25 Ιουλίου 2014

John Steinbeck, "Τα σταφύλια της οργής" / Οι αναγνώσεις μας (2ος χρόνος)

  John Steinbeck, Τα σταφύλια της οργής

Ξενόγλωσσος τίτλος:The Grapes of Wrath
Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης
Εκδόσεις Γράμματα, 2006

3/9/2012
Βιβλίο 18ο
Πρόταση της Κωσταντίνας Χονδρογιάννη



Μαρία Τριανταφυλλίδου 
Ας ξεκινήσουμε με ερωτήσεις:
·         Γιατί ο τίτλος «Τα σταφύλια της οργής»; Αναφέρεται μόνο σε ένα σημείο του βιβλίου αυτούσια ενώ άλλη αναφορά στα σταφύλια από τον παππού της οικογένειας δεν φαίνεται να έχει σχέση με τον τίτλο.
·         Είναι η ιστορία ατελής; Δεν βλέπουμε την οικογένεια να φτάνει κάπου, να βρίσκει δουλειά και να στήνεται στον νέο τόπο ένα σπιτικό, αλλά ούτε και να επιστρέφει πίσω.
·         Πολύ αργή η εξέλιξη. Υπήρχε λόγος; Σε δύο τόμους ή σε ένα πολυσέλιδο βιβλίο διαβάζουμε για τη μετακίνηση μιας οικογένειας και για κάποια δεινά που της τυχαίνουν στο δρόμο. Είναι απαραίτητη τόση πολυλογία; Τόση ανάλυση; Θα μπορούσε να περιοριστεί στο μισό!
·         Πολύ λεπτομερής στις περιγραφές του ο συγγραφέας. Μας βοηθάει κάπου αυτό;

