Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Τσίχλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Τσίχλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Νοεμβρίου 2021

Τώρα διαβάζουμε (169 βιβλίο): Ogawa Yoko, "Η αστυνομία της μνήμης"

 


Τετάρτη 17 Νοεμβρίου / Βιβλίο 169
Συνάντηση μέσω ΖΟΟΜ
Μιλάμε για το βιβλίο της  Ogawa Yoko, "Η αστυνομία της μνήμης"
Το βιβλίο πρότεινε η Κατερίνα Τσίχλα

«Ακόµα κι αν εξαφανιστεί το χαρτί, οι λέξεις θα παραµείνουν». Καπέλο, κορδέλα, πουλί, τριαντάφυλλο...
Σ’ ένα νησί χωρίς όνοµα, διάφορα πράγµατα χάνονται το ένα µετά το άλλο· αποφασίζεται να εξαφανιστούν από τη ζωή των ανθρώπων και όλοι οφείλουν να τα ξεχάσουν για πάντα. Όσοι δεν συµµορφώνονται κινδυνεύουν να συλληφθούν από την αστυνοµία της µνήµης. Όταν µία νεαρή συγγραφέας ανακαλύπτει ότι ο επιµελητής της κινδυνεύει να συλληφθεί –επειδή εκείνος δεν ξεχνά και του είναι πολύ δύσκολο να κρύβει τις αναµνήσεις του–, θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει. Μαζί, καθώς ο φόβος και η απώλεια σχηµατίζουν ασφυκτικό κλοιό γύρω τους, θα προσκολληθούν στη λογοτεχνία ως τον τελευταίο τρόπο διατήρησης του παρελθόντος. Τι θα γίνει όµως όταν αρχίσουν να εξαφανίζονται και τα βιβλία; Ποιος ξέρει τι θα εξαφανιστεί στη συνέχεια;
Η Αστυνοµία της µνήµης είναι ένα βιβλίο για τη δύναµη της µνήµης και το τραύµα της απώλειας, µια αλληγορική ιστορία, ένα αιχµηρό σχόλιο για τους σκοτεινούς κρατικούς µηχανισµούς παρακολούθησης και επιτήρησης.

«Το µυθιστόρηµα της Ογκάουα ανακαλεί µεν το 1984 του Τζορτζ Όργουελ του, το Φαρενάιτ 451 του Ρέυ Μπράντµπερυ και τα Εκατό χρόνια µοναξιά του Γκαµπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αλλά διαθέτει εντελώς δική του φωνή και δύναµη». Time
«Aριστούργηµα... Ένα µυθιστόρηµα που µας κάνει να βλέπουµε διαφορετικά... Ένα σπάνιο έργο µε θαρραλέα οπτική». The Guardian
«Εξαιρετικά πρωτότυπη συγγραφέας». Paul Auster
«Ήρεµα συγκλονιστικό... Η Ογκάουα βρίσκει νέους τρόπους για να εκφράσει παλιές ανησυχίες σχετικά µε τον αυταρχισµό, τη λεηλασία του περιβάλλοντος και την προθυµία της ανθρωπότητας να είναι συνεργός στον όλεθρό της». The Washington Post
«Μια αριστοτεχνική δυστοπική ιστορία... µουδιάζει το κορµί από τον τρόµο». The New York Times Book Review
«Ένα καυστικό µυθιστόρηµα από µια άκρως ταλαντούχα συγγραφέα... Σκοτεινό και µεγαλόπνοο». Publishers Weekly
«Η Ογκάουα αποκαλύπτει µια σιωπηλή ανυπακοή ενάντια σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς· το τεράστιο ταλέντο της λειτουργεί εδώ σαν µεγεθυντικός φακός για τις προσπάθειες των ανθρώπων που επαναστατούν µε τρόπο αθόρυβο». The Japan Times

Η Γιόκο Ογκάουα γεννήθηκε το 1962 στην Οκογιάµα της Ιαπωνίας και σήµερα ζει στο Χιόγκο. Από τις σηµαντικότερες σύγχρονες συγγραφείς της χώρας της, έχει τιµηθεί µε όλα τα σηµαντικά λογοτεχνικά βραβεία

Πηγή φωτο και κειμένου: https://www.patakis.gr

31 Δεκεμβρίου 2019

Συγγραφικές καταθέσεις μελών της Λέσχης Ανάγνωσης

Πηγή φωτο: https://www.ianos.gr
Η Λέσχη Ανάγνωσης της ΕΡΤ3 αποχαιρετά το 2019 με τις συγγραφικές καταθέσεις μελών της. Πρόκειται για την  νουβέλα "ΛΑ μινόρε" που κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, και την υπογράφουν οι: Χριστίνα Βουμβουράκη, Νίκος ΜατενίδηςΚατερίνα Τσίχλα και Παντελής Τρακίδης (το μυθιστόρημά του "Σκλάβος της Ελευθερίας" εκδόθηκε το 2016 από τις εκδ. Πηγή). Είναι η πρώτη κοινή παρουσία για το "Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής" της Λέσχης, που συντονίζει (από το 2018) η πεζογράφος και ποιήτρια Γεωργία Μακρογιώργου. Επίσης, ο Νίκος Ματενίδης συμμετείχε στον διαγωνισμό διηγήματος του "Ιανού" και το διήγημά του είναι μεταξύ των 55 διηγημάτων που βραβεύτηκαν και δημοσιεύτηκαν στον συλλογικό τόμο "Αντιθέσεις". 
Ούριος άνεμος να πνέει πάντα στα πανιά τής συγγραφικής τους δημιουργίας!!!

4 Ιουνίου 2019

148 Βιβλίο - Rachid Benzine, "Νουρ, γύρνα στον κόσμο"

μετάφραση: Κλαιρ Νεβέ, Μανώλης Πιμπλής
Μεταίχμιο, 2017

 

Πρόταση Κατερίνας Τσίχλα
Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019, στις 7 μ.μ.
στο ΜoMus - Mουσείο Σύγχρονης Τέχνης (εντός ΔΕΘ)

Ο Rachid Benzine (γαλλομαροκινός, γεννημένος το 1971 στο Μαρόκο) είναι ισλαμολόγος, δουλεύει πάνω σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη ερμηνευτική του Κορανίου. Είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Aix-en-Provence και στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Louvain στο Βέλγιο. Επίσης είναι υπεύθυνος της σειράς Islam des lumieres στις εκδόσεις Albin Michel. Έγραψε και ο ίδιος πολλά βιβλία για το Ισλάμ.

Ένας σπαρακτικός διάλογος ανάμεσα σε δύο υπάρξεις που δεν μπορεί να απαρνηθεί η μια την άλλη: έναν πατέρα, ανοιχτόμυαλο ισλαμολόγο, και τη νεαρή κόρη του, που εγκαταστάθηκε στο Ιράκ και προσχώρησε στον ISIS. Η αγάπη που τους ενώνει παραμένει πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο, ωστόσο όλα τους χωρίζουν. Το κριτικό πνεύμα του πατέρα στρέφεται εναντίον του και οι αρχές στις οποίες πίστευε γίνονται όπλα στα χέρια της ίδιας του της κόρης. Ένα συγκλονιστικό επιστολικό μυθιστόρημα γραμμένο στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 13ης Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ
«Εσάς τους τζιχαντιστές σας φοβίζουν οι ερωτήσεις; Αλλά αν φοβάστε τον Αλλάχ, τότε φοβηθείτε και μήπως λαθεύετε στις πεποιθήσεις σας και ψάξτε ταπεινά. Ο Αλλάχ δεν θα σας προσάψει κάτι γι’ αυτό, το αντίθετο. Το Κοράνι το διατυπώνει ξεκάθαρα όταν λέει ότι ο Αλλάχ θα στρώσει τον δρόμο προς τον Παράδεισο σε όσους αναζητούν. Η αποστολή μας ως ανθρώπων δεν είναι να βρίσκουμε απαντήσεις, αλλά να ερευνούμε. Οι μουσουλμάνοι καλούνται να είναι ταπεινοί ερευνητές και όχι παπαγάλοι που παπαγαλίζουν ασταμάτητα διάφορες ανοησίες. Το ξέρεις καλά, μικρή μου Νουρ· το αντίθετο της γνώσης δεν είναι η άγνοια, αλλά οι βεβαιότητες. Αυτές οι βεβαιότητες που σας οδηγούν σήμερα κατευθείαν στην κόλαση».
Η ΚΟΡΗ
«Μου μιλάς για υποτιθέμενους φόνους που έχει διαπράξει το Ισλαμικό Κράτος. Δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα από τόσο μακριά, μιλάς σαν τα δυτικά μίντια. Και πώς γίνεται να θέλεις να μου δώσεις μαθήματα για τη Φαλούτζα; Όλοι εδώ θυμούνται εκείνο το αμερικάνικο αεροπλάνο, το 1991, που έριξε βόμβα μες στην αγορά… Και μιλάς τώρα για σφαγές; Χίλιοι τετρακόσιοι νεκροί με μία και μόνη αμερικάνικη βόμβα! Γυναίκες που ψώνιζαν απλώς με τα μικρά παιδιά τους να τις συνοδεύουν…
Τι μπορεί να κάνει γι’ αυτούς η φιλοσοφία σου, μπαμπά; Έλα μαζί μας εδώ, τουλάχιστον για να δεις τα πράγματα από κοντά. Για να θέσεις τις πεποιθήσεις σου σε δοκιμασία, εσύ που τόσο αρέσκεσαι στην αμφιβολία και που πάντα προτιμούσες τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις».

Πηγή βιοεργογραφικού:  https://www.metaixmio.gr και http://www.biblionet.gr

1 Απριλίου 2019

135 βιβλίο - Ζοζέ Σαραμάγκου, «Το ταξίδι του ελέφαντα»




135 Βιβλίο
Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2018
Πρόταση Χριστίνας Κελεσίδου


Κατερίνα Τσίχλα 
Ένα ιδιαίτερο δίδυμο, τετράτονος μάλλον υπάκουος και συμπαθής γκρίζος ελέφαντας και ο κατ’ επάγγελμα φροντιστής του, κάνουν το δεύτερο μεγάλο τους ταξίδι. Έχουν έρθει από την Ινδία στη Λισσαβόνα, ζωντανό αξιοθέατο για την αυλή του βασιλιά, κόσμημα για τη ματαιοδοξία του. Είναι μονόδρομος για τις ικανοποιημένες ματαιοδοξίες, να δημιουργούν την ανάγκη για απαλλαγή από αυτές. Έτσι ο βασιλιάς μεταμφίεσε τη βαρεμάρα του σε προσφορά για έτερο υψηλό πρόσωπο, άφησε να φανεί κροκοδείλια συγκίνηση αποχωρισμού, γιατί πως αλλιώς να χαρακτηρίσουμε ένα αίσθημα που εμφανίζεται μόνο για λίγο την ώρα του αντίο, και ξαπόστειλε τον ελέφαντα για ένα ακόμα ταξίδι, διαγώνια της Ευρώπης με προορισμό μια νέα βασιλική αυλή, των κυρίαρχων Αψβούργων στη Βιέννη. Στρατιωτική συνοδεία ετοιμάστηκε, ετοιμοπόλεμη για να αντιμετωπίσει από λύκους και καιρικά φαινόμενα έως ανταρσίες και αποκλίσεις. Ο πόλεμος άλλωστε ήταν και η μόνη και για όλα απάντηση των ανθρώπων, μ αυτόν δικαιολογούσαν τον λόγο της ύπαρξης τους αφού ζούσαν με την ικανοποίηση ότι θα μπορούσαν να βρεθούν στη μηχανή του. Ο Ινδός συνοδός του ελέφαντα, Χριστιανός από επάλειψη, αναγκασμένος να παίξει το παιχνίδι της ζωής, ελισσόταν όπως τα κατάφερνε για να αντιμετωπίσει από τον άγνωστο σ΄ αυτόν καιρό, ως τον άγνωστο τόπο και κυρίως τα άγνωστα ανθρώπινα τερτίπια. Ο καθολικισμός εκβίαζε για να νικήσει στη μάχη με τον νέο Λούθηρο και κατασκεύαζε προσωρινές αναστολές των φυσικών νόμων, επίσημη ορολογία για το θαύμα που τραβιέται από τα μαλλιά. Το ταξίδι έφτασε στο τέρμα του, αφού ο ελέφαντας πρόλαβε να δει τον εαυτό του να γλιστρά σε αλπικά φαράγγια και να του ξύνουν κομμάτια πάγου από τη ράχη του, περιπέτειες πολύ μακρινές από αυτές που είχε γεννηθεί για να ζήσει. Ολοκλήρωσε τη διαδρομή ευγενικός, συναισθηματικός, ηρωικός, όπως καθόλου δεν του αναλογούσε, αλλά τα απέδειξε όλα σε πείσμα και σε διαφορά της αναμφίβολα ανθρώπινης μικρότητας. Το άδοξο του δικού του τέλους, έφερε και την συνεπή απώλεια του συντρόφου του. Και αυτά όχι την ώρα της δράσης για να την στιγματίσουν με αποτυχία αλλά μακριά από τα φώτα της, μόνο για να δείξουν το σύντομο τέλος κάθε διαφορετικού.
Ο Ζοζέ Σαραμάγκου, με το χαρακτηριστικό άπνοο τρόπο γραφής του, μας μεταφέρει στις συνήθειες του 16ου αι., στην Ευρώπη των μοναρχών, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της πολεμικής χαράς ως κρατικό μέρισμα για τις ζωές των υπηκόων. Χρησιμοποιεί τον σαρκασμό και το χιούμορ του και τους ατελείωτους συμβολισμούς του για να μιλήσει για μια σκοτεινή περίοδο που η βασιλεία και ο καθολικισμός σκότωνε κάθε ίχνος ελευθερίας. Και όλα αυτά με όχημα έναν ελέφαντα, πλάσμα που δεν ανήκε εξ ορισμού στην εικόνα, για να ρίξει σ αυτήν έναν άλλου τύπο προβολέα και να φανεί το απαράλλακτο της πραγματικότητας.

Βιολέττα Παπαδοπούλου
Ο συγγραφέας, παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας, παρ’ όλη την αγάπη του για τα γράμματα, αναγκάστηκε να τελειώσει το τεχνικό, αντί του κλασικού λυκείου, για να μπορέσει να εργαστεί.
Σαραμάγκου στα πορτογαλικά θα πει άγριο ραδίκι και ήταν ένα ψευδώνυμο της οικογένειάς του, που ενσωματώθηκε τυχαία στο επώνυμό του.
Το 1993 εγκατέλειψε την Πορτογαλία, από εκνευρισμό προς την πορτογαλική εκκλησία.
Αυτοδίδακτος , έγραψε εξαιρετικά βιβλία, καθιερώνοντας ένα δικό του τρόπο γραφής, χωρίς παραγράφους, τελείες, χωρίς κεφαλαία γράμματα.
Και όσο και αν ξενίζει αυτό στην αρχή, η φρεσκάδα του γραψίματος του, η λεπτή ειρωνεία, η σάτιρα της εξουσίας του Κράτους και της Εκκλησίας, κρατούν τον αναγνώστη σε ενδιαφέρον και εγρήγορση από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας που διαλέγει να αφηγηθεί.
Το Ταξίδι του Ελέφαντα συνδυάζει όλες τις παραπάνω αρετές και επιπλέον μας παρουσιάζει την τρυφερή σχέση ενός ελέφαντα με τον μαχούντ του, αλλά και με τους ανθρώπους που τυχαίνει να συμπαθήσει.
Σεβασμός στην ανθρώπινη καλοσύνη, στη φιλία, στον κατατρεγμένο, στην ανωτερότητα της άδολης ψυχής των ζώων, στο μεγαλείο της φύσης.
Χλεύη στις θρησκείες και στους τρόπους που χρησιμοποιούν και κατευθύνουν τις φοβίες των ανθρώπων, για να τους επιβληθούν. Στους άρχοντες , που καλοπερνούν και αυθαιρετούν, χωρίς να υπολογίζουν τη γνώμη κανενός, χωρίς να αναγνωρίζουν την μικρότητά τους ή την αξία ανθρώπων που δεν κατέχουν αξίωμα.
Χαρακτηριστικές φράσεις
«Οι βασιλείς, ο αρχιδούκας, όλοι τους μαχούντ είναι, ανεβασμένοι σε ελέφαντα».
«Είμαστε όλο και περισσότερο, τα ελαττώματα που έχουμε, όχι τα προτερήματά μας».

12 Φεβρουαρίου 2019

134 βιβλίο - Ίβο Άντριτς, «Η Δεσποινίδα»



                                                                                                       


134 Βιβλίο
31 Οκτωβρίου 2018
Πρόταση Άννας Παντζή
                                                                   


Βιολέτα Παπαδοπούλου
Η τραγική ιστορία μιας γυναίκας από τη Σερβία, της Ράικα ή Δεσποινίδος, που εκτυλίσσεται στο Σεράγεβο και στο Βελιγράδι στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η ηρωίδα ζει όλη της τη ζωή στεγνώνοντας την ψυχή της και αφιερώνοντας όλες της τις δυνάμεις στην απόκτηση και συσσώρευση πλούτου, με τοκογλυφία και σκοτεινές συναλλαγές.
Ο συγγραφέας μας την παρουσιάζει από τα παιδικά της χρόνια έως τον θάνατό της, περιγράφοντας πολύ πειστικά τον χαρακτήρα της και τις αιτίες διαμόρφωσης της σκληρής συμπεριφοράς της απέναντι σε όλους, ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό. Ενώ παράλληλα, περνάει μπροστά μας και κομμάτι της ιστορίας των λαών της περιοχής και οι αναταραχές των πολέμων.
Οι μόνες μορφές που μπόρεσαν να την κάνουν την Δεσποινίδα να νιώσει άνθρωπος ήταν ο πατέρας της, που έγινε όμως για αυτήν το αρνητικό σύμβολο που διαμόρφωσε τη ζωή της, ο θείος Βλάντο και ο μπον βιβέρ Ράσκο. Αυτός ο τελευταίος είναι και ο μόνος που κατόρθωσε να την κάνει να χάσει τον έλεγχο του μυαλού της και να νιώσει αισθήματα μητρικά ή και κρυφο-ερωτικά.
Η Ράικα είναι μία μορφή που γεννάει λύπη, απέχθεια, θυμό, αποστροφή, για την τυφλή αγάπη του χρήματος και για την απληστία, που καταστρέφει τον ίδιο τον φιλάργυρο και όλες του τις σχέσεις.
Για την εποχή που αναφέρεται το βιβλίο, επιπλέον αποτελεί και έναν αντιήρωα, που αντιπροσωπεύει όλα όσα οι άνθρωποι θέλουν να ξεχάσουν, μαύρες μορφές που γεννήθηκαν από τις ανάγκες του πολέμου και έζησαν σε βάρος των συνανθρώπων τους, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία τους να καλύψουν έστω τις βασικές τους ανάγκες.
Μου έλειψαν οι δυνατές στιγμές στο βιβλίο, η πλοκή ήταν σε όλη την αφήγηση επίπεδη και πάνω κάτω η ίδια, ενώ η όποια κορύφωση ήρθε στις τελευταίες σελίδες του.


Κατερίνα Τσίχλα
Το βιβλίο του Άντριτς βασίζεται σ ένα πρόσωπο και μια πληγή. Μιλά για την Ράικα και τον συνεχή αγώνα της ενάντια στη χαρά, αντίδραση σταθερή και πάγια που ξεκίνησε από το εφηβικό της τραύμα. Μια ψυχική ζημιά από την αναπάντεχη πατρική οικονομική πτώχευση που όταν έγινε έφερε δύο συνέπειες. Τον θάνατο του προστάτη πατέρα και τον ευτελισμό που ένιωσε το έως πρόσφατα παιδί απέναντι στη ξαφνική φτώχεια. Ντροπή και αναξιοπρέπεια την κυρίευσαν γιατί έτσι εκείνη προσέλαβε την έλλειψη. Ανθρώπινη φθορά που δεν την συγχωρούσε, δεν την αξίωνε σαν κάτι που επιτρεπόταν να της συμβεί. Σαν άνοιγμα πηγαδιού στην ανασφάλεια για την ύπαρξη την ίδια, σαν προσωπική ευθύνη για την διόρθωση του κακού. Και από τότε η δεσποινίδα έδωσε μια μάχη με φανατισμό και ύφος μάρτυρα εναντίον της ζημιάς και της σπατάλης. Έθαψε οριστικά μέσα της κάθε αίσθημα ευσπλαχνίας και μεγαλοσύνης, αγάπης και ευγένειας, βαπτίζοντας τα λόγους και αιτίες για ισόβια καταδίκη στην καταστροφή. Ταύτισε κάθε ευαισθησία με αδυναμία. Ορκίστηκε και κράτησε τον όρκο ότι θα ελέγχει τη ζωή της. Στη μάχη έχασε κάθε ανθρώπινη επαφή, τις θεωρούσε περιττές, έχασε έτσι ακόμα και το όνομα της, άχρηστο χωρίς τους άλλους, αφού ο μόνος κόσμος που αναγνώριζε ήταν αυτός του χρήματος. Προτίμησε να ξοδέψει κάθε προσωπική της δύναμη, κάθε στιγμή ανάπαυσης, κάθε ενδεχόμενο υγείας στο βωμό της αποστροφής για τη σπατάλη. Εκμεταλλεύτηκε κάθε ανθρώπινη ανάγκη στην ευνοϊκή για αυτήν συγκυρία του Μεγάλου Πολέμου για να γεμίσει τις κασέλες της με ληστρικούς τόκους. Μοναδικό ρήγμα, μια υποψία έρωτα για έναν νεαρό, που καθόλου τυχαία της θύμιζε αδιόρατα, ένα χαμόγελο που ερχόταν από την ