21 Αυγούστου 2016

Τζακ Λόντον, "Το σιδερένιο τακούνι"


Τζακ ΛόντονΤο σιδερένιο τακούνι


μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

15-6-2016
91ο Βιβλίο
Πρόταση του Παντελή Τρακίδη

\









Παντελής Τρακίδης
Διαβάζοντας την «σιδερένια φτέρνα» το κυριότερο ίσως που θα μπορούσε να πει κανείς, δεν είναι τόσο, ο τρόπος γραφής του Λόντον, η  λογοτεχνικότητα του βιβλίου, αλλά, η προφητική ματιά του. Μπόρεσε να δει και να προβλέψει πράγματα και καταστάσεις που εκδηλώθηκαν αρκετές δεκαετίες αργότερα. Όμως η επικαιρότητα αυτού του έργου, αποδεικνύει και την αξία του. Ειδικά στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης  που το κεφάλαιο, τα ΜΜΕ και η ξεπουλημένη συνδικαλιστική ηγεσία αντιμετωπίζουν  τους πολίτες παρόμοια με τον τρόπο που η «Σιδερένια Φτέρνα» αντιμετώπισε τους αμερικάνους εργάτες. Στο μόνο που λάθεψε ήταν πως πίστεψε – όπως και γω κάποτε - πως στο τέλος θα επικρατήσει  η δικαιοσύνη και θα κυριαρχήσει το προλεταριάτο. Όμως είναι λογικό να λαθεύει κάποιος και να μην έχει την απόλυτα καθαρή ματιά, όταν έχει δοθεί ψυχή και σώμα σε κάποιο σκοπό.
Παρ’ όλα αυτά όμως το βιβλίο δίνει το έναυσμα στον αναγνώστη να κάνει σκέψεις και να  παρατηρήσει, τον τρόπο που η πλουτοκρατία χειραγωγούσε και εκμεταλλεύονταν την κατώτερη και μεσαία εργατική τάξη. Τότε πριν εκατό και πλέον χρόνια, για την πλήρη άσκηση της εξουσίας χρησιμοποιούσε σαν βασικά της εργαλεία, τον τύπο, την δικαιοσύνη, τη θρησκεία, την παιδεία, τον στρατό, αστυνομία και λοιπές ένοπλες δυνάμεις, προβοκάτσια, λαδώματα σε ισχυρούς ανθρώπους και συνδικάτα και φυσικά τον τρόμο. Όποιος δεν υπέκυπτε σε κάποιο από τα παραπάνω απλά χάνονταν από προσώπου γης. Αλλά, αν φύγουμε για λίγο από τις σελίδες του βιβλίου και κάνουμε την χρονολογική διαδρομή από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα. Τι βλέπουμε σε ολόκληρο τον κόσμο; Ακριβώς το ίδιο πράγμα. Βλέπουμε ένα αδιάκοπο αιματοκύλισμα σε κάθε γωνιά του κόσμου, για το οικονομικό συμφέρον λίγων. Βλέπουμε πως η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί και σήμερα, τα ίδια εργαλεία, με την διαφορά πως τώρα έχει εξελίξει όλα τα παραπάνω στον μέγιστο βαθμό με την βοήθεια και της τεχνολογίας φυσικά. Άρα στην πράξη, αυτά τα εκατό χρόνια κάναμε βήματα μπροστά η πίσω;
Τότε βλέπαμε στην πυραμίδα της εξουσίας να βρίσκονται τα έθνη, οι  τράπεζες, τα διάφορα τραστ, αστοί, μικροαστοί, μεσαία, και κατώτερη εργατική τάξη. Τώρα ενώ η βάση της πυραμίδας έχει παραμείνει η ίδια η κορυφή έχει αλλάξει. Στην κορυφή πλέον, βρίσκονται δέκα, το πολύ δεκαπέντε οικογένειες που έχουν στην κατοχή τους τα ισχυρότερα οικονομικά τραστ και ελέγχουν ουσιαστικά ολόκληρο τον πλανήτη. Τότε η σιδερένια φτέρνα πατούσε και ξεζούμιζε κυρίως την κατώτερη εργατική τάξη. Εδώ και μερικές δεκαετίες πήρε η “μπάλα” για τα καλά, όχι μόνο την μεσαία τάξη αλλά και την αστική. Το κακό βέβαια είναι που αυτοί ακόμη δεν πήραν χαμπάρι πως η σιδερένια φτέρνα φάρδυνε και άρχισε να τους πατάει κι αυτούς. Πιστεύω πως σε λίγα χρόνια θα είναι σχεδόν απαγορευτικό να έχει κανείς ακίνητη περιουσία. Τεχνάσματα υπάρχουν πολλά (βλέπε ΕΝΦΥΑ κλπ).
Γελάω πραγματικά όταν ακούω από κάποιους να λένε πως “είμαστε τουλάχιστον ελεύθεροι”. Πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι κάποιος όταν ελέγχεται η γνώση του, η τροφή του, το νερό που πίνει, η κατοικία του, τα θέλω του, ακόμη και ο αέρας που αναπνέει; Δυστυχώς αγαπητοί συναναγνώστες  είμαστε δεμένοι πισθάγκωνα.
 Βλέποντας από ψηλά.
Φωνάζουμε λέμε το τάδε κόμμα, έκανε αυτό, εκείνο. Το δείνα μας πούλησε, μας κατέστρεψε. Δυστυχώς – για μένα – δεν υπάρχει πια κανείς να μας σώσει. Είμαστε τα πιόνια των πιονιών και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά, σε ολόκληρο τον κόσμο.