Κι ας έρθουμε στο προκείμενο:
Πολύ καλές οι περιγραφές του, λεπτομερείς χωρίς να κουράζουν, ομολογώ τις πρόσεξα ιδιαίτερα στην αρχή, με απασχόλησε το παιχνίδι αυτό, αλλά στην εξέλιξη της ιστορίας επικεντρώθηκα σ’ αυτή και όλα τα υπόλοιπα, απλά, ήταν μέρος της τεχνικής του συγγραφέα που δίνει ένα βιβλίο –δυστυχώς- επίκαιρο ακόμα.
Δεν έχει πλούτο λέξεων, κύριο όμως χαρακτηριστικό του, δομικό στοιχείο στο έργο του Στάινμπεκ είναι η λεπτομέρεια, η λεπτομερής περιγραφή και καταγραφή, σαφής καταγραφή της πραγματικότητας, νατουραλιστική γραφή. Περιγράφει αναλυτικά –πάλι το λέω, κύριο και έντονο χαρακτηριστικό του– με λεπτομέρειες, για την τσίκλα του οδηγού σελ. Α/17, 18, 19, 20 -δεν μας αφήνει να την ξεχάσουμε- δίνοντας στοιχεία της καθημερινότητας, της συνήθειας, σχηματίζοντας, πλάθοντας εικόνες για την πλοκή, για την εξέλιξη του έργου που φαίνεται να είναι άσχετες, και όμως είναι σχετικές –κινηματογραφικός–, για τη μέλισσα που με τρόπο «ο οδηγός σήκωσε το χέρι του, την έσπρωξε με προφύλαξη προς το ρεύμα του αέρα, που την παράσυρε έξω από το παράθυρο», σελ. Α/19, για τη γόπα που ο Τζόουτ «την έκανε μπαλίτσα και την έβγαλε απ’ το παράθυρο αφήνοντας τον άνεμο να τη ρουφήξει μες’ από τα δάχτυλά του», σελ. Α/23, για την ακρίδα σελ. Α/24, για «ένα σύννεφο σκόνη, που κρεμόταν πίσω του χαμηλά πάνω στη γης», σελ. Α/29, για «μια σκελετωμένη και σκονισμένη ιτιά» που «έριχνε τον πιτσιλωτό της ίσκιο» σελ. Α/30, για… «την ώρα που έφτασε το καμιόνι ο ήλιος έγερνε ματώνοντας με το ηλιοβασίλεμα τη γης» σελ. Α/135, και συνεχίζει ανάλογα και επίμονα...  
Περιγραφικός εξαιρετικά και στους ήρωές του: στον Τομ Τζόουτ, σελ. Α/15, τον αιδεσιμότατο Κέιζυ, τον πατέρα Τομ, τη μητέρα, τον παππού, τη γιαγιά, και τους άλλους της οικογένειας, δίνει σχεδόν πιστά την εικόνα τους.
Μοιράζει τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά σ’ αυτούς, θηλυκούς και αρσενικούς, όμως, ξεχωρίζει τον «άντρα» της οικογένειας, ακόμα από το πρώτο κεφάλαιο, το στήριγμα όλων όταν δε χάνει το ηθικό του, όταν συντροφεύεται στην αγωνία του, και αυτή μετατρέπεται σε οργή, και το επαναλαμβάνει σε διάφορα σημεία του βιβλίου, αλλά κρατάει για τη «μητέρα» τα στοιχεία της ζωής: καθοδήγηση, έγνοια, θυσία, ζωή. Η μητέρα βλέπει το μέλλον, δίνει στο μέλλον, είναι το μέλλον, «το ποτάμι που κυλά» και το ξέρει καλά... σελ. Β/261-262. Εδώ, στο κεφ. 28 βάζει τη μητέρα να κατασταλάζει «Δύσκολο να στο εξηγήσω, είπε. Όλα που μας τυχαίνουνε, μου φαίνεται πως έχουν για σκοπό να τραβάμε όλο και πιο μπροστά. [...] Κοίτα να ζεις τη μέρα που έχεις μπροστά σου, μονάχα τη μέρα που έχεις μπροστά σου» επαναλαμβάνοντας σχεδόν ό,τι και ο ίδιος αναφέρει στο κεφ. 14 «...ενώ οι θεωρίες αλλάζουν και καταρρέουν, ενώ οι διάφορες φιλοσοφίες, οι σχολές και οι στενοί και σκοτεινοί λαβύρινθοι της σκέψης, εθνικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί, ακμάζουν κι έπειτα παρακμάζουν, ο άνθρωπος τραβάει μπρος, προχωρεί σκοντάφτοντας, με κόπο, κάποιες φορές και λαθεμένα. Αφού κάνει ένα βήμα, τυχαίνει να γλιστρήσει προς τα πίσω, μα μόνο μισό βήμα, ποτέ ολάκερο το βήμα...».
Βέβαια, στο ίδιο κεφάλαιο, το 14, μιλάει για τη μεταβολή που αρχίζει, εξηγεί τις αιτίες και τα αποτελέσματα... Πόσο προφητικός μπορεί να είναι άραγε... ακόμα και στο σήμερα...
Στο κεφάλαιο 3 επιλέγει μια χελώνα να πρωταγωνιστεί, τη βάζει σχεδόν στο μικροσκόπιο, σ’ έναν αγώνα επιβίωσης, τον αγώνα της τον παντοτινό, λειτουργώντας διττά και κυρίως ενεργώντας συμβολικά: η κίνηση αργή, όπως αργά εξελίσσεται όλη η ιστορία, ατέλειωτα και ατελείωτα· γιατί έτσι είναι η ζωή στη μεγαλοσύνη της(!). Δίνονται επίσης συμβολικά από τον συγγραφέα τρία πρώτα σημεία που θα μας απασχολήσουν στο βιβλίο: «...τώρα πια ήταν εύκολο το περπάτημα (για τη χελώνα αφού βγήκε στο δρόμο) [...] Ερχόταν ένα αυτοκίνητο που το οδηγούσε μια γυναίκα σαραντάρα... είδε τη χελώνα κι έστριψε απότομα δεξιά. [...] Τώρα ερχόταν κατά δω ένα καμιονάκι, και, σαν πλησίασε, ο οδηγός είδε τη χελώνα και λόξευσε να την πατήσει...» σελ. Α28
Στα κεφάλαιο 12 δεν διστάζει, σχεδόν παραληρεί στο λόγο του· ερωταποκρίσεις, συμπεράσματα, απορίες, εξιστορήσεις, μηνύματα· φαίνονται ασύνδετα, αλλοπρόσαλλα, και όμως δεν είναι, τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη, χωρίς λόγο. Μιλάει με λεπτομέρειες αχρείαστες νομίζεις, ίσως να μην καταλαβαίνεις πού ακριβώς αναφέρεται, επαναλαμβάνει τα ίδια, δεν διστάζει να επαναλαμβάνει τα ίδια, ακόμα και τρεις φορές, ακριβώς τα ίδια, για να αναγκαστεί να τα εντυπώσει ο αναγνώστης, να μην περάσουν απαρατήρητα, και αυτή είναι τεχνική του –όχι η μόνη. Και είναι μικρά αυτά τα κεφάλαια, γιατί αυτή η «δόση» πρέπει να είναι μικρή, σύντομη, γιατί σταλιά σταλιά πρέπει να σταλάξει στη συνείδηση ή στο ασυνείδητο η «ουσία».
Το βιβλίο του έχει δομή: έχει αρχή, αιτία, έχει εξέλιξη, δράση, όμως, λείπει το τέλος· ή μήπως δεν λείπει; Τούτο αν θεωρήσουμε ότι το κεντρικό νόημα του βιβλίου περιγράφεται στα κεφάλαια όπου δεν συμμετέχουν οι ήρωές του, όπου δεν βρίσκεται η πλοκή, ότι η «ουσία» βρίσκεται στο ότι «όταν σταματήσει ο κινητήρας κάποιου τρακτοριού αυτό μένει νεκρό όπως το μέταλλο που το γέννησε» σελ. Α163,κεφ. 11, ότι «οι αιτίες είναι βαθιές και απλές –αιτίες είναι η πείνα ενός στομαχιού πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο, η πείνα μιας ψυχής, πείνα για χαρά, για ασφάλεια, πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο...» κλπ ότι «αν μπορούσατε να καταλάβετε πως ο Πέιν, ο Μαρξ, ο Τζέφερσον, ο Λένιν ήταν αποτελέσματα, όχι αιτίες», σελ. Α 210 και Α213, κεφ. 14, ότι «εύφορη γη, ολόισιες αράδες, δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελλάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δε βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά –πέθανε από υποσιτισμό– γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.» σελ. Β165, κεφ 25, ότι «Ένας άνθρωπος που ‘χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στ’ αλέτρι κι έπειτα για τ’ αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τ’ αφήσει να ψοφήσουνε της πείνας όσον καιρό σταματά η δουλειά. Εκείνα είν’ άλογα –εμείς είμαστε ανθρώποι» σελ. Β276 κεφ. 29, ότι «ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεοκοπία και μες στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο» σελ. Β165, κεφ. 25.      
