17 Αυγούστου 2014

Γιάννης Ατζακάς," Διπλωμένα φτερά" / Οι αναγνώσεις μας (2ος χρόνος)


Γιάννης Ατζακάς, Διπλωμένα φτερά
Εκδόσεις Άγρα, 2007
19/9/2012
Βιβλίο 19ο
 Πρόταση της Τάνιας Μυλωνά





Μαρία Τριανταφυλλίδου
«Εμένα με καθησυχάζουν αυτοί οι αιώνιοι κι απαραβίαστοι κύκλοι,...» (σ. 153) γράφει, κλείνοντας σχεδόν τον κύκλο του βιβλίου του ο Γιάννης Ατζακάς, ήσυχος πια, στη μεγάλη αυλή του σπιτιού του που βλέπει στον Παγασητικό. Ο άνεμος της μνήμης παγωμένος είχε ξεκινήσει να ουρλιάζει στον ύπνο του, στο ίδιο σπίτι, κατρακυλώντας απ’ τις κορφές του Ολύμπου και της Όσσας, (σ. 9) προοιωνιζόμενος, ίσως, τα δύσκολα χρόνια που γλίστρησαν τη ζωή του, ζυμαράκι στα χέρια της «μάνας» γρια-Βενετιάς, της γιαγιάς του, στη Θάσο, να νοιάζεται πια για τα δικά του εγγόνια, τον μικρό Γιάννη και τη Χλόη. στον Άγιο Λαυρέντιο, στο Πήλιο... (σ. 152) –δεν έλαχε φαίνεται μια μικρή Βενετιά...
Καθισμένος στο μεγάλο αγκωνάρι, απέναντι στο φούρνο, με ένα ποτήρι ντόπιο τσίπουρο που το ακουμπά στη βαριά στρογγυλεμένη μυλόπετρα, την κουβαλημένη από τον παλιό χερόμυλο του πατρικού σπιτιού στο Θεολόγο, πίνει «στην υγειά των ζωντανών και στη μνήμη των αποθαμένων». Στην πρόποση αυτή -ανεξήγητα άραγε;- ήρθε στη μνήμη του «ο Αυρήλιος Πρόκλος, ο αφηρωισμένος νεκρός των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων», (σ. 154 – 155) μέρος, όλα, αυτού του κύκλου της ζωής του, του κύκλου στη μνήμη, στη ζωή, όχι ανεξήγητα βέβαια. Άλλωστε στον «εωθινό του μονόλογο» αναφέρει κάπου: «Το νιώθεις με μια σκοτεινή προαίσθηση πως το μοναδικό μέλλον που μας περιμένει είναι να ζήσουμε ξανά και ξανά το ξεχασμένο παρελθόν μας». (σ. 17) 
Κύκλος, σπείρα; «Έξω, το σκοτάδι πήρε να γαλατώνει κάπως και να μπαίνει λίγο θαμπό φως από το παραθύρι. “Λάλησε και το τρίτο ορνίθι”, που θα έλεγε και η γρια-Βενετιά, η γιαγιά μου» (σ. 9) και «Κάποια ώρα λαλούσε από μακριά το “πρώτο ορνίθι”, για να σου θυμίσει όλες τις αρνήσεις της ζωής σου... [...] Λίγο προτού φέξει, έκλεινα το μικρό πορτί και έβγαινα από τον, για πάντα χαμένο, παιδικό μου παράδεισο» (σ. 142). Συμβολικός!
Ένα βιβλίο – τιμή στη γρια-Βενετιά, τη μάνα, τη γιαγιά, «Τα έργα και τις ημέρες της. Τα έργα των χεριών και της ψυχής της...» που πήρε τη μεγάλη απόφαση να ανιστορήσει ο συγγραφέας «για να πάρει τη θέση που της ανήκει μεταξύ των δικαίων αυτού του κόσμου» (σ. 11), «ένας τρυφερός ασπασμός σ’ όλες τις γριούλες [...] που μια ζωή τα έδωσαν όλα στους δικούς τους –και την ψυχή τους την ίδια– και δεν έλαβαν στο χέρι παρά ελάχιστα ψίχουλα». (σ. 19)
Όμως, ξεκάθαρα φαίνεται σε όλο το βιβλίο πόσο πολύ ενδιαφέρουν τον Γιάννη Ατζακά «τα μέρη που η καρδιά αλάνθαστα γνωρίζει, οι τόποι της ψυχής, η μόνη πραγματική της πατρίδα» (σ. 10) και τα περιγράφει πολύ καλά, ανασύροντας αρμαθιές από το άπατο πηγάδι της μνήμης του. (σ. 11) 
Επιλέγοντας το πολυτονικό –δίνει έτσι ένα στίγμα ο συγγραφέας– και με ιδιότυπο γλωσσάρι, περιγράφει περίτεχνα κτίσματα, χώρους, τόπους, ανθρώπους, καταστάσεις, κόσμους. Ανασύρει τις μνήμες του τις «βυθισμένες στα νερά του χρόνου» -νησιώτης!-, φιλοσοφεί και προφητεύει ενίοτε «Εμείς κι αν είμαστε άλλου εντελώς κόσμου! Τα θέλουμε όλα διπλά και τριπλά. Και που το σκέφτομαι, αυτή η αχορτασιά και οι πολλές ευκολίες είναι που θα χαλάσουν μία των ημερών τούτη τη γη». (σ. 24)
Οι μνήμες... «Από ποια μυστικά βάθη, από ποιες απόμακρες εσχατιές της ύπαρξής μας έρχεται ο ανελέητος άνεμος της μνήμης [...] που αναταράζει τη ζωή μας ώς τις ρίζες της;» (σ. 120) Αυτή η μνήμη άραγε –η «ιστορική μνήμη» του- που μπορεί και «διατρέχει με ταχύτητα φωτός μακρά και ελάχιστα διαστήματα του χρόνου», που «κινείται πότε προς τα εμπρός και πότε προς τα πίσω και μετατρέπει τα πάντα σε παρόντα» (σ. 120), αυτή η μνήμη είναι άραγε που βασανίζει τον συγγραφέα; Γιατί «όποτε αραιά και πού περνούσαμε από το σπίτι να δείξω και σ’ αυτόν (τον δεύτερο γιο του, τον Γιώργο) τα πατρογονικά μας, η ψυχή μου, αντί να ημερεύει, ταραζόταν κι αγρίευε περισσότερο»; (σ. 140) Αρσίζης με τ’ όνομα, βρέθηκε άραγε πιο ευαίσθητος τελικά μπροστά σε κάποια Λαζού που τα ‘κανε όλα άνω-κάτω; Ή τα ξεριζωμένα χρόνια του στις παιδουπόλεις είναι που τάραξαν τη συνέχεια, χάλασαν τον ειρμό και βασανίζουν τη σκέψη την ευκίνητη –γοργό φτερό– που παρασύρεται αλλού κι όχι στ’ αγαπημένα χώματα, στα «θαλερά κάποτε φύλλα», στους «τρυφερούς βλαστούς»; (σ. 11)