Χριστιάνα Βέλλου
Το σιδερένιο τακούνι είναι μια ιστορία με ιστορίες μέσα στις ιστορίες!!! Αφορά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον όλα ειπωμένα από την οπτική ενός άνδρα που έζησε το 1906, διαβάζεται ακόμη από αναγνώστες σχεδόν 100 χρόνια αργότερα. Αναφέρεται στον μέλλοντα χρόνο, ουσιαστικά μια πλασματική ιστορία. Ο συγγραφέας ζει στο παρόν και ανακαλεί το παρελθόν σαν να συμβαίνει τώρα. Ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής της ιστορίας, αλλά παράλληλα υπάρχει κι άλλος αφηγητής ο οποίος παρουσιάζει την όλη ιστορία πολύ μακριά στο μέλλον 7 αιώνες μετά, κοιτάζει πίσω και θυμάται.
Με λίγα λόγια ο Τακ Λόντον έχει γράψει ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, το οποίο από μόνον του είναι μια προφητεία των πραγμάτων που θα συμβούν στον δικό μας χρόνο. Είναι συγχρόνως απλό και σύνθετο μαζί.

Το βιβλίο εξακολουθεί 100 χρόνια μετά να είναι σημαντικό και σχετικό. Αφορά ένα πιθανό μέλλον πολύ θλιβερό, μα επίσης ένα πιθανό μέλλον πολύ θετικό. Μια ιστορία μαζί κατήφειας/τραγωδίας αλλά και αλλαγής/ελπίδας. Όπως και τα άλλα δυστοπικά μυθιστορήματα είναι και προειδοποίηση.

Μαρξιστικό στον πυρήνα και ανθρωπιστικό στην πρόθεσή του. Παρουσιάζει με τέχνη πώς γίνονται οι αλλαγές, πολιτικές κοινωνικές, οικονομικές για το «κακό» και για το «καλό».
Ο Λόντον μιλά για την ίδια πραγματικότητα που μιλούν ο Ζαμιάτιν, ο Χάξλευ, ο Όργουελ, δηλαδή για την υπέρβαση του καπιταλισμού για χάρη της ίδιας της εξουσίας.

Δύσκολο βιβλίο, πολύ προφητικό με αυτά που βιώνουμε σήμερα, αξίζει να διαβαστεί.


