31 Οκτωβρίου 2014

Η λέξη του μήνα: γυναικείο στήθος 5.10

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, που έκανε την επιλογή αυτή για το μήνα Οκτώβριο, επέλεξε ένα απόσπασμα (σ. 103-104) από το βιβλίο της Στη μάνα του νερού, εκδ. Το Ροδακιό, 2004.



Στη μάνα του νερού




ΣΕ ΚΑΙΡΙΑ ΘΕΣΗ

Μήπως είναι αυτές που θα τους σταλεί σπίτι μια γνωμάτευση με δυο ή τρία κάθετα γιώτα: επιχρίσματα θετικά για κακοήθεια.
   Χτες η Ανατολή ήταν μία απ’ αυτές. Η μαστογραφία είχε δείξει κάτι, κι ο γιατρός την κάλεσε για να της συστήσει υπέρηχο. Παράξενο πόσο λίγο φοβήθηκε. Μόνο ντράπηκε. Ντράπηκε γιατί αυτή σκάλωσε κάπου. Δεν ήταν όλα τέλεια με το σώμα της. Είχε βρεθεί κάτι, κι αυτό το κάτι έπρεπε να διερευνηθεί. Έβλεπε τα μάτια των γυναικών πάνω της και ντρεπόταν. Ένιωθε στο ύφος της να πυκνώνει κάτι από τη θλίψη και τη στωϊκότητα του πατέρα της, όταν με διαπιστωμένο καρκίνο έτρεχαν για εγχείρηση την πρώτη και τη δεύτερη φορά, κάτι από τη μοίρα του looser.
   H  λαμπρή της υγεία της έδινε τόση χαρά όταν με τεντωμένο το τόξο της μέσης, τη μακριά φούστα και τα σαντάλια της, γεροδεμένη, με κάτι κατακτητικό μέσα της, έβγαινε στον κόσμο. Αυτό το σώμα, αυτό το στήθος, μελιχρό στο άνοιγμα της μπλούζας, όπως των γυναικών στη γειτονιά που χάζευε κορίτσι. Γυναίκα. Δεν ήταν το κορίτσι που ντρεπόταν για το σώμα του. Της άρεσε που είναι γυναίκα, ένα τεντωμένο ελατήριο, ψάχνοντας την ηδονή. Συγκεντρωτική, όλα έπρεπε να γίνουν τέλεια, όλα έπρεπε να περάσουν απ’ αυτήν. Τώρα το τέλος; Χωρίς τον ένα της μαστό τι έρωτες την περίμεναν; Μητρότητα και γεράματα. Αν είναι αρνητικό, θα γίνει μια γυναίκα άλλη. Θα έλεγε αντίο στη μοναχικότητα της συζυγικής εστίας και στον εγωκεντρισμό, θα ζούσε ανοιχτή στον κόσμο και χαρούμενη σαν τσιγγάνα. Έτσι ορκίστηκε.
   Με τον Λευτέρη γυρνώντας το βραδάκι απ’ το Εργαστήριο, βασανίζονταν τι να είναι αυτό το « μόρφωμα». Τίποτε καλό δεν προμηνούσε η λέξη. Το βράδυ εκείνο του είπε πως έπρεπε να χωρίσουν, μόνο αρρώστια, ούτε γέλιο, ούτε χαρά. Θλίψη, δάκρυα κι  αρρώστια. Εκείνος πείσμωσε, μάλωσαν. Τη νύχτα είδαν ο καθένας τους δικούς του εφιάλτες. Το πρωί εκείνη θα πήγαινε να δείξει τις εξετάσεις στο γιατρό τους.
Εντάξει.Και νά ’ρχεσαι μια φορά το χρόνο. Δεν; Όχι. Ήθελε να κλάψει. Βγήκε. Είδε τον Λευτέρη στην είσοδο.Του χαμογέλασε όπως η Τζελσομίνα στη Λα Στράντα, τραγικά. Δακρυόεν γελάσασα. Εκείνος έκατσε σε ένα πεζούλι παραδίπλα, τα ρούχα του ασπρισμένα απ’ τη δουλειά στην οικοδομή. Τον αγκάλιασε. Δεν έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Λευτέρης να διαφεντεύει την οικογένειά του μες στη θύελλα με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση, σαν αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ή ο Λευτέρης-Χριστός, βοσκός, με το αρνάκι του αγκαλιά στους ώμους, εικόνα του κατηχητικού. Ο Λευτέρης, ο δικός της επιτέλους. Τον έσφιξε πάνω της αλλάζοντας κουβέντα κι αυτός αφέθηκε σαν παιδί. Μα δεν έχεις καθόλου κώλο; Πάντα τα παντελόνια σακούλιαζαν πίσω, στη θέση του πισινού. Προχώρησαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν.


Η αντιγραφή του αποσπάσματος  έγινε με  τη φροντίδα της συγγραφέως