Αρχοντούλα Διαβάτη
ΕΠΙΖΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ
Οι μεταμορφώσεις της μνήμης είναι τόσο πολλές, όσες της πεταλούδας, Μίλησε μνήμη, Β.ΝΑΜΠΟΚΟΦ, εκδ. Πατάκη«Ένιωθε πως έτσι ξένος θα ήταν όπου κι αν πήγαινε…». «Το είχε κλειδώσει το παιδί από χρόνια στο πιο σκοτεινό κατώγι της μνήμης του». Ο συγγραφέας, ορφανός από μητέρα και παιδί αντάρτη, γεννημένος στη Θάσο,  στα πέτρινα χρόνια του εμφύλιου, και μεγαλωμένος από τη γιαγιά του Βενετιά και τον παππού του - σπαρακτικό θέμα του πρώτου βιβλίου του, ΔΙΠΛΩΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ, Άγρα 2007-, έζησε από τα οκτώ του χρόνια μέχρι τα δεκάξι στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, στα αναμορφωτήρια της εθνικοφροσύνης, για την αποστείρωση των παιδιών του εμφυλίου από τα επικίνδυνα γονίδια. Αυτά τα χαμένα χρόνια στο Καστρί, στη Νέα Σμύρνη, έξω απ’ τη Βέροια, στη Θεσσαλονίκη ψάχνει να βρει ώριμος o συγγραφέας μέσα του, στο θολό βυθό του υποσυνείδητου, τον πραγματικό πυρήνα  της ύπαρξής του.

΄Όταν δοθεί φωνή στο παιδί και τελειώσουν οι πρώτες σελίδες με τα πλαγιογράμματα, όπου ο λόγιος αφηγητής τριγυρίζει αμήχανα σ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας του θεριστή, περιγράφοντας τις αντιφάσεις του χαρακτήρα του σε έναν αθέατο ψυχαναλυτή, με παραθέματα από το Σεφέρη και την Καινή Διαθήκη, τότε αρχίζει το ρίγος της καλής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας επιλέγει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του .Σκηνοθετεί μια συνάντηση με τον εαυτό του .Μόνος στο οικείο εξοχικό σπίτι , με τη συνενοχή της φύσης που έμαθε όλα αυτά τα χρόνια να αγαπά και να εμπιστεύεται ,και του λόγου, της τέχνης της γραφής. Προσπαθεί να ψηλαφίσει το παιδικό τραύμα, να νικήσει τις φοβίες ,να φωτίσει το θολό βυθό της μνήμης να ακούσει τον εσώτερο εαυτό του, τη μυστική φωνή του εαυτού του και να ενωθεί μαζί του  «γιατί δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης».
Να ανασύρει στη συνείδηση τον απωθημένο διχασμό του εαυτού του να ονοματίσει  την αλλοτρίωση  να πάψει να είναι ξένος και μισός , να ολοκληρωθεί Ξενιτεμένος στον τόπο του και στον εαυτό του, να βρει το δρόμο του γυρισμού, το νόστιμον ήμαρ. Με ποιον τρόπο; Πρέπει να επινοήσει τον εαυτό του, να επιλέξει τα γεγονότα  στα οποία θα αναφερθεί, να τα οριοθετήσει μέσα στη γλώσσα και να τα κάνει βιβλίο. Αυτό κάνει.
Χρησιμοποιεί ως συγγραφικό καύσιμο τα βιώματά του. Επεξεργάζεται μυθοπλαστικά τις αναμνήσεις του και γράφει για τον εαυτό του σαν να επρόκειτο για κάποιον άλλο, αφηγούμενος κανονικά τα έξι χρόνια που έζησε στα ιδρύματα της Φρειδερίκης .Στην Αθήνα, στη Βέροια, στη Θεσσαλονίκη, 1949-1955. Εν τω μεταξύ με πλαγιογράμματα στάσιμα  ο λόγιος ενήλικος αφηγητής Γιάννης Αρχοντής, το alter ego του συγγραφέα που ακούει μέσα του το παιδί να μιλά, σχολιάζει με εμβρίθεια το τι και το πώς.
Εύκολα μπορεί να ανιχνεύσει κανείς διακειμενικές σχέσεις με τα βιβλία του Ούγγρου νομπελίστα Ίμρε Κέρτες «Εγώ, ένας άλλος», «Φάκελος Κ» και το «μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», όταν κανονικά κι αυτός περιγράφει το πέρασμά του από το στρατόπεδο του Άουσβιτς με τρόπο αθώο και αισιόδοξο, που θεωρήθηκε μάλιστα βλάσφημος στο βαθμό που αναφέρει ότι υπήρξε και ευτυχισμένος εκεί. Επίσης με το βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου, Η καλοσύνη των ξένων ανιχνεύεται μια διακειμενική σχέση, αν λάβει υπόψη του κανείς ότι κι εδώ ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε ίδρυμα. Χωρίς τον κυνισμό και τον αυτοσαρκασμό του αφηγητή του Τατσόπουλου, και στον ΘΟΛΟ ΒΥΘΟ  η… καλοσύνη των ξένων είναι ο καταλύτης για την εξέλιξη του μύθου.
Το βιβλίο είναι μια ψυχαναλυτική νουβέλα ενηλικίωσης, μια συναρπαστική μαρτυρία ,ένα χρονικό-σχόλιο για την ιδρυματοποίηση ή είναι ένα μεταμοντέρνο αφήγημα, με αυτοαναφορικές παρεμβάσεις  του ενήλικου αφηγητή που αποστασιοποιημένος υπονομεύει την αφελή διήγηση του ευχαριστημένου ανύποπτου παιδιού  μέσα του, σχολιάζοντας κάθε φορά τα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα και ανιχνεύοντας τον μηχανισμό της χειραγώγησης και της σκοπιμότητας πίσω από την ευθύγραμμη παιδική αφήγηση .
Το παιδί αφηγείται και μας σοκάρει η στρωτή, λεπτομερής αφήγηση της διαβίωσής του στο ίδρυμα που καταλήγει να θεωρείται κανονική αφού περάσουν οι πρώτες δύσκολες μέρες, όταν κρυβόταν για να κλάψει, σε σημείο που όλες  οι επόμενες εμπειρίες να μοιάζουν ανοίκειες,  μαζί κι η γιαγιά Βενετιά να του φαντάζει ξένη και να ντρέπεται μάλιστα γι’ αυτήν όταν έρχεται να τον δει, σύμφωνα με την εκφρασμένη σε γράμμα επιθυμία του.
Ο γιος του αντάρτη μαντρωμένος στο ίδρυμα-στρατόπεδο έχει  μάθει να υπακούει, να κλείνεται στον εαυτό του, να σωπαίνει. Η  βία παρούσα κάθε στιγμή. Η βία της γλώσσας:« Όλες τις λέξεις εδώ τις μαθαίναμε απ’ ευθείας σε μια γλώσσα που δεν τη μιλούσαμε ούτε στα χωριά μας ούτε και μεταξύ μας» ή της μαύρης προπαγάνδας για τους κατσαπλιάδες-αντάρτες που έσφαζαν με τα κονσερβοκούτια. Αργά αργά στο σκληρό τυπικό της καθημερινής ζωής απρόσωπης, οργανωμένης αυστηρά, ανάμεσα σε ύμνους και τροπάρια, προσευχές και ομιλίες εθνικιστικές. O καταναγκασμός του μεσημεριανού ύπνου, η τυραννία της υπηρεσίας στα μαγειρεία, όλα οριοθετημένα από το σιωπητήριο και τη σάλπιγγα.
«Οι ομαδάρχες στέκονταν πάνω από τα κεφάλια μας, να τρώμε ήσυχα και να μην αφήσουμε τίποτα, ούτε ψίχουλο» - το παιδί καταπίνει το ανεπιθύμητο φαγητό αμάσητο, όπως άλλωστε και τα κηρύγματα για τους κακούς αντάρτες, τους καλούς Αμερικάνους, την  βασίλισσα- μητέρα που στα καθημερινά κηρύγματα ταυτίζεται με την Παναγία.
Το παιδί ωστόσο κατανοεί πρόθυμα τη λογική του στρατοπέδου και, εν πολλοίς, την ενστερνίζεται. «Παραγγέλματα, διαταγές, κηρύγματα». Και συνηθίζει σιγά σιγά να ζει «σε μια παιδόπολη τόσο καλή, όπου τίποτα δεν μας έλειπε».
Ωστόσο, «Ναρκωμένα αισθήματα, μια μόνιμη αναισθησία, μια απάθεια», έτσι περιγράφει την κατάστασή του.  Δεν ρωτάει τη γιαγιά στην επίσκεψή της για τον πατέρα του. « Ένας κόμπος μ’έπνιγε το λαιμό». Το σύστημα που προετοιμάζει τα παιδιά να αρνηθούν τους πατεράδες τους, αποδίδει καρπούς; Το παιδί έχει κάποιες αμφιβολίες. Τόσο μόνο. Αργότερα, στη Θεσσαλονίκη έρχεται και η εμπλοκή με τα κατηχητικά με το πάθος, τη σφοδρότητα και τη φρεσκάδα ενός ειδυλλίου. Έχουν προηγηθεί το ποδόσφαιρο, τα κλασικά εικονογραφημένα, και τα βιβλία, μαζί με την καταξίωση στο σχολείο  και την ερωτική αφύπνιση στο πρόσωπο της όμορφης ομαδάρχισσας, που θα ανάψουν στο παιδί τη φλογίτσα της ατομικότητας, που θα χτίσουν την ταυτότητά του. Η αγάπη των συγγενών και το απρόοπτο τέλος της «φιλάνθρωπης» διαβίωσης στην παιδούπολη θα ολοκληρώσουν  το  δύσκολο θαύμα ενός έφηβου που  είναι έτοιμος να περιπλανηθεί στους λαβυρίνθους της σύγχρονης πόλης και της σύγχρονης ζωής και να περάσει από τη μια κατήχηση της Ζωής του παιδιού,  στην άλλη, της σύγχρονης Αριστεράς. Είναι ήδη ένα κατόρθωμα.
Οι υποθέσεις που κάνει το παιδί για το έτυμο της λέξεις «αρχιμανδρίτης», όπως και οι υπαινιγμοί για τυχόν υποθέσεις για το αινιγματικό νόημα των θρησκευτικών ύμνων, λογοπαίγνια για τη βασιλική και τη θεία πρόνοια, είναι μερικά μόνον  σημεία όπου ανθίζει συχνά ένα κατσούφικο χιούμορ που έτσι κι αλλιώς διαποτίζει όλο το αφήγημα, με το ξεχωριστό στιλ του χαρισματικού συγγραφέα!
Θεωρώ καλή λογοτεχνία αυτήν που σαν το τσεκούρι σπάζει –όπως έγραψε ο ΚΑΦΚΑ- την παγωμένη θάλασσα μέσα μας και μας συγκινεί. Με συγκίνησε το τελευταίο  βιβλίο τού ΓΙΑΝΝΗ ΑΤΖΑΚΑ, όπως και το πρώτο του βιβλίο, ΤΑ ΔΙΠΛΩΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ, με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. 

