24 Αυγούστου 2014

ΕΡΤ και ΕΡΤ3_"δεν άνθισαν ματαίως τόσα θαύματα": "Η Κραυγή που σκοτώνει"

 25/08/2014 , ώρα 21:00


«θερινή αίθουσα»,  Αγγελάκη 14
μπροστά στο κτίριο της ραδιοφωνίας της ΕΡΤ-3
Η Κραυγή που σκοτώνει
του Γιέρζι Σκολιμόφσκι
-----------------------------------------------------

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΡΤ-3
« Η ΚΡΑΥΓΗ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ»
ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΗ, ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ, ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ





Και τώρα η Ταινιοθήκη των τριών ραδιοφώνων της ΕΡΤ-3  περνάει σε μια μεγάλη κινηματογραφική και αισθητική παρέμβαση στο μεγάλο αφιέρωμά της  Όταν ξέσπασε η βία. Περνώντας στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτοπορίες του `70, όταν για τελευταία φορά άλλαξε το σινεμά τις κατευθύνσεις του, προσφέρει στους πολυπληθείς Θεσσαλονικείς σινεφίλ ένα σπάνιο αριστούργημα.

Τη Δευτέρα, λοιπόν,  25  Αυγούστου στις 21:00 στον πεζόδρομο της Αγγελάκη 14 στη «θερινή» αίθουσα πάντα με ελεύθερη είσοδο με τη συνεργασία και την καλλιτεχνική επιμέλεια του ΚΕΜΕΣ, παρουσιάζει την Κραυγή που σκοτώνει (The Shout, 1978, Μ. Βρετανία, διάρκεια 82΄) σε σκηνοθεσία Γιέρζι Σκολιμόφσκι.

Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, του οποίου έντυπη ανάλυση θα διανεμηθεί στο κοινό, ενώ με το τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με τους θεατές.

Η ταινία κέρδισε μεγάλο, ειδικό βραβείο στις Κάνες και πρωταγωνιστούν οι Άλαν Μπέιτς, Σουζάνα Γιορκ, Τζον Χαρτ.

Ένας άνδρας ισχυρίζεται πως διαθέτει τις ικανότητες μιας κραυγής που μπορεί να σκοτώσει.  Κορυφαίο μνημείο του σινεμά σε όλα τα επίπεδα, αισθητικά, εννοιολογικά και ανατρεπτικά. Ένα θρίλερ πάνω στο γνωστικισμό, στην εναλλακτική πραγματικότητα και ένα ποίημα αισθητικής, Εκπληκτική φωτογραφία, σπουδαίοι ρόλοι, αινιγματική ατμόσφαιρα με αίσθηση βαθύτατης απώλειας και μια κορυφαία αναφορά πάνω στο σινεμά και στην παραπλάνηση.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί στο κοινό είναι η ακόλουθη:

«Όταν συζητάμε για πρωτοπορίες στον κινηματογράφο, η μνήμη μας πάντα θα συναντά την Κραυγή που σκοτώνει. Η ταινία αυτή, καθώς και το Μετά τα μεσάνυχτα του Νίκολας Ρεγκ (1973) και το Σημασία έχει ν’ αγαπάς του Αντρέι Ζουλάφσκι (1974) δεν ανήκουν απλώς στις κορυφαίες ταινίες της δεκαετίας του `70, αλλά σχετίζονται και με συγκεκριμένες καινοτομίες: αφορούν στο πώς μπορούμε να διεισδύσουμε σε μια ταινία, να συναντήσουμε τον ίδιο τον κινηματογράφο και ν’ ανακαλύψουμε τις ατυχίες ή τις παραπλανήσεις του βλέμματος.
Η κραυγή που σκοτώνει διαθέτει μια θαυμαστή δομική ισορροπία μέσα από ένα ιδιοφυέστατο σύστημα συνεχών μεταθέσεων, μεταβάσεων, μεταπτώσεων και μετασχηματισμών. Η αφήγηση υπάρχει ακριβώς για να παραπλανήσει, καθώς και όλη η ταινία λειτουργεί τόσο ως μυθοπλασία όσο και ως οντότητα και, τελικά, ως μια διαδικασία αποπλάνησης.
Η κραυγή που σκοτώνει είναι μια ταινία- κατήφορος, όπου το βλέμμα γλιστράει συνεχώς, εκτρέπεται, μένει χωρίς στήριγμα, ανήμπορο, για να παραδοθεί τελικά στον εισβολέα και μετρ. Ο Σκολιμόφσκι συνδυάζει μια παραλλαγή του φανταστικού με την αστική ανατομία-ηθογραφία, αλλά και την αναφορά στο ίδιο το κινηματογραφικό μέσο και την αδυναμία του βλέμματος να βρει την αλήθεια. Βαθμιαία, η γοητευτική και παράδοξη μυθοπλασία ακυρώνεται και η ταινία έρχεται σε μετωπική αντιπαράθεση με το θεατή της. Όσοι την παρακολουθούν δεν απολαμβάνουν μια περίπλοκη ιστορία, αλλά νιώθουν πως έχουν παγιδευτεί σε ερωτηματικά κι έχουν χαθεί σε διαδρόμους που για χρόνια είχαν φράξει και θεωρούνταν άκρως απαγορευμένοι.
Η κραυγή που σκοτώνει είναι, κυρίως, μια ταινία αυτογνωσίας και ταυτόχρονα ένα σχόλιο για το πώς σκηνοθετείται ο «κινηματογράφος» της ζωής ή πώς η ζωή υπερβαίνει τον κινηματογράφο. Αυτό το τελευταίο δηλώνεται πάντοτε παρόν και, ως εκ τούτου, ο θεατής μετά την αρπαγή αυτής της προστατευτικής, ασφαλούς σκέπης, είναι πια αναγκασμένος να διανύσει τη φιλμική ώρα σαν να τον κυνηγούν εφιάλτες που θεωρεί συμβατικές, ξεπερασμένες καθημερινές ιστορίες.
Ο Γιέρζι Σκολιμόφσκι, μέσα από τους δαιδάλους της τρέλας και της αναπαραστατικής πλάνης, αναδεικνύει το μεγαλείο του γνωστικισμού, που ουδεμία σχέση έχει με τη μεταφυσική. Η σκηνοθεσία είναι υποδειγματική ως προς τον τρόπο που η ταινία υπηρετεί ως πρωτοπορία τις ανήσυχες κινηματογραφικές αναζητήσεις της δεκαετίας του `70. Οι απαλοί καφέ φωτογραφικοί τόνοι, τα έξοχα φορμαλιστικά πλάνα, η χρήση καθρεφτών, η ανάδειξη ειδώλων και τα αντισυμβατικά ρακόρ των βλεμμάτων συνδυάζονται με σιωπές, τεχνητές επιμηκύνσεις πλάνων και βελούδινες ματιές, κινήσεις γεμάτες τακτ.
Ο Σκολιμόφσκι, κοντά στις εμπειρίες του Γουέιρ, δίπλα στον κόσμο του Ρεγκ, αποφλοιώνει τον κινηματογράφο, αλλά και ντύνει ταυτόχρονα τη φθίνουσα πραγματικότητα μ’ ένα μαγικό μανδύα πιθανών παραδόξων. Έτσι, επιτρέπει στο βλέμμα μας να απογειωθεί και στο πνεύμα μας να προσγειωθεί πέρα από τον κινηματογράφο, πέρα από το φόβο, στα μυστήρια της δικής μας -τελικά- εικόνας, που μάθαμε να την προσλαμβάνουμε μόνον ως παραμορφωμένο είδωλο και ποτέ ως στρεβλωμένη, κωδικοποιημένη πραγματικότητα». 

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μην χάσετε την «ΚΡΑΥΓΗ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ» είναι οι ακόλουθοι:


  1. Για το αινιγματικό, διφορούμενο και συνεχώς αναιρούμενο σενάριό της
  2. Για το πυκνό μυστήριο μιας σπειροειδούς μυθοπλασίας
  3. Για την απόδειξη άγνωστων πτυχών και  δυνατοτήτων του ανθρώπου
  4. Για το εκπληκτικό σχόλιο πάνω στο σινεμά και την αναπαράσταση
  5. Για την αναφορά πάνω στην αλήθεια και την πραγματικότητα αλλά και την εναλλακτική τους πλευρά
  6. Για ρόλους φοβερούς σε όλα τα επίπεδα
  7. Για μια εκπληκτική φωτογραφία που «μιλάει» για την ανθρώπινη μοναξιά
  8. Για τη συνεχή αίσθηση ελλείποντος και απολεσθέντος που εκκρίνεται από το φιλμ
  9. Για την κυκλικότητα της αφήγησης
  10. Για τις μεγάλες παγίδες και περιπέτειες του βλέμματος


Υ.Γ. Την επόμενη Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου, στις 21:00, στον πεζόδρομο της Αγγελάκη 14, με δωρεάν είσοδο, στο ίδιο αφιέρωμα, θα προβληθεί το κλασικό, διαχρονικό αριστούργημα του Φριτς Λανγκ Μ (Ο δράκος του Ντίσελντορφ).