25 Οκτωβρίου 2014

Νικολάι Γκόγκολ, 'Το παλτό και Το ημερολόγιο ενός τρελού'/Οι αναγνώσεις μας (4ος χρόνος)

Νικολάι Γκόγκολ, Το παλτό και Το ημερολόγιο ενός τρελού
Μετάφραση:  Γιώργος Τσακνιάς
Εκδόσεις: Πατάκη, 2009
1-10-2014
Βιβλίο 56
Πρόταση της Βιολέττας Παπαδοπούλου


Το παλτό. Το ημερολόγιο ενός τρελού.



Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ έζησε την ίδια περίπου εποχή με τον Λ.Τολστόι .Η καταγωγή του ήταν μικροαστική και στα έργα του επηρεάστηκε από την θητεία του σαν δημόσιος υπάλληλος, η οποία έληξε άδοξα με την παραίτησή του, λόγω της απογοήτευσής του από τον γραφειοκρατικό χαρακτήρα της δημόσιας διοίκησης. Πέθανε σχεδόν τρελός, ενώ στο έργο του έχει συνεχείς αναφορές σε φαντάσματα και ξωτικά.
Καυτηριάζει τα κακώς κείμενα, με σαρκασμό και χιούμορ, που φτάνει στα όρια της υπερβολής, για να τονίσει ακριβώς την γελοιότητα των καταστάσεων. Στο έργο του έχει επηρεαστεί από τον Πούσκιν.
Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στο Ημερολόγιο ενός Τρελού και στον Βίι και στην Μύτη και στην Άμαξα, στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο ίδιο βιβλίο με το Παλτό.
Ειδικότερα δε στο Παλτό, με την αφήγησή του μας κάνει να συμπάσχουμε με τον Ακάκι Ακάκιεβιτς, έναν ταπεινό υπαλληλίσκο του δημοσίου, που ζει εξαθλιωμένα, χωρίς να του φτάνουν τα λεφτά του ούτε για να αλλάξει παλτό, κάτι που καταφέρνει τελικά, μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες και θυσίες, που όπως στο τέλος του το παίρνουν κι αυτό! Μας αφήνει  με μια λύπη και μιαν αγανάκτηση  για όλους τους ανήμπορους και δυστυχείς ανθρώπους, που κάνουν όνειρο και σκοπό τους κάτι τόσο απλό και ταυτόχρονα, από τις συνθήκες, απρόσιτο, που όταν το κερδίσουν και τελικά το χάσουν, μπορεί να χάσουν μαζί και τα μυαλά τους και την ίδια τους τη ζωή.
Η οποιαδήποτε δε εξουσία (το σημαίνον πρόσωπο στο διήγημα), είναι σκληρότατη και ανελέητη. 
 

Γραμματόσημο που απεικονίζει «Το Παλτό»,
αφιερωμένο στην 200η επέτειο γέννησης του Νικολάι Γκόγκολ 

πηγή:  http://en.wikipedia.org

Παύλος Νεράντζης
Ο Νικολάι Γκόγκολ, ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας του χρυσού αιώνα του ρώσικου πεζογραφικού ρεαλισμού», όπως επισημαίνει στον πρόλογο του βιβλίου (εκδόσεις Πατάκη) η Κατερίνα Σχινά, αυτός που επηρέασε τους Ρώσους συγγραφείς του ύστερου 19ου αιώνα έγραψε «Το Παλτό» προφανώς για να καυτηριάσει το γραφειοκρατικό κατεστημένο της Πετρούπολης, μιας πόλης που όπως φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, αλλά και τη σαθρότητα της ρώσικης κοινωνίας εκείνης της εποχής.
Ο Ακάκιος είναι ένας φτωχός γραφιάς, ένας ασήμαντος, τιποτένιος για τους άλλους άνθρωπος, αυτός που «τραβά τη λάντζα», όπως λέμε στην καθομιλουμένη, που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον κανενός, που είναι, η προσωποποίηση της κόπωσης, της ανυπαρξίας, της ανωνυμίας. Ώσπου αυτός, ο Ακάκιος, που παραπέμπει στον ά-κακο, τον καλοσυνάτο, τον ανυπεράσπιστο άνθρωπο (θυμηθείτε τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι) γίνεται σημαντικός φορώντας ένα παλτό, ένα πανωφόρι που αποκτά με τόσους κόπους και χάρη στο οποίο συγκεντρώνει αίφνης την προσοχή όλων. Η χαρά διαρκεί, όμως, μόνον ένα 24ωρο καθότι ο Ακάκιος πέφτει θύμα κλοπής. Το Παλτό «κάνει φτερά» με αποτέλεσμα σε μία πρώτη φάση να χαθεί στους μαιάνδρους της ρώσικης γραφειοκρατίας και στη συνέχεια να χάσει τη ζωή του.
Διαβάζοντας το βιβλίο ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι ο Ακάκιος δεν είναι μία φιγούρα μόνον εκείνης της εποχής, αλλά κάθε εποχής και πολύ περισσότερο της σύγχρονης. Αρκεί το παλτό να αντικατασταθεί με μια βίλα, ένα πολυτελές αυτοκίνητο, ένα κότερο, κ.ο.κ. Προχθές στο Πόρτο Καράς γνώρισα έναν Ρουμάνο Ακάκιο.
Ο Γκόγκολ καυτηριάζει με γλαφυρό τρόπο την κενότητα της εποχής του ή μάλλον την κενότητα της άρχουσας τάξης της εποχής του παρότι ο ίδιος είναι συντηρητικός και βαθύτατα θρησκόληπτος. Υπό το πρίσμα αυτό η κριτική του ματιά, η προσέγγισή του δεν έχει μια διάθεση απελευθέρωσης, αλλά εκτόνωσης και εσωστρέφειας, αποστροφής από τα «κακά» εγκόσμια.
Η ανάγνωση του βιβλίου, όταν αναφέρεται στη γραφειοκρατία, αρκετές φορές παραπέμπει στην «Ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου»  του μεταγενέστερου  Άντον Τσέχοφ. Η αφήγηση του Γκόγκολ είναι πολύ καλή, με κυρίαρχα στοιχεία την ειρωνεία και το κωμικό, η γλώσσα είναι κατανοητή χάρη και στην καλή μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά, αλλά το έργο τελειώνει με μία ομολογουμένως έκπληξη: την ανάσταση του πρωταγωνιστή. Ο Ακάκιος Ακακίεβιτς ανασταίνεται για να εκδικηθεί τον άδικο θάνατό του, αλλά και την άδικη ζωή του. Και εδώ υπάρχει μία αντίφαση. Ενώ όλη η αφήγηση χαρακτηρίζεται από ένα ρεαλισμό, το τέλος της αφήγησης ανάγεται στη σφαίρα της φαντασίας. Ίσως λόγω της θρησκοληψίας του συγγραφέα.

Αρχοντούλα Διαβάτη
Η τραγωδία ενός ασήμαντου ανθρώπου. Ο άνθρωπος της σφαλιάρας, ο άνθρωπος για τα θελήματα, ματαιωμένος, σφηνωμένος μέσα στον κρατικό μηχανισμό που ξεζουμίζει τους υπαλλήλους. Ταπεινός, εισπράττει την περιφρόνηση ανώτερων και κατώτερων, αντιγράφει έγγραφα και είναι κι ευχαριστημένος, γυρνώντας ξεθεωμένος σπίτι δεν αναζητάει άλλη διασκέδαση, παρά αναπολεί τι τάχα έγγραφα θα είχε την τύχη να αντιγράψει την άλλη μέρα. Υπάλληλος σε υπουργείο ο Γκόγκολ έχει πολλές εικόνες να αντιγράψει. Ο Μάρτελμπυ του Μέλβιλ αλλά και  ο Καρυωτάκης και ο Κάφκα μας γνέφουν, επίγονοι του καλού συγγραφέα. Ο ίδιος ο Ντοστογιέβσκη δεν έχει γράψει όλοι εμείς από το παλτό του Γκόγκολ καταγόμαστε;. Ρεαλιστική πεζογραφία που γονιμοποίησε τις μεγάλες πένες του ΤΟΛΣΤΟΙ, ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΒΣΚΗ, του ΤΟΥΡΓΚΕΝΙΕΒ. Να που ένας τέτοιος άνθρωπος χριστιανικής αγνότητας κι αγάπης (είμαι αδερφός σου), σαν τον Ακάκιο Ακάκιεβιτς, γίνεται καταλύτης για να αλλάξει μέσα του κι ο νέος συνάδερφος που πήγε αρχικά να μιμηθεί τους παλιότερους, εκείνους που κατά σύστημα τον κορόιδευαν και τον περιφρονούσαν. Το παλτό όμως που ήρθε να αντικαταστήσει την παλιά πατατούκα ήταν το όνειρο που δεν τόλμησε να κάνει κι όμως πάλεψε και το πραγματοποίησε τελικά.  Αυτό του έδωσε δύναμη και χαρά. Ένα όνειρο ήταν το καινούργιο παλτό που του άλλαξε το κοινωνικό στάτους, ένα όνειρο που όμως έγινε εφιάλτης, όταν του το έκλεψαν και μετά από θλιβερά περιστατικά, που τον ενέπλεξαν στα αποτρόπαια γρανάζια της ρώσικης γραφειοκρατίας, τον οδήγησε στο θάνατο. Που όμως δεν είναι το τέλος. Το τέλος είναι γκροτέσκο αστείο και τραγικό. Ο Ακάκι Ακάκιεβιτς γίνεται φάντασμα που εκδικείται τρομοκρατώντας μετά θάνατον την πόλη, κλέβοντας τα παλτά της αριστοκρατίας. Αν μια μέρα ο  λαός ήθελε...


Κλεοπάτρα Τσάκουρη
Το παλτό του Γκόγκολ είναι μια ζωντανή ιστορία γραμμένη σε λίγες σελίδες, που συγκινεί βαθιά τον αναγνώστη, και το πιο βασικό, του θέτει ερωτήματα.
Ο Συγγραφέας διηγείται τόσο ρεαλιστικά και με εμφανή αίσθηση χιούμορ, τη ζωή και την περιπέτεια του φτωχού ταλαίπωρου δημόσιου υπάλληλου, με το συμβολικό όνομα Ακάκιος Ακακίεβιτς Τσαρουχώφ, που νιώθεις  ότι ζεις και εσύ μαζί του, τον πόνο, την πίκρα, την πείνα που ζει και αυτός. Η  ζωή του αλλάζει, παίρνει αξία, όταν τελικά κατακτά το πολυπόθητο παλτό. Είναι η προσωπική του επανάσταση!!!
Η κλοπή του παλτού, που το χάρηκε μόλις μία μέρα, έφερε και το τέλος της ζωής του. Η ιστορία παίρνει μεταφυσικό χαρακτήρα, όταν μετά το θάνατο του Ακάκιου παρουσιάζονται κλέφτες με τη μορφή του που κλέβουν τα παλτό των κατοίκων της Πετρούπολης και έχουν γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Το παρήγορο, πραγματικά ανθρώπινο, είναι η αλλαγή του επιθεωρητή ως προς τη συμπεριφορά του στους εργαζόμενους. Έγινε πιο σωστή, χωρίς έπαρση, δείχνει τη μεταμέλεια του για την αδιαφορία που έδειξε στον Ακάκιο Τσαρουχώφ, όταν του ανέφερε την κλοπή του παλτού του και δεν τον βοήθησε.
Ένα μικρό αριστούργημα!!!

 

Εξώφυλλο από τον Igor Grabar, 1890

Ντίνα Παπαδοπούλου
Θα μπορούσε να είναι μια καρικατούρα της σύγχρονης ζωής, πάντα επίκαιρο και ανατρεπτικό. Μας κάνει να αναγνωρίζουμε στις περιγραφές του τον ανθρωπάκο της σφαλιάρας, του θελήματος,  που λίγοι μπορούν να διακρίνουν πίσω από όλη τη συμπεριφορά του την ταπεινότητα και την καλοσύνη του.
Η ανελέητη συμπεριφορά των νεαρών συναδέλφων του το μόνο που προκαλούσε ήταν μια μόνο φράση «Αφήστε με λοιπόν ! Τι σας έκανα;»
Ήταν όμως μια φράση που προκάλεσε σ’έναν  νέο συνάδελφό του ένα χτύπημα κατάκαρδα και του άλλαξε όλον τον κόσμο του... σαν μια υπερφυσική δύναμη να τον αποτράβηξε από τους συναδέλφους του, που τους είχε θεωρήσει στην αρχή για ανθρώπους με καλήν ανατροφή. Και πολύν καιρό αργότερα, στις πιο χαρούμενες στιγμές του, ξανάβλεπε τον υπαλληλάκο με το φαλακρό μέτωπο κι άκουγε τα σπαρακτικά του λόγια «Αφήστε με λοιπόν! Τι σας έκανα;» Μέσα στα πονεμένα αυτά λόγια αντηχούσαν άλλα: «Είμαι αδερφός σου!» Τότε ο δύστυχος νέος σκέπαζε το πρόσωπό του και πολλές φορές, στο διάστημα της ζωής του, ανατρίχιασε βλέποντας πόση απανθρωπιά κλείνει μέσα του ο άνθρωπος, διαπιστώνοντας τι χυδαία αγριότητα κρύβεται κάτω από τους ευγενικούς τρόπους, ακόμα, ω Θεέ μου, και εκείνων που ο κόσμος τους θεωρεί για έντιμους ανθρώπους...
Είναι αξιοπρόσεκτο και δίνει ελπίδα το γεγονός, πως ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς, μέσα σ’όλη την καθημερινή απανθρωπιά, κατάφερε να αγγίξει το ευαίσθητο κομμάτι της ψυχής κάποιων ανθρώπων, όπως του νεαρού συνάδελφου αλλά και του προϊσταμένου του, που του έδωσε μεγαλύτερο ποσό από όσο περίμενε, και του συναδέρφου, που οργάνωσε πάρτι προς τιμήν του καινούριου παλτού. Ακόμα προκάλεσε συναισθήματα που μοιάζαν με ενοχές και μεταμέλεια στο «σημαντικό πρόσωπο» για την άκαρδη συμπεριφορά απέναντί του.
Το τέλος είναι γκροτέσκο, με την εμφάνιση του φαντάσματος του Ακάκιου Ακάκιεβιτς να εκδικείται κλέβοντας τα παλτά όλων, και είναι μια αποθέωση που γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή αν σκεφτούμε πως η πραγματικότητα ξεπέρασε τη φαντασία, όταν μετά από 90 χρόνια, ανοίγοντας το φέρετρο του  Γκόγκολ, βρέθηκε ακέφαλο το σώμα του!!!