Χριστίνα Βουμβουράκη
Δεν προλαβαίνω να επεκταθώ ιδιαίτερα στα του βιβλίου, πάντως μου έβγαλε μια περίεργη αίσθηση... γεροντοσύνης να το πω;
Και δεν έχει να κάνει ούτε με το θέμα του, ούτε με το ότι αφορά αναμνήσεις (δυνατές).

Στα θετικά τώρα: Βρίσκεις στις σελίδες του κάποιες πολύ όμορφες, τρυφερές στιγμές και μερικές εξαιρετικά καθάριες σκέψεις.

Θα προτιμούσα να ήταν ποίημα.


Χριστιάνα Βέλλου

Ταξιδεύω για την Τήνο μ΄ έναν καιρό φθινοπωρινό και το βιβλίο μου κρατάει συντροφιά στο καράβι.  Ο αέρας που φυσάει στο «κάβο ντόρο» με βάζει στο κλίμα της πρώτης κιόλας παραγράφου.
Το βιβλίο μου άρεσε, μια ιστορία γλυκιά και πικρή μαζί, που πιστεύω πως πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου έχουν βιώσει οι ίδιοι αλλά και οι γύρω τους.
Ο συγγραφέας κάνει έναν ιδιόμορφο διάλογο με την μνήμη του: θυμάται τα παιδικά χρόνια στην εποχή του εμφυλίου σ΄ ένα χωριό της Θάσου, θυμάται την αφανή ηρωίδα γιαγιά που τον μεγάλωσε σαν το στερνοπούλι της, θυμάται της γιαγιά «άγγελο»  που μέσα στην «καμπουρούδα» της κρύβει τα «φτερά της διπλωμένα» και που κάποια στιγμή του τα προσφέρει για να πετάξει μακριά, να προχωρήσει στην ζωή και στο πνεύμα του.
Η γραφή απλή μεν αλλά δυνατή, σε πολλά σημεία οδυνηρή. Οι εικόνες που δημιουργεί η αφήγησή του μοναδικές και οικείες, ιδιαίτερα στους μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες. Κάποια στιγμή, διαβάζοντας τις περιγραφές του σπιτιού και τις ασχολίες της γιαγιάς του, έβλεπα την δική μου γιαγιά να φουρνίζει στην αυλή, να υφαίνει στον αργαλειό, να μαζεύει τις ελιές, ένιωσα τη μυρωδιά από το κελάρι με τα καλούδια του χειμώνα από το δικό μου πατρικό.
Πιστεύω πως ο αναγνώστης θα έχει  ολοκληρωμένη εικόνα του έργου όταν διαβάσει και το δεύτερο βιβλίο «Θολός βυθός», στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στις παιδοπόλεις.
Κρατώ μια φράση της γιαγιάς Βενετιάς που κρύβει σοφία, μεγαλείο και πλούτο ψυχής:“Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δε κάνει”.
Κύριε Ατζακά, είστε πολύ τυχερός που σας μεγάλωσε μια τέτοια «μάνα», και σας ευχαριστώ, γιατί με βιβλίο σας μου δώσατε την ευκαιρία να θυμηθώ τη δική μου γιαγιά.

Στεφανία Βελδεμίρη
Αυτό το βιβλίο είναι η απόφαση ενός ανθρώπου να αφήσει ανοικτό το ημερολόγιό του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, το μέρος που όλοι θα κάνουν το πέρασμά τους κάποια στιγμή. Είναι οι μνήμες που δεν θέλουν να χαθούν. Είναι οι άνθρωποι που χάθηκαν μα κάποιος θέλησε να τους δώσει μια μορφή αθανασίας μέσα στις λέξεις. Είναι η τεράστια αγάπη γι΄αυτούς, που μην έχοντας που να πάει, γίνεται ιστορία. Είναι η ιστορία όπως έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία.
Μνήμες από τον τρόπο αυτής της ζωής δεν έχω, η φύση δεν μ’ αρέσει, χωριό δεν έχω για να δω έστω τα απομεινάρια της «παλιάς ζωής», και ήταν, αλήθεια, για μένα σαν μάθημα «πως ζούσαν οι άνθρωποι τα παλιά χρόνια». Ένας κύκλος επαναλαμβανόμενος από εργασίες και μόχθο για τη ζωή. Κάθε εποχή, η προετοιμασία για την επόμενη. Που καιρός για ψυχολογικά προβλήματα…
Η παιδική ματιά και σκέψη που προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει στο χωριό, στην εποχή, στους ανθρώπους δυο αντίθετων πλευρών, ανακατεμένη με την ώριμη σκέψη του συγγραφέα που ερμηνεύει, εξηγεί, παρακολουθεί από απόσταση, που είναι χώρια και είναι μαζί με έναν πολύ όμορφο τρόπο.

Το λεξιλόγιο, μια φουρνιά καινούριες λέξεις που θες να μη ξεχάσεις.

Η γιαγιά πρέπει να χάρηκε πάρα πολύ.

Υ.Γ. Τη ζωγραφιά δεν την σκανάρισα, αλλά ήταν τα φτερά όπως μ’ αρέσουν εμένα, απλωμένα, έστω και σε… μπουγάδα.