31 Ιουλίου 2014

Τζέιμς Μ. Μπάρι, Πίτερ Παν και Γουέντι / Οι αναγνώσεις μας (3ος χρόνος)

Τζέιμς Μ. Μπάρι, Πήτερ Παν και Γουέντι

28/5/2014
Βιβλίο 52ο
Πρόταση της Στεφανίας Βελδεμίρη


Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης, 1911 
σε εικονογράφηση F. D. Bedford















Στεφανία Βελδεμίρη
Ο Πήτερ Παν και η Γουέντι, είναι το αγαπημένο μου βιβλίο, από όλα τα βιβλία του κόσμου. Η γνώμη μου δεν μετράει, λόγω απίστευτης λατρείας που του έχω, αλλά θα σας την πω. Ο Τζέιμς Μπάρι γράφει, εν γνώσει του, έναν λογοτεχνικό θησαυρό και μετατρέπει την ανθρωπότητα σε ένα πειρατικό παιχνίδι, όπου άλλοι θα τον βρουν κι άλλοι όχι. Κάθε μία από τις δεκάδες φορές που έρχεται στα χέρια μου, διαβάζοντας τις πρώτες ακόμη λέξεις, ξεχνάω ότι διαβάζω. Είμαι μέσα στην ιστορία. Δεν ταυτίζομαι με κανέναν ήρωα, είμαι όλοι οι ήρωες. Το μυαλό μου διαλύεται και η καρδιά μου γίνεται θρύψαλα. Όχι σε κείνο ή στο άλλο σημείο, μα ασταμάτητα. Θεωρώ πως πρόκειται στα αλήθεια για μια ιστορία παράφορης αγάπης, μεταμορφωμένης σε κείμενο, που χάρη στην απέραντη τρυφερότητα και την εξυπνάδα αυτού του άντρα, κάποιοι το είπαν παραμύθι. Η παιδική ηλικία, είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούν να ζήσουν οι απρόσμενοι έρωτες των ενηλίκων. Οι ερωτευμένοι, συμπεριφέρονται σαν παιδιά. Είναι ανέμελοι, χαρούμενοι και άκαρδοι. Κάθε περιγραφή της παιδικής ηλικίας, είναι ο τρόπος του Μπάρι να μιλήσει για την αγάπη του.
Είναι όμως ταυτόχρονα και οι παρατηρήσεις ενός άντρα που αγαπάει και συναισθάνεται απόλυτα τα παιδιά. Διακρίνω, πως έχει περάσει άπειρες αληθινές ώρες, παρατηρώντας και παίζοντας, μιλώντας και νοιώθοντας μικρά αγόρια κυρίως, μα και αληθινά κορίτσια. Ο κόσμος των παιδιών του είναι οικείος.
Και μόνο η επινόηση της Χώρας του Ποτέ, θα ήταν αρκετή για να μαγευτώ για πάντα. Το νησί που τα όνειρα των παιδιών συναντιούνται, η συνεύρεση των ανθρώπων, στα όνειρά τους και οι κοινές τους αναμνήσεις εκεί… Το κρυμμένο φιλί, που πλανιόταν στο αόριστα ειρωνικό στόμα της κυρίας Ντάρλινγκ. Το φιλί που μόνο ο Πήτερ πήρε. Λίγα φιλιά είναι τόσο, μα τόσο ακριβά. Όσο για το τελευταίο κεφάλαιο: «Όταν μεγάλωσε η Γουέντι», νομίζω πως περιγράφει πως οι άνθρωποι γίνονται από «μικροί», «μεγάλοι» ή πως είναι όταν οι άνθρωποι, δεν είναι πια παράφορα ερωτευμένοι. Παύεις να πετάς. Σκληρό, χειρότερο από θάνατο. Θα μπορούσα να παραθέσω τις φράσεις που λατρεύω, μα τότε θα έπρεπε να αντιγράψω όλο το βιβλίο.
Όσο για τον Τζέιμς Μπάρι, καθόλου δεν θεωρώ πως ήταν κάποιος που δεν μεγάλωσε ποτέ ή που θα ήθελε να μείνει παιδί. Απεναντίας, εμένα μου μοιάζει σαν κάποιον που έχει βιώσει την οδύνη της ενηλικίωσης. Γίνεται παιδί ζώντας παράφορα και μυστικά ερωτευμένος. Η προσωπική του δυστυχία, οι αρρώστιες του, η άσχημη εμφάνιση του, οι εθισμοί του, δεν του στέρησαν αυτό που λείπει από τα περισσότερα αρσενικά με δυνατότητα αναπαραγωγής. Την ανθρωπιά του. Θεωρώ πως είναι από τους λίγους άντρες που αξίζουν τόσο πολύ να λέγονται έτσι. Πως αλλιώς να μιλήσει κάποιος για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε πέντε ξένα αγόρια; Για κάποιον που ακόμη και σήμερα, νεκρός, βοηθάει ένα νοσοκομείο παίδων;

Εικονογράφηση του F. D. Bedford από την πρώτη έκδοση, πηγή: http://en.wikipedia.org 

Βιολέττα Παπαδοπούλου



Ένα πολύ όμορφο βιβλίο, που μιλάει τόσο τρυφερά για τα όνειρα των μικρών , αλλά και των μεγαλύτερων παιδιών, για την αγάπη της περιπέτειας, αλλά και της οικογένειας-λιμανιού και για τον τρόπο που μπορούν να φυτρώσουν σε όλους μας φτερά και να πετάξουμε όπου θέλουμε, αρκεί να το θελήσουμε και να το τολμήσουμε.
Πολύ ωραία η αφήγηση, γεμάτη χιούμορ και εξυπνάδα και πολύ ζωντανές όλες οι περιγραφές και οι σκιαγραφήσεις των χαρακτήρων των ηρώων.
Δεν μου αρέσει πολύ μόνο που οι γυναικείες φιγούρες είναι καλές μόνο για το μαντάρισμα ή για τα μητρικά καταπιεστικά καθήκοντα, αλλά δικαιολογείται μάλλον από την εποχή που γράφτηκε.

Χριστίνα Βουμβουράκη

Μπίτερ Παν


Τα παιδιά, βιάζονται να μεγαλώσουν.
Θέλουν να γίνουνε μεγάλοι,
με τακούνια και τσιγάρα.
Mε κλειδιά, δυνατοί και σίγουροι.
Να μην δίνουν λογαριασμό, ναι,
να παίρνουν αποφάσεις για τον Ε-ΑΥ-ΤΟ τους. 


Οι μεγάλοι, και τι δεν θα ‘διναν να ξαναγίνουνε παιδιά.
Να γίνουν όλα απλά· γέλιο και παιχνίδι,
να πιστέψουνε στα θαύματα ξανά,
να τρέξουν να κρυφτούν μες στα φουστάνια της μαμάς.
Κυρίως να τους αγαπούν,
χωρίς γιατί και επειδή,
και μόνο που ψελλίζουν «Α-ΤΑ».

Φοβάσαι;
Μη
σε
πιάνει
ΠΑΝ-
ικός! 

Και κάπου εδώ «σκάει μύτη» ο Πίτερ Παν
και αρνείται πεισματικά να μεγαλώσει.
Γελάει, βρίζει· δεν ξέρει να φιλάει.
Εύθυμος, αθώος και άκαρδος είναι,
πολύ Μπίτερ δηλαδή.
Μικρός, πικρός.
-Πετάει ο γάιδαρος;
-Πετάει.

Αγαπώ του Μπάρι τις λέξεις, λιώνω.
Μα παραμύθι δεν ήταν Ποτέ – Ποτέ.
Όπως κι αυτό
· ποίημα δεν είναι.



Και μια εκδοχή της Κατερίνας Βελδεμίρη για το πως έγινε κακός ο Κάπτεν Χουκ:


Κάπτεν Χουκ


Ο Κάπτεν Τζέιμς Χουκ δεν ήταν πάντα κακός πειρατής. Για την ακρίβεια δεν ήταν καν πειρατής. Κάποτε ήταν μέλος μιας αριστοκρατικής οικογένειας. Επίσης ήταν πολύ καλός ζωγράφος. Περισσότερο του άρεσε να ζωγραφίζει τοπία και φανταστικές χώρες. Φυσικά ο πατέρας του έλεγε πως η ζωγραφική είναι χάσιμο χρόνου και έτσι τον έστειλε σε μια σχολή λογιστών.  Όμως ο Τζέιμς μισούσε την οικονομία. Έτσι ένα βράδυ που όλοι κοιμόταν, ο Χουκ πήρε μαζί του τα απαραίτητα και το έσκασε. Πήγε στο λιμάνι και ανέβηκε στο πρώτο πλοίο. Το επόμενο πρωί τον ξύπνησε η άγρια φωνή του καπετάνιου. Ο Χουκ είχε κρυφτεί στο αμπάρι, όμως δεν ήταν η καλύτερη κρυψώνα. Όταν ο Μπιλ Τζόουνς πήγε να πάρει υλικά για ένα καινούριο τατουάζ, τον είδε. Ο καπετάνιος του πλοίου, ο τρομερός Μάγειρας, διέταξε τον Σκαίλάιτς να τον πετάξει στην θάλασσα. Πριν προλάβει καλά καλά να τον ανεβάσει στην σανίδα, το πλοίο του κάπτεν Μόργκαν τους πλεύρισε. Ήθελε να πάρει το πλοίο για τους σκληρούς πειρατές. Όμως ο Μάγειρας δεν θα το επέτρεπε αυτό. Έτσι έδωσαν σκληρή μάχη. Όση ώρα πολεμούσαν, ο Χούκ ζωγράφιζε την τρομαχτική ναυμαχία. Τελικά ο Μάγειρας νίκησε. Ο Τζέιμς, τότε, έδειξε την ζωγραφιά του κι εκείνος εντυπωσιάστηκε. Του είπε ότι μπορούσε να μείνει στο πλοίο και να ζωγραφίζει τις μάχες του, και έτσι και έγινε. Μετά από μήνες, όταν οι πειρατές πήγαιναν στο μαύρο κάστρο για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό του κάπτεν Λούμπρι, ένα ιπτάμενο αγόρι επιτέθηκε στο πλοίο. Καθώς ο Χουκ τον ζωγράφιζε τού έκοψε το χέρι και το πέταξε σε έναν μεγάλο κροκόδειλο. Μέχρι και το ρολόι του έφαγε. Ο Χουκ θύμωσε τόσο πολύ, που υποσχέθηκε να σκοτώσει αυτό το αγόρι. Πέταξε τον Μάγειρα στη θάλασσα, του πήρε το πλοίο, και από τότε ο Κάπτεν Χουκ κυνηγάει τον Πήτερ Παν.


ΥΓ Η Κατερίνα έχει ακούσει το παραμύθι Πήτερ Παν και Γουέντι δεκάδες φορές. Όταν ήταν ακόμη 3 χρονών, για 2 χρόνια, χειμώνα- καλοκαίρι, ήταν ντυμένη Πήτερ Παν και κυκλοφορούσε με ένα σπαθάκι στο χεράκι. Τώρα μεγάλωσε, το διαβάζει μόνη της, όποτε θέλει, και προσπαθεί, με αγάπη, να καταλάβει την κακία και το μίσος .