Αρχοντούλα Διαβάτη
"Ποια είναι η σχέση αστικής δημοκρατίας και φασισμού; O φασισμός είναι μια απόλυτη εγγύηση του καπιταλισμού, χρησιμοποιώντας ακραία μέτρα. Η αστική δημοκρατία είναι κι αυτή μια εγγυήτρια δύναμη του κεφαλαίου με την προϋπόθεση να δίνει ένα ξεροκόμματο στους εργαζόμενους. Είναι αυτό που είπε ο Ρούσβελτ μετά την κρίση του 1929: « Κύριοι καπιταλιστές, ή δίνετε το καπέλο σας ή χάνετε το κεφάλι σας» (Περικλής Κοροβέσης, στο κέντρο του περιθωρίου, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,11-12 Ιουνίου 2016)"
ΟΤζακ Λόντον ορίζει τον φασισμό ως την ολοκληρωτική εκείνη μορφή που παίρνει το καπιταλιστικό κράτος όταν απειλείται από μια επανάσταση της εργατικής τάξης. Στην Αμερική βέβαια δεν έγινε η μεγάλη ταξική επανάσταση. Στο βιβλίο δεν αναφέρεται ούτε το πρόβλημα των μαύρων, των ινδιάνων και των γυναικών, πράγματα που βρίσκουμε στο βιβλίο του Χάουαρν Ζιν για την ιστορία της Αμερικής.
Βρήκα στο διαδίκτυο το άρθρο του Αναστάσιου Βιστωνίτη ( 4/12/2011)σχετικά με τη μετάφραση που άρχισε ο Άρης Αλεξάνδρου το 1943, για τον εκδ. οίκο Γκοβόστη, επί 75 χρόνια άγνωστη. Το παράδοξο εδώ είναι ότι υπάρχει στο μυθιστόρημα ένα χαμένο χειρόγραφο, η αφήγηση της Άβις που κόβεται απότομα -ηθελημένα έστω, ως αφηγηματική τεχνική- που βρέθηκε εφτά αιώνες μετά και σχολιάζεται στα περιθώρια από τον Μέρεντιθ. Υπάρχει και η χαμένη για εβδομήντα χρόνια μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου: ένα τεκμήριο που χάθηκε και ξαναβρέθηκε.
Στην επιστολή του Τρότσκι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε « πάνω από τη μάζα των απόκληρων υψώνονται οι κάστες της εργατικής αριστοκρατίας, του πραιτοριανού στρατού, της πανίσχυρης αστυνομοκρατίας και, ως επιστέγασμα όλων αυτών, η ολιγαρχία του πλούτου…. Είναι ένας πίνακας του φασισμού, της οικονομίας του, της κυβερνητικής του πρακτικής και της πολιτικής ψυχολογίας του».
Υπάρχει και η εισαγωγή του Ανατόλ Φρανς -που μετά την ΚΟΜΜΟΥΝΑ του 1870 στη Γαλλία που πνίγηκε στο αίμα, είναι έτοιμος όπως λέει να δεχτεί την κατάπνιξη στο αίμα -παντού στον κόσμο- του προλεταριάτου, από «Το σιδερένιο τακούνι».

Τι είναι «Το σιδερένιο τακούνι» και ποιος είναι ο Τζακ Λόντον. Είναι ένα τολμηρό πολιτικό μυθιστόρημα ενός μαρξιστή Αμερικανού συγγραφέα, γνωστού στο ευρύ κοινό από τον ΑΣΠΡΟΔΟΝΤΗ, το ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΓΡΙΑΣ ΦΥΣΗΣ και τον ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟ. Κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1907, ένα χρόνο μετά τη συντριβή της λαϊκής εξέγερσης στη Ρωσία. Θεωρείται ένα πρώιμο δυστοπικό μυθιστόρημα. Πρώιμο, μετά το « 1984» του Τζορτζ Όργουελ- το 1949 και το «Γενναίος νέος κόσμος» (1932 ),του Άλντους Χάξλεϊ και άλλα.
Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Ερνέστος Έβερχαρντ, περσόνα του ίδιου του συγγραφέα, αλλά αφηγήτρια είναι η ερωτευμένη του γυναίκα, η Άβις Κάννιγκαμ, μια πρώην αστή και τώρα ενθουσιώδης με το όραμα της επανάστασης και τους αγώνες εναντίον της ολιγαρχίας του πλούτου, με αποκορύφωμα την Κομμούνα του Σικάγου και τη βίαιη καταστολή της από «Το σιδερένιο τακούνι». Σιδερένιο τακούνι, αποκαλείται στο βιβλίο η δικτατορία που στηρίχτηκε από τα τραστ, η δικτατορία των επιχειρήσεων, η επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στις ΗΠΑ, ενός μηχανισμού βίας και εκμετάλλευσης που χρησιμοποιεί η οικονομική ολιγαρχία και οδηγεί σε γκέτο. Ο ζόφος και η φτώχια της εργατικής τάξης στα αστικά κέντρα, ο κόσμος των απόκληρων, το θεριό της αβύσσου που ουρλιάζει και οι σκηνές από την επανάσταση και τη σύγκρουση καπιταλισμού και σοσιαλισμού, πλούσιων και φτωχών, είναι το αντικείμενο της αφήγησης από την Άβις και τον Άντονι Μέρεντιθ, που εφτά αιώνες αργότερα, μετά τον τελικό θρίαμβο -υποτίθεται- του σοσιαλισμού και την ανάδυση της Αδελφότητας των ανθρώπων, προλογίζει -υποτίθεται- το χειρόγραφο και παρεμβαίνει με τις ατελείωτα κουραστικές αντικειμενικές του υποσημειώσεις κάτω από το συναισθηματικό, ρομαντικό κείμενο της Άβις, «κυριολεκτικά στο περιθώριο του κειμένου της Άβις…», όπως τονίζει στο διαφωτιστικότατο ΕΠΙΜΕΤΡΟ η Τ. Δημητρούλια. Ο Τζακ Λόντον χρησιμοποιεί εδώ την τεχνική του παραποιημένου τεκμηρίου, χάριν της αληθοφάνειας.
Το ύφος και η γλώσσα, ζωντανά και συναρπαστικά. Υπάρχει ένταση και συγκίνηση -για παράδειγμα στο κεφ. «ΤΟ ΜΠΡΑΤΣΟ ΤΟΥ ΤΖΑΚΣΟΝ»- με εμφανή την επιρροή του κινηματογράφου που λάτρευε ο Λόντον, στις περιγραφές των τελευταίων κεφαλαίων. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο έχει γίνει ταινία στη Σοβιετική Ένωση, στην οποία ούτως ή άλλως είχε μεγάλη απήχηση το συγκεκριμένο βιβλίο.

Παρά τη βία και τη δυστυχία, τις στιγμές Αποκαλύψεως, τις εκτελέσεις και το βίαιο θάνατο και της Άβις και του Ερνέστου, ο συγγραφέας επιμένει στην αναγκαιότητα της επανάστασης και την ήττα της άδικης πλουτοκρατίας, παρά τις επανειλημμένες αποτυχίες -την πρώτη και τη δεύτερη στο μυθιστόρημα, και τις άλλες αποτυχημένες επαναστάσεις που έχει δει ο αναγνώστης. Την αποτυχία της επανάστασης στη Ρωσία το 1905, αυτήν μόνο είχε γνωρίσει ο Τζακ Λόντον στη σύντομη περιπετειώδη ζωή του, και έγραψε το αναπάντεχα προφητικό του μυθιστόρημα. Είναι νομοτέλεια κατά τον Τζακ Λόντον η νίκη της επανάστασης. «Και δεν έχετε μεγαλύτερες ελπίδες στην πάλη σας ενάντιά μας απ’ ό,τι έχουν οι κηφήνες που κουβαριάζονται γύρω απ’ την κυψέλη όταν οι μέλισσες -εργάτες ορμάν’απάνω τους για να βάλουν ένα τέλος στην καλοθρεμμένη τους ύπαρξη. Αποτύχατε στη διεύθυνση της κοινωνίας και γι’ αυτό η διοίκηση θα σας αφαιρεθεί…»

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016