μειωμένη κινητικότητα πρέπει να επαναπροσδιορίσει τις συναισθηματικές και λοιπές του ανάγκες, και να κάνει τον απαραίτητο απολογισμό ζωής για τη δημιουργική κατανόηση του παρελθόντος,  έχοντας να βαδίσει προς τα γηρατειά που είναι ένα σφαγείο, όπως άλλωστε όρισε ο Ροθ στο βιβλίο του Ο καθένας -σε μια κοινωνία που έχει θεοποιήσει τη νεότητα.
Εξάλλου ο Κουτσί είχε γράψει νωρίτερα για τα γηρατειά το μελαγχολικό διήγημα, Η γυναίκα που γερνάει, με ηρωίδα την Ελίζαμπεθ Κοστέλλο - δημοσιεύτηκε στο 27ο τεύχος του Αthens revue of books και στις 9 Φεβρουαρίου φέτος,  μέρα των γενεθλίων του συγγραφέα,  στο διαδικτυακό περιοδικό bokpress . Ένα ακόμα μυθιστόρημα λοιπόν για τη θέση του ήρωα μέσα σε έναν κόσμο δυστοπίας, όπως συνηθίζει ο Κουτσί, να βάζει τους ήρωές του, και με αλληγορίες ή όχι, να θέτει ερωτήματα και να διερευνά την ανθρώπινη κατάσταση στον σύγχρονο κόσμο.
Κάποτε στη ζωή του μπαίνει μια ωραία Κροάτισσα νοσοκόμα - ένας τρόπος για να θεματοποιηθεί το θέμα της μετανάστευσης και της γλώσσας - η Μαριγιάννα, με άντρα και τρία παιδιά, που την ερωτεύεται ολόψυχα και αφήνει πρόθυμα να τον εκμεταλλευτεί όλη της η οικογένεια.
Ως από μηχανής θεός εμφανίζεται τελικά η Ελίζαμπεθ Κοστέλο, μυθοπλαστική ηρωίδα του Κουτσί, Αυστραλή συγγραφέας από παλιότερό του μυθιστόρημα, για να επιταχύνει την εξέλιξη της πλοκής στο βιβλίο που γράφει για κείνον, τον Πωλ Ρέιμεντ. Είναι αυτή μια ανατρεπτική αφηγηματική τεχνική αυτοαναφορικότητας, συνηθισμένη στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Η ανάμιξη της πραγματικότητας με τη μυθιστορία που σκοπό έχει την ειρωνεία, την ανοικείωση,  την παρωδία και την διερεύνηση των ορίων της αφήγησης. Ένα ακόμα μορφολογικό πείραμα και μάλιστα μετά την βράβευσή του με το Νόμπελ, που προωθεί την τέχνη του μυθιστορήματρος.

Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς, 2007 :Ο διανοούμενος συγγραφέας και η θέση του στην νέα χιλιετία. Ο συγγραφέας και το έργο του. Η ενοχή μας των πολιτισμένων απέναντι στον Τρίτο Κόσμο. Η Τρίτη ηλικία και οι αλλαγές και οι διαψεύσεις που φέρνει,  η μίξη των λογοτεχνικών ειδών- δοκιμίου και μυθιστορήματος - όλα θέματα για διερεύνηση και σ' αυτό το μυθιστόρημα του Κουτσί, εδώ όμως με πιο προωθημένες τεχνικές, αποτυπωμένες και τυπογραφικά, με τη διχασμένη σελίδα*. Το ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς οργανώνεται σε τρία μέρη που διαπλέκονται μεταξύ τους. Περί τίνος πρόκειται: Ο ήρωας είναι ένας ηλικιωμένος συγγραφέας πολιτικών δοκιμίων - ο Σενιόρ Κ., μάλλον ο συγγραφέας χωρίς καν προσωπείο. Γεννήθηκε στη Νότιο Αφρική και ζει στην Αυστραλία,  έχει γράψει κι αυτός όπως ο Κουτσί ένα μυθιστόρημα με τίτλο, Περιμένοντας τους Βαρβάρους, αναλύει τα θέματά του, προορισμένα για ένα συλλογικό τόμο δοκιμίων -σκληρές επίκαιρες απόψεις για την πολιτική και την ηθική: δημοκρατία, παιδοφιλία, πορνογραφία, τρομοκρατία- και η φωνή του διασταυρώνεται