Ξεκινάει με μια βροχή που δεν έπεσε, που ξέρανε τη γη και σκόρπισε τους ανθρώπους και... οι «Γυναίκες και παιδιά κατάλαβαν βαθιά μες στην ψυχή πως καμιά δυστυχία δεν είναι αβάσταχτη όσο οι άντρες δε χάνουν το ηθικό τους. Οι γυναίκες μπήκαν πάλι στο σπίτι και ξανάπιασαν τη δουλειά τους...», σελ. Α12-13, και τελειώνει με μια βροχή που πλημμυρίζει τον τόπο, που παρασύρει, που καταστρέφει, που διώχνει, που σκοτώνει, που οργίζει, που φοβίζει και... «οι γυναίκες στέκονταν αμίλητες και παρακολουθούσαν και όπου οι άντρες μαζευόντανε πολλοί μαζί ο φόβος έφευγε απ’ τα πρόσωπά τους κι έπαιρνε τη θέση του η οργή και οι γυναίκες αναστέναζαν με ανακούφιση...» σελ Β276.
Στα 30 κεφάλαια του βιβλίου ξεχώρισα έναν περίεργο ιστό τακτά, τακτικά να υφαίνεται στην εξέλιξή του. Τα κεφάλαια 2, 4, 6, 8, 10, 13, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30 μεγάλα, γεμάτα κίνηση, δράση, αναφέρονται αποκλειστικά στη μυθιστορία, στην πλοκή του έργου, με τους ήρωές του να ζουν, να βιώνουν τον ξεσηκωμό, τη μετανάστευση, να πάσχουν στους κύκλους της ζωής, μια μεγάλη οικογένεια, μια κοινωνία σε σμίκρυνση. Δοκίμασα να διαβάσω μόνο αυτά και η ιστορία κυλάει αβίαστα, χωρίς ερωτηματικά.
Ξεχώρισα τα κεφάλαια 1, 5, 7, 9, 12, 15, 17, 19, 21, 23, 27 που σε μέγεθος όχι μεγάλο, αναπτύσσουν και εξηγούν την ιστορία γενικά, έχουν ήρωες που λειτουργούν μονάχα επεισοδιακά για την εξυπηρέτηση ενός λόγου, πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού ακόμα. Δοκίμασα να διαβάσω μόνο αυτά και, ναι, υπάρχει εξέλιξη –δεν είναι μυθιστόρημα βέβαια–μάλλον εκεί είναι συμπυκνωμένη η ουσία.
Ανάμεσα σ’ αυτά, πέντε κεφάλαια, τα 3, 11, 14, 25, 29, μικρά, που δεν ξεπερνούν τις 4,5 σελίδες το καθένα, σκορπισμένα ανάμεσα στα άλλα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επιγραμματικά. Σ’ αυτά, έντονα κοινωνικά στην μεταφορά ή στην κυριολεξία τους, ανακαλύπτουμε τον συγγραφέα να φιλοσοφεί, λυρικός ενίοτε, αναλυτικός μα και συνθετικός συνάμα, ορθολογικός, να αρχίζει με ψιθύρισμα για να καταλήξει με βροντερή τη φωνή, να μεστώνει λόγο δυνατά πολιτικό, να κραυγάζει με τεκμήρια για πανανθρώπινες αξίες και δικαιώματα και υποχρεώσεις.  
Εκεί ανακαλύπτουμε τον τίτλο του βιβλίου που αλλού ακροθιγώς αναφέρεται στους ήρωές του: στον παππού «κατ’ ευφημισμόν», αλλά στον πάστορα, στον Τομ, και σ’ άλλους στην κυριολεξία η αναφορά του. Όμως εδώ η συσχέτιση είναι άμεση με την εισαγωγή «Πατάει στο λήνο στοιβαγμένα τα σταφύλια της οργής» από τον Θούριο της Δημοκρατίας της Julia Ward Howe που τεκμηριώνεται με τον παραλληλισμό του οργισμένου λαού με τον ίδιο το Θεό –καθόλου βλάσφημο κατά τη γνώμη μου– στην «απορία» του Ησαΐα , Κεφ. 63 «...διατί σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ; [...] καὶ κατεπάτησα αὐτοὺς τῇ ὀργῇ μου καὶ κατήγαγον τὸ αἷμα αὐτῶν εἰς γῆν.» (Γιατί είναι ερυθρά τα ιμάτιά σου και τα ενδύματά σου γενικώς σαν να βγήκες από πατητήρι, όπου πατιούνται σταφύλια; [...] και εν τη δικαία μου οργή τους καταπάτησα, έχυσα το αίμα αυτών κάτω στη γη.) και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη «καί αὐτὸς πίεται ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ Θεοῦ τοῦ κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ποτηρίῳ τῆς όργῆς αύτοῦ,» (και αυτός θα πιει από το κρασί του θυμού του Θεού, που ανόθευτο βρίσκεται μέσα στο ποτήρι της οργής του.) Δεν διάβασα κάτι για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά το βρίσκω φυσιολογικό για έναν Αμερικανό να έχει μέσα στο μυαλό του ρήσεις θρησκευτικού περιεχομένου.
Όμως, επιλέγει να δώσει τη «λύση» μέσα στην πλοκή του μυθιστορήματος, καθώς ο ρόλος της μητέρας, ζωοποιός, είναι ίσως η κορυφαία στιγμή από τις πολλές που το βιβλίο θέλει να μας δώσει, αποδίδοντας φυσικά και το σκοπό του μυθιστορήματος. Αποκαθιστά την εικόνα της κόρης που ως μητέρα πια δίνει ζωή. Το αινιγματικό χαμόγελο αφήνει περιθώριο για πολλές ερμηνείες και ίσως και το τέλος της ιστορίας, το «τέλος», τον σκοπό. Πόσο λίγα λόγια λένε πόσο πολλά! 
Εξαιρετική η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη. Μετέφερε αριστοτεχνικά το ιδιωματικό λεξιλόγιο όπου έπρεπε, απέδωσε το έργο σ’ εμάς σαν πρωτότυπο. Εξαιρετικός!
Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να το διαβάσω στην αρχική του έκδοση.
Θα το αδικούσα να το δω σαν θεατρικό έργο· θεωρώ ότι ως ταινία μόνο μπορεί να αποδοθεί –μέρος του πάλι– το έργο του συγγραφέα. Ίσως είναι αυτός ο λόγος που η ταινία που ήδη κυκλοφορεί να υπολείπεται τόσο πολύ του βιβλίου.
Μένουν στα μάτια μου η σκηνή του «ταξιδιού» της χελώνας και η τελική σκηνή, εστιάζοντας, ζουμάροντας, στα πρόσωπα. Οι ζωντανοί οργανισμοί είναι που θα με ενδιέφεραν πολύ, η μεγέθυνση της συμπεριφοράς τους, η συγκέντρωση στις κινήσεις τους, το καθρέφτισμα του «μέσα» τους στο «έξω» τους, αν ήμουν σκηνοθέτης...
Θέματα προς συζήτηση:
· Αυτοδιοικούμενη κοινωνία: υπάρχουν όροι; όρια;

·Μητριαρχία: πότε υπήρξε, πού, γιατί; Εξαλείφθηκε από τους τόπους εφαρμογής της; γιατί;  Αιτιολόγηση στη θετική ή στην αρνητική απάντηση ανά περίπτωση.
·Διακύμανση της οικονομίας, χρονική μετεξέλιξη, ο πλούτος σε λίγους ή σε πολλούς; Αιτίες, συνέπειες.

Χριστιάνα Βέλλου
Το μυθιστόρημα αναφέρεται στην εσωτερική μετανάστευση αγροτικών οικογενειών προς την «γη της επαγγελίας», την Καλιφόρνια, στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αρχές της δεκαετίας του 1930. Εξιστορεί με συγκλονιστικό τρόπο τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την εξαθλίωση μιας οικογένειας που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, η οποία παρόλα αυτά επιβιώνει. Μέσα από την ιστορία παρακολουθούμε πως γίνεται το πρώτο βήμα από το εγώ στο εμείς, και θεωρώ ότι είναι ένας ύμνος στις αρχές και τις αξίες της οικογένειας. Ο συγγραφέας, για να αποδώσει με ρεαλισμό την ιστορία, έζησε ένα διάστημα σε μια τέτοια κοινότητα, εικάζεται δε ότι είναι «ωραιοποιημένη» εικόνα της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σάλο στην αμερικανική κοινή γνώμη όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο. 
Την πρώτη φορά που διάβασα το μυθιστόρημα ήμουν 17 χρονών και το βρήκα πολύ δυνατό, είχα επικεντρωθεί όμως στο τεχνικό κομμάτι: ωραίες περιγραφές, υψηλά νοήματα, δυνατοί χαρακτήρες, ρεαλιστική γραφή, απρόβλεπτο  και συγκλονιστικό τέλος. Άξιζε που το διάβασα 40 χρόνια μετά: άλλη αίσθηση, άλλη οπτική και πολύ επίκαιρο, διαχρονικό θάλεγα.  Έχει βρεθεί κανείς σας τις τελευταίες εβδομάδες στα γραφεία του ΟΑΕΔ με τις ατελείωτες ουρές νέων που κάνουν αιτήσεις στις δημόσιες προκηρύξεις για μια θέση στον ελληνικό,  «πυρωμένο»  από κάθε άποψη ήλιο; Έχετε  προσέξει την απελπισία, την απογοήτευση και την οργή στα βλέμματα αυτών των παιδιών; Δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους φτωχούς και ταλαίπωρους αγρότες  του Στάϊνμπεκ του 1930, που λυσσαλέα παλεύουν για να εξασφαλίσουν το μοναδικό γεύμα της μέρας τους. 
Στο κεφάλαιο 7 ο συγγραφέας αναπτύσσει απλά αλλά αριστοτεχνικά τις θεμελιώδεις τεχνικές του «μαγικού κόσμου» των πωλήσεων που ακολουθούμε όλοι πια σήμερα. Στο κεφάλαιο 25,  με λυρική γραφή, μας δίνει τις αρχές της παγκοσμιοποίησης (κάπως έτσι ξεκίνησε): «ο μόχθος που κάνουν οι ρίζες των αμπελιών, των δέντρων, πρέπει να καταστραφεί για να κρατηθούν ψηλά οι τιμές», «γίνεται ένα έγκλημα εδώ που ξεπερνάει κάθε καταγγελία. Είναι μια συμφορά που δεν μπορούν να τη συμβολίσουν τα δάκρυα... τα παιδιά που πεθαίνουνε από πελλάγρα πρέπει να πεθαίνουνε γιατί δεν μπορούν να δώσουν κέρδος τα πορτοκάλια.  Και οι αστίατροι πρέπει να συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά -πέθανε από υποσιτισμό- γιατί η τροφή πρέπει να σαπίσει, πρέπει να την κάνουμε να σαπίσει». Άξιζε που το ξαναδιάβασα, και τώρα μπορώ να πω ότι το έζησα το βιβλίο, το χόρτασα. Νομίζω πως είναι καλό  να ξαναγυρνάμε που και που σε βιβλία που διαβάσαμε όταν ήμασταν νέοι, εκτός των άλλων, η εσωτερική διαδρομή, που γίνεται σε άλλη ηλικία, μπορεί να φέρει εκπλήξεις. Κρατώ δύο φράσεις συνθήματα:
«Πως  μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τη ζωή μας;»
«Στον κόσμο των αφεντικών ήμαστε όλοι μετανάστες».
Το βιβλίο γυρίστηκε ταινία με τον παραπλανητικό τίτλο «Λεωφόρος 66», λόγω του ανατρεπτικού θέματός του, με πρωταγωνιστή τον Henry Fonda στον ρόλο του γιου Τόμ Τζόουτ, ο οποίος υπήρξε υποψήφιος για Όσκαρ.

Χριστίνα Βουμβουράκη
Αν με το κλείσιμο ενός βιβλίου το βλέμμα σου καρφώνεται αόριστα στο κενό και αρχίζεις να αναρωτιέσαι από τι είναι άραγε να είναι φτιαγμένο ένα αριστούργημα, ε, τότε προφανώς μόλις έχεις διαβάσει ένα. Και αν προσπαθούσα να δώσω μια κάποιαν άλλη απάντηση, μια σταλιά πιο προσωπική, αριστούργημα είναι κάτι θαυμαστό που με περιέχει σε όλες μου τις διαστάσεις.

 Παρόλο που η απόσταση μου από τον τόπο και το χρόνο δράσης και γραφής του μυθιστορήματος είναι αγεφύρωτη, με ότι αυτό συνεπάγεται, από την αδυναμία σύλληψης της «αμερικανοσύνης» ως την έλλειψη ουσιαστικής βιωματικής σύνδεσης με τον σωματικό μόχθο που καρπίζει τη γη, τα «σταφύλια της οργής» παραμένουν ζουμερά, γεμάτα αρώματα και γεύση μεθυστική. Κι όμως, νοιώθω πως δεν είναι οι ομοιότητες και οι αντιστοιχίες της σύγχρονης οικονομικής κρίσης με αυτήν της εποχής της "Μεγάλης Ύφεσης", που επικαιροποιούν τα ζητήματα που τίθενται στο πλαίσιο της αφήγησης, ούτε αυτά που καθιστούν το συγκεκριμένο έργο τόσο απρόβλεπτα κοντινό. Είναι που ο Σταϊνμπεκ κατόρθωσε να κάνει μια εντυπωσιακή βουτιά στην ανθρωπινή φύση και να διαχειριστεί την αδυναμία, την απελπισία και τον φόβο, αναδεικνύοντας τόσο αφοπλιστικά την περηφάνια και την ελπίδα. Είναι που εντός της έχει κρυφτεί η πιο αληθινή προσευχή και έχει χωρέσει η πιο ασύλληπτη προσφορά που έχω ποτέ συναντήσει στο δρόμο μου. Η προσευχή που γεννιέται, όταν οι προσευχές έχουν πια στερέψει, και η πρόσφορα που έρχεται, όταν πια κανείς δεν έχει τίποτα να δώσει. Σίγουρα, πολύ σίγουρα, θα τα πάρω μαζί μου και θα τα φυλάξω στο δικό μου Χάντσον Σούπερ-Σιξ, που παραφορτωμένο προς το άγνωστο τραβάει.