στην ίδια σελίδα με τη φωνή της Άνιας, της δακτυλογράφου του. Είναι αυτή μια όμορφη εξωτική γυναίκα που συναντά τυχαία στα πλυντήρια της πολυκατοικίας του και καθώς την κοιτάζει, «τρυπώνει μέσα του ένας μεταφυσικός πόνος, κάτι εντελώς προσωπικό, κάτι σχετικό με την ηλικία και τη θλίψη και τα δάκρυα των πραγμάτων», όπως γράφει. Δέχεται εκείνη να γίνει η δακτυλογράφος του -μια και βιάζεται να παραδώσει τα κείμενά του, θυμίζοντάς μας εδώ το ειδύλλιο του Ντοστογιέφσκι με την δική του Άννα και μετέπειτα γυναίκα του, που την προσέλαβε για να της υπαγορεύσει μέσα σε γρήγορους ρυθμούς τον Παίκτη. Σιγά σιγά η Άνια, που δεν αντιγράφει παθητικά αλλά αμφισβητεί τις ιδέες του, αντικρούοντας συχνά με επιχειρήματα γίνεται ο καταλύτης για να γίνει ο λόγος του θερμότερος και πιο προσωπικός. Στην κορυφή της σελίδας οι βαθυστόχαστες αναλύσεις του συγγραφέα -κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα. Στη μέση οι σκέψεις του του συγγραφέα σε πρώτο πρόσωπο με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, στη βάση κάτω οι σκέψεις της Άνιας, της νεαρής Φιλιππινέζας δακτυλογράφου για τον συγγραφέα αλλά και για τον Άλαν, τον φίλο της, έναν ώριμο σύμβουλο επενδύσεων, έναν γιάπη, επιτομή όσων ο Κ. απεχθάνεται. Ο Άλαν ενοχλείται από την ιδιότυπη σχέση της Άνιας με τον συγγραφέα αλλά και ετοιμάζει ένα σχέδιο για να του αποσπάσει χρήματα. Η αφήγηση οργανωμένη μ' αυτό τον τρόπο επιφέρει μια ισορροπία στις σχέσεις των προσώπων, αν και υπάρχει διαρκώς ο πειρασμός να επιλέξει ο αναγνώστης να διαβάσει το εύκολο οικείο κείμενο από τη μέση της σελίδας και κάτω.
Η αποξένωση στη μεγάλη πόλη και ο φόβος των γηρατειών -το γνωστό θέμα που απασχολεί τον Κουτσί, όπως και στον Αργό άνθρωπο- και η συγκατοίκηση εδώ με διαφορά 25 ορόφων στις μοντέρνες πολυκατοικίες που δεν επιτρέπει όμως κανενός είδους επικοινωνία, μια νέα δυστοπία, όπως τονίζει στο σχετικό δοκίμιό της δημοσιευμένο στο ΕΝΕΚΕΝ η Μ.Λιλιμπάκη.
Ο Κ οδεύει προς το τέλος, ευχαριστώντας τον ΜΠΑΧ και τον ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΒΣΚΙ για την έκσταση που ένιωσε μετέχοντας στο έργο τους και απευθύνει στον κόσμο έναν αποχαιρετισμό, όπως σημειώνει η μεταφράστρια του έργου Α. Δημητριάδου στο εξαιρετικό επίμετρο.
Η προκλητική οργάνωση των κειμένων με διαχωριστικές γραμμές - στην κορυφή η λογική και κάτω το σώμα, στη μέση ο συγγραφέας που πρέπει να συνθέσει τις αντίρροπες δυνάμεις μέχρι την κατάργηση της διαχωριστικής γραμμής,  αφού ο στοχασμός είναι νεκρός χωρίς συγκίνηση. Οι απόψεις του ίσως να ακούγονται απολιθωμένες για ένα νεαρό κορίτσι όπως η Άνια, διαπιστώνει εκείνος- πρέπει να τις αλλάξει.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
το βιβλίο της ιστορικού Τασούλας Βερβενιώτη, Το διπλό βιβλίο είχα δει κάποτε κάτι παρόμοιο. (H αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση περιλαμβάνει τη γραπτή και, ένθετα, την προφορική μαρτυρία της).
« Πώς μπορείτε να είστε ένας μεγάλος συγγραφέας,  αν είστε απλά ένα συνηθισμένο ανθρωπάκι;», είναι η ερώτηση. Στο Θέρος, σκηνές από την αγροτική ζωή, 2010, ο συγγραφέας όπως ο Τομ Σώγερ θέλησε να δει από κάπου την κηδεία του, το τέλος μετά το τέλος. Εξερευνά τα όρια της αυτοβιογραφίας, πράγμα άλλωστε που έχει κάνει με παρόμοιο τρόπο και ο σύγχρονός του Ουελμπέκ, στο βιβλίο του, Ο χάρτης και η επικράτεια . Είναι μια πλασματική κατασκευή, μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του συγγραφέα σε τρίτο, το τρίτο μέρος μιας τριλογίας αυτοβιογραφιών που αρχίζει με τις Σκηνές απ' τη ζωή ενός παιδιού και τις Σκηνές απ' τη ζωή ενός νέου, σε πρώτο πρόσωπο αμφότερες. Στο Θέρος όμως ως αφηγητής φέρεται ένας άγγλος βιογράφος που υποτίθεται ότι μετά το θάνατο του Κουτσί προχωρεί στη σύνθεση ενός πορτρέτου για τα χρόνια 1972-1977, χρόνια με τα οποία συμπίπτει η προσπάθεια του συγγραφέα να βρει το βηματισμό του στη λογοτεχνία, να γράψει τα πρώτα του βιβλία, ενώ στη Νότιο Αφρική γύρω του έχουν αρχίσει οι αγώνες ενάντια στο ρατσισμό και στο απαρτχάιντ. Θα χρειαστεί να εντάξει στο corpus της αυτοβιογραφίας κάποια Ημερολόγια,  στην αρχή και στο τέλος και ενδιάμεσα τις συνεντεύξεις που παίρνει από πέντε πρόσωπα σημαντικά για τη ζωή του συγγραφέα ως τριαντάχρονου. Η Τζούλια, μια παντρεμένη, περιστασιακή του ερωμένη, η Μαργκό, αγαπημένη του εξαδέρφη, ένας εξάδερφος και η μητέρα της πρώην σπουδάστριάς του, η Βραζιλιάνα χορεύτρια. Υπάρχει σαρκασμός και χιούμορ, ειρωνεία, κριτική διάθεση και ανατροπές, φαντασία και πραγματικότητα διαπλεκόμενες, αφήγηση των εσωτερικών συγκρούσεων σε ένα χώρο πολιτικών συγκρούσεων. Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα όταν ο Τζον επιστρέφει με το διδακτορικό του στην Αφρική από τη Νότιο Αμερική και πηγαίνει να μείνει με τον πατέρα του σε ένα προάστιο του Κέιπ Τάουν, δουλεύοντας χειρωνακτικά στο κτήμα,  δημοσιεύοντας τα πρώτα γραπτά του και προσπαθώντας να προσαρμοστεί στο καθεστώς του απαρτχάιντ και να προχωρήσει σε ουσιαστικές σχέσεις με γυναίκες .Το πορτρέτο που προκύπτει είναι ενός ανθρώπου αδέξιου στα ερωτικά, ανόητου, κρύου, άνανδρου, δειλού, μονόχνοτου, δυσλειτουργικού, ξύλινου, ανέραστου, επιφυλακτικού, ψυχρού διανοούμενου, κλειστού, απροσάρμοστου: καθόλου κολακευτικό, τα ο άσχημο παπί πριν γίνει ο γνωστός συγγραφέας. Εκθέτει έτσι ο συγγραφέας με αυτά τα μεταμοντέρνα τεχνάσματα τις αδυναμίες μιας βιογραφίας και διερευνά και εδώ τα όρια της μοντέρνας φόρμας, όπως στα δυο άλλα μυθιστορήματα που εξετάζουμε. Αδιάφοροι οι ερωτηθέντες για τη λογοτεχνική του αξία παρουσιάζουν τον συγγραφέα ως ένα μπερδεμένο βιβλιοφάγο, απροσάρμοστο και ενοχλητικό, που μοιράζεται τη ζωή του με τον χήρο πατέρα του. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο αρχίζει με ένα δημοσίευμα των Τάιμς (1972) για τη μυστηριώδη δολοφονία επτά μαύρων από κουκουλοφόρους. Είναι λευκοί αφρικάνερ ή έγχρωμοι οι δολοφόνοι; (Σε ποιο μέρος της γης να πας να κρυφτείς για να μην αισθάνεσαι βρώμικος;)
Το μυθιστόρημα θέτει το ερώτημα αν αρκεί η διασημότητα για να ενδιαφερθούμε για κάποιον και πόσο αυτό είναι ή όχι ανήθικο. Τα βιβλία ενός συγγραφέα είναι μάλλον αρκετά για να τον ανακαλύψουμε κι ας μη ψάχνουμε πέρα από αυτά σε απομνημονεύματα και βιογραφίες. Η αλήθεια τους είναι ζήτημα ερμηνείας.
 

Παντελής Τρακίδης
Ο Σενιόρ Κ σε μια σειρά άρθρων -παραγγελία ενός Γερμανού εκδότη σε έξι διακεκριμένους συγγραφείς, παίρνει την ευκαιρία για να τα πει έξω από τα δόντια. Οι απόψεις του αφορούν τρέχοντα θέματα της επικαιρότητας, όπως δημοκρατία, παιδοφιλία, πορνογραφία, τρομοκρατία κ.λπ. Ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες και δανείζεται βιογραφικές λεπτομέρειες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Είναι η εσωτερική φωνή του ίδιου ανθρώπου που παλεύει με τις λέξεις αλλά και με το σώμα του που φθίνει. Οι άλλοι ήρωες του βιβλίου είναι:  η ζουμερή συγκάτοικος που θα προσληφθεί ως δακτυλογράφος  και που θα γίνει  ταυτόχρονα η πηγή τις έμπνευσης του, αλλά και ο νεανικός αντίλογος στις γεροντίστικες απόψεις του διανοούμενου συγγραφέα. Ο τρίτος είναι ο ερωτικός σύντροφος, της κοπέλας, ο οποίος αντιπροσωπεύει έναν άντρα τεχνοκράτη, κυνικό, σύμβουλο επενδύσεων, οπαδό της νεοφιλελεύθερης αγοράς, αλλά και το αντίπαλο αρσενικό.
Έχω διαβάσει πολλές φορές βιβλία που περιέχουν δυο ή περισσότερες, παράλληλες αφηγήσεις, οι οποίες όμως διαβάζονταν κάθετα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχει η πρωτοτυπία οι παράλληλες αφηγήσεις να διαβάζονται κι αυτές παράλληλα. Ο συγγραφέας τις καταθέτει σε μια σελίδα διαιρεμένη - στην αρχή του βιβλίου στη μέση. Στο επάνω μέρος τοποθετούνται οι σκέψεις και απόψεις του ήρωα, οι οποίες ακολουθούνται από μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο για την καθημερινότητα του εμπνευστή τους, του ανθρώπου που γράφει. Αργότερα, η σελίδα θα χωριστεί στα τρία και θα προστεθεί η άποψη της δακτυλογράφου, της νεαρής και σέξι Φιλιππινέζας Ανια. Τελικά αποδεικνύεται πως δεν είναι μια παθητική αντιγραφέας, αλλά αντιδρά σε όσα ακούει, αμφισβητεί τις ιδέες του και μέσα από τις αυθόρμητες, φαινομενικά αφελείς ερμηνείες της καταρρίπτει τα δικά του λογικά επιχειρήματα. Οι διαχωριστικές γραμμές στη σελίδα δηλώνουν πως στην κορυφή βρίσκονται η λογική, η ηθική, η ερμηνεία και η έγκυρη φωνή του διανοούμενου που σε δοκιμιακή μορφή αναλύει τα θέματά του. Στο κάτω άκρο τοποθετούνται το αδιόρατο φλερτ, το σώμα, το παράλογο και στη μέση ο συγγραφέας που είναι ο στόχος των αντίρροπων αυτών δυνάμεων, τις οποίες και προσπαθεί να διαχειριστεί.
Ένα έργο, που πέρα από τις ιδέες που καταθέτει και που αφορούν πολλά επίκαιρα θέματα, εξελίσσει τη φόρμα του μυθιστορήματος αξιοποιώντας με πρωτότυπο τρόπο την τυπωμένη σελίδα.
Παρατήρησα πως στην αρχή, τουλάχιστον, το βιβλίο μπορούσε να διαβαστεί και οριζόντια και κάθετα. Δηλαδή θα μπορούσες να διαβάσεις το πάνω μέρος των σελίδων σαν ένα – κατά κάποιον τρόπο δοκίμιο – και το κάτω μέρος  σαν ένα κανονικό μυθιστόρημα. Ακόμη θα μπορούσε να διαβαστεί και στα τρία, και αυτό ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, που ομολογώ πως μου άρεσε, γιατί, ο συγγραφέας είχε την τόλμη, όχι μόνο να σπάσει την κλασική φόρμα του μυθιστορήματος, αλλά, να κινηθεί ανάμεσα στον δοκιμιακό και τον μυθιστορηματικό λόγο. Υπήρχαν φορές που διάβαζα αρκετές σελίδες του πάνω μέρους και μετά του κάτω κι άλλες που διάβαζα συμβατικά τη σελίδα από πάνω μέχρι κάτω. Αυτό όμως μέχρι τη μέση του βιβλίου από κει και πέρα όμως έχω την εντύπωση πως χάθηκε η μπάλα. Δηλαδή η δοκιμιακές αναλύσεις του πάνω μέρους, ενώ έδιναν στην αρχή την εντύπωση πως “δένουν” με την από κάτω, υπόλοιπη ιστορία, μετά τη μέση του βιβλίου, τις βρήκα άλλες ανούσιες κι άλλες εντελώς ξεκάρφωτες. Ακόμη παρατήρησα πως κάποια στιγμή, τα δυο κάτω κομμάτια της ιστορίας ήταν αλλού κι αλλού, δηλαδή το κείμενο είχε χάσει την συνοχή του και η σελίδα δεν μπορούσε να διαβαστεί κάθετα μια που σταδιακά όλα αναμειγνύονται, τα όρια καταργούνται και ο ένας λόγος μπλέκεται μέσα στον άλλο.
Νομίζω, με τον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο μού δίνει το δικαίωμα να κάνω μια αντίστοιχη κριτική. Δηλαδή να το κρίνω τμηματικά. Το πάνω μέρος λοιπόν, το δοκιμιακό, μου θύμισε, κάποιες στιγμές, Τσόμσκι και σε πολλά συμφωνούσα μαζί του – μήπως άραγε γέρασα κι εγώ; Θεωρώ, όμως, πως τσαλαβούτησε σε χίλια δυο θέματα, πολλά από τα οποία τα βρήκα ανούσια. Θα προτιμούσα να αναπτύξει περισσότερο κάποια πιο ουσιώδη θέματα και ν’ αφήσει στην ησυχία τους τον Μπαχ, τον Τολστόι αλλά και την κίσσα του πάρκου.
Το δεύτερο κομμάτι, το καθαρά μυθιστορηματικό,  το βρήκα πολύ “ λάιτ ” χωρίς κάποια βαθιά νοήματα, με ένα τέλος κάπως τρυφερό, κάπως γλυκερό, κάπως ξαναειπωμένο και χωρίς κάτι το ιδιαίτερα λογοτεχνικό. Εκτός ίσως από εκείνο, που δεν λέγεται καθαρά, αλλά, υποβόσκει μέσα στην ιστορία και αχνοδιαγράφεται σαν πίσω από θολό τζάμι. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ο αντρικός σεξουαλικός πόθος, ο οποίος, τελικά, δεν σταματάει – όπως νομίζουν οι περισσότεροι – όταν το κορμί δεν μπορεί πλέον ν’ ανταποκριθεί και οι αδένες πάψουν να παράγουν τεστοστερόνη, αλλά, υπάρχει και διεκδικεί το θηλυκό όσο λειτουργεί το μυαλό.
Η τελική εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο είναι πως διαβάζεται εύκολα, σου δίνει κίνητρο να εμβαθύνεις σε κάποια θέματα, αλλά, δεν μπορεί να  ξεφύγει από την μετριότητα.