Στεφανία Βελδεμίρη
Το είχα διαβάσει πρώτη φορά, πριν 25 χρόνια, αλλά δεν θυμόμουν τίποτα, εκτός από ότι είχα ερωτευτεί έναν τύπο από αυτό το βιβλίο πάρα πάρα πάρα πολύ, δεν θυμόμουν όμως ούτε ποιόν, ούτε γιατί. Τώρα, που το ξαναδιάβασα, ήμουν σίγουρη πως θα καταλάβαινα ποιος ήταν, γιατί θα ξαναερωτευόμουν ακριβώς τον ίδιο. Τον Μιούλυ. Γιατί δεν έκανε ότι όλοι οι άλλοι, μα ακριβώς το αντίθετο. Έμεινε γιατί αυτό ήταν το σωστό, το δίκαιο όπως το ένιωθε, αγνοώντας τη λογική της μάζας, μια λογική πανικού, καλά σπαρμένη και οργωμένη από τους άρχοντες, που το φευγιό των ανθρώπων ήταν η πλούσια σοδειά τους. Αγνοώντας την πείνα και όλες τις φυσικές ανάγκες του, ακόμη και τις αγάπες του, έμεινε πιστός στο δικό του εσωτερικό δίκαιο. Έγινε αγρίμι. Και έκανε και καψόνια στους αστυνομικούς. Τι άλλο να θέλει ένα κορίτσι; Τι θα γινόταν αν όλοι όλοι διάλεγαν να γίνουν αγρίμια; Θα νικούσαν, γιατί, ως γνωστόν, τα άγρια διώχνουν τα ήμερα.

Η ιστορία είναι συγκλονιστική. Το βιβλίο είναι αυτό που λέμε κλασσικό αριστούργημα. Ντρέπομαι να μιλήσω για γλώσσα και ύφος γιατί είμαι παντελώς άσχετη, διαισθάνομαι πως είναι σπουδαία, όμως, πολύ μεγάλα όπλα του συγγραφέα, και αν φέρουμε στη λέσχη κανέναν φιλόλογο να μας ξεστραβώσει, υπόσχομαι να μελετήσω και να μάθω. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ξαφνικά υπήρχαν τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο, σφήνες στις περιγραφές και στο μυαλό της «άλλης πλευράς», των νομοταγών πολιτών. Όσο και να είχες εξοργιστεί, εκεί έβγαινες από τα ρούχα σου. Το θέμα: η μετανάστευση και οι μετανάστες. Από σταθερός και καθαρός,  όπως είσαι, μετακινούμενος, βρώμικος και με αλλαγές, που σε κάνουν άλλον. Μαθαίνεις με ταχύρυθμα μαθήματα «πώς να βάζεις νερό στο κρασί σου», σε όλα τα πεδία ζωής, δράσης, σκέψης και ακόμη ακόμη συναισθήματος. Μερικές φορές χρειάζεσαι τόσο νερό, που δε σου φτάνει ούτε όλη η θάλασσα.

Με συγκλόνισε η χελώνα και ο τρόπος που την παρακολουθούμε μέσα στην ανάγνωση, την κίνηση, τους τρόπους της και τη διαδρομή της. Είναι, στο σύντομο διάστημα που αναφέρεται, ένα μικρό βιβλίο που θα λάτρευα αν ένωνα όλα τα κομμάτια που αναφέρονται σ’ αυτήν. Για μένα, η διαδρομή της χελώνας είναι η διαδρομή της οικογένειας Τζόυντ. Το καβούκι της είναι το αμάξι, και το σώμα της τα μέλη της οικογένειας. Η διαδρομή τού κάθε μετανάστη. Ίσως η διαδρομή τού καθενός. Προδιαγεγραμμένη. Μπορεί να μπαίνουμε σε τσέπες, να μας τυλίγουν σε ρούχα, να μας πηγαίνουν δώρο σε παιδιά, αλλά η πορεία πορεία…

Το Ρόδο της Σαρών, ζωγραφιά για το βιβλίο Τα σταφύλια της οργής
Το ρόδο της Σαρών, η Ρόζα, με συγκλόνισε, επίσης, όπως χρησιμοποιήθηκε. Είναι, ας πούμε, κομπάρσος, αλλά παίζει καλύτερα από τους πρωταγωνιστές. Το ταξίδι ξεκινάει με την εγκυμοσύνη της και τη φρεσκαδούρα της σκέψης, συνήθως τυφλής από νεανικό έρωτα, παράφορα συναισθήματα, ορμόνες που χορεύουν εν αγνοία της, και πασπαλισμένη με μπόλικη γλυκιά αφέλεια, γλυκιά γιατί είναι αθώα. Στην πορεία η αφέλεια εξαφανίζεται μαζί με την αθωότητα, όπως πρέπει να γίνεται σαν μεγαλώνεις, και η Ρόζα μεγαλώνει σε μια στιγμή, όταν καταλαβαίνει πως είναι μόνη της πια. Η πορεία του ταξιδιού των Τζόϋντ είναι η και η πορεία της εγκυμοσύνης ενός τριαντάφυλλου. Μόνο που, αντί να γεννήσει κόκκινο χρώμα και άρωμα με τη μορφή μωρού, γεννάει μπλαβιασμένο θάνατο, ένα πατσαβούρι από σάρκες. Το κορίτσι που πρέπει να θηλάσει τη ζωή, χαρίζοντας το γάλα της στο στόμα του μωρού της, θηλάζει το θάνατο, στραγγίζοντας το γάλα της στο γερασμένο στόμα του. Τη χελώνα και την Ρόζα ζωγράφισα, γιατί πολύ τις αγάπησα. Αλλιώς. Ο καπιταλισμός, τα πρώτα βήματα, οι καταστροφικές του συνέπειες και οι ταξικές διαφορές, για αρχάριους. Μια παραβολή, ένα μάθημα, που η σχολική (κοινωνική) τάξη, στην οποία απευθύνεται, μένει επί χρόνια στην ίδια τάξη, γιατί αντί να καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω της, να διαβάζει όχι μόνο κατανοώντας, αναλύοντας και σχολιάζοντας, αλλά αλλάζοντας τη ζωή της, όπως π.χ. να κάνει παρέλαση με όμορφα όπλα στις χαζοπόλεις και να οργανώνει αγώνες σκοποβολής, οργανώνει, όλο πρωτοτυπία, νύχτες για το φεγγάρι και τέτοια, την ίδια ώρα που της ξεσκίζουν τις σάρκες. Δεν έμαθε τη λύση στο μεταναστευτικό, που είναι να έχει ανοιχτές τις πόρτες των σπιτιών της και να τρώει, να κοιμάται και να παίζει με τον κάθε ξένο που το θέλει και το χρειάζεται. Και μαζί του να μοιραστεί τα πάντα, και ενωμένοι να κάνουν κόντρα στη σκοποβολή, για εξάσκηση τα σαββατοκύριακα, που αλλιώς είναι σκέτο μπλιαξ... Η άλλη τάξη, όμως, οι πλούσιοι, που είναι και έξυπνοι, διάβασαν και συνετίστηκαν. Άλλαξαν ρότα. Έδωσαν στον φτωχό εχθρό τους, σπιτάκι και αμαξάκι και μηχανάκι, και τον έμαθαν να μαζεύει πράγματα, χιλιάδες πράγματα, όσο πιο φτωχός τόσο πιο πολλά πράγματα έχεις σπίτι σου, κάνεις και συλλογές και θέλεις να τα διατηρήσεις όλα αυτά, να μαζέψεις κι άλλα, και οι ξένοι είναι κακοί και βρώμικοι, θα στα πάρουν, κλείδωσε την πόρτα σου το βράδυ, 3-4  φορές - μακάρι να γυρνούσε κι άλλο το κλειδί. Να φοβάσαι όλη μέρα. Πάρτι κάνουν και γελάνε με τις επιτυχίες τους οι τραπεζίτες. Και το γέλιο μακραίνει τη ζωή, ο φόβος τη μικραίνει. Πόσο έξυπνοι, πόσο έξυπνοι οι κακοί.

Εκείνον τον πρώτο οδηγό τρακτέρ, που σκέφτηκε πως θα φάνε τα 3 παιδάκια του, χωρίς να τον νοιάζουν τα 15 που θα έμεναν στο δρόμο, έπρεπε να τον είχαν σταματήσει. Και τον επόμενο και τους αστυνομικούς, που θα ερχόταν να τους συλλάβουν, κι αυτούς. Και τον τραπεζίτη, που είναι υπάλληλος και έχει κι αυτός παιδάκια, και εκτελεί εντολές, για να τα έχει με όλα τα καλά τους, και αυτόν. Και όλους τους ομοίους τους. 

Οι Τζόυντ έκαναν το ταξίδι τους, από τη απόγνωση στην απόλυτη απόγνωση. Σειρά μας τώρα. Το λάτρεψα και επειδή η λέξη κόκκινο αναφέρεται 118 φορές. Όσο πιο πολλές φορές λέει τη λέξη κόκκινο μια σελίδα, τόσο πιο πολύ μου αρέσει. Αγαπημένη μου σελίδα η 90, γιατί λέει 9 φορές κόκκινοι, κόκκινοι, κόκκινοι, κόκκινοι


Βιολέτα Παπαδοπούλου
Τι να πρωτοπεί κανείς για ένα αριστούργημα, που περιγράφει τον πόνο του απλού ανθρώπου, μπροστά στον διωγμό από την εστία του, την απόλυτη απελπισία μπροστά στην φτώχεια, την πείνα, τον θάνατο, από την ανάλγητη συμπεριφορά των ανθρώπων που τα έχουν όλα και δεν θέλουν να μοιραστούν τίποτα!
Υπέροχες περιγραφές της γης που έζησε ο συγγραφέας, στην Καλιφόρνια, τις αγωνίες των αγροτών για τη σοδειά τους, την αλλαγή των εποχών, την αλλαγή στον τρόπο καλιέργειας με τα τρακτέρ, το κάρπισμα της γης, τα ζώα (όπως η χελώνα που συναντάει στο δρόμο του ο Τζο, στην αρχή της περιπλάνησης του). 
Εύστοχες αναφορές στον ιερωμένο που δεν ξέρει τι να ψάξει πια μέσα από τη θρησκεία και βρίσκει την παρηγοριά μόνο μέσα από την κοινωνικότητα και το "δόσιμο" στους ανθρώπους ("Η ψυχή είναι μία, όλης της ανθρωπότητας").
Αξίζουν: 
  • Οι αναφορές στις τράπεζες-τέρατα
  • Οι αναφορές σχετικά με την ιδιοκτησία ("Αν ένας έχει ένα χτήμα που δεν το δει ποτές, τότε αυτός είναι το χτήμα. Είναι δούλος της περιουσίας του" - "Η πλεονεξία σας απολιθώνει μια για πάντα στο εγώ και σας χωρίζει απ' το εμείς")
  • Ο τρόπος που πωλούν με ψέματα οι πωλητές, το σύγχρονο μάρκετινγκ κυρίαρχη μορφή.
  • Σε όλο το έργο η γυναίκα είτε σαν μητέρα, που στηρίζει και καθοδηγεί όλη την οικογένεια, είτε σαν έγκυος γυναίκα-επίτοκος γυναίκα, που στο τέλος είναι αυτή που με το γάλα της δίνει ελπίδα και ζωή στον πεινασμένο και ετοιμοθάνατο άντρα.
  • και τέλος όλα που μας τυχαίνουν, μου φαίνεται πως έχουν για σκοπό να τραβάμε όλο και πιο μπροστά.
Να φοβάσαι τη μέρα που ο συνειδητός άνθρωπος θα πάψει ν' αγωνίζεται και να πεθαίνει για μιαν ιδέα, γιατί αυτή και μόνο είναι η ιδιότητα του ανθρώπινου συνειδητού.


Αρχοντούλα Διαβάτη
ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ, ΓΗ ΑΠΟ ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ

Μ’ένα βιβλίο μεγαλώνει ο κόσμος. Ένα λυσάρι είναι για να δεις πιο καθαρά τον εαυτό σου μες στον κόσμο- αυτό το πράγμα λοιπόν είναι η ζωή!
Βραβείο ΠΟΥΛΙΤΖΕΡ στον ΤΖΩΝ ΣΤΑΙΝΜΠΕΚ για  ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ, την απεικόνιση του αμερικάνικου καπιταλισμού ,όπως χτίζεται σιγά σιγά κι η καλλιέργεια της γης γίνεται βιομηχανία .Μεγαλογαιοκτήμονες και τραπεζίτες που επενδύουν στις μηχανές-  τρακτέρ που εκτοπίζουν τους νοικάρηδες της γης, τους ξεριζώνουν από τη γη τους- την ΟΚΛΑΧΟΜΑ συγκεκριμένα- και τους πετάν στο δρόμο σε μια φυγή προς τα μπρος, τη γη της επαγγελίας, την Καλλιφόρνια.. Εκεί υπάρχουν δουλιές, φρούτα, ελπίδες. Η μεγάλη οικογένεια των Τζόουτ βγαίνει κι αυτή στο δρόμο .Πατέρας, μητέρα, παππούς και γιαγιά, γιοι και κόρες μαζί κι ένας ιδιότυπος πρώην ιερέας, μπαίνουν στον αγώνα με άλλους πεινασμένους κι αναγκεμένους μαζί – δι’ ελέου και φόβου περαίνοντας την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν -μέχρι να « μεστώσει η οργή και τα σταφύλια της οργής να βαρύνουν για τον τρύγο».Μια ανήλεη οδύσσεια που δεν οδηγεί πουθενά – αλλά ο δρόμος αυτός είναι ήδη η κατάκτησή τους, είναι η γνωριμία με τον εαυτό τους και τη δύναμή τους, καθώς παλεύουν ασυμβίβαστα αλλά με αξιοπρέπεια  να δώσουν νόημα και σκοπό στην ύπαρξή τους, να στηρίξουν την οικογένεια και το γείτονα – άλλοι συνειδητά – όπως ο Ο’ΚΕΙΖΥ και ο ΤΟΜΜΥ αργότερα - κι άλλοι  από έμφυτη καλοσύνη, όπως η μητέρα , ένας ήλιος για την οικογένειά της, διδάσκοντας ανθρώπινη ομορφιά κι αλληλεγγύη, μια αληθινή επίγεια θεότητα. Μυρωδιές τηγανισμένου χοιρινού και διαπεραστική μυρωδιά του καφέ και περιγραφές της φύσης και των ανθρώπων με χιούμορ,γνώση και σοφία , η χάρη της κλασικής λογοτεχνίας. Μια μαυρόασπρη παιδική ζωγραφιά με σινική μελάνη το καραβάνι των ανθρώπων με καύσιμο την ανάγκη που όλο και βαδίζει μπροστά,  έχει γίνει από τον ΤΖΩΝ ΦΟΡΝΤ μια αξεπέραστη ταινία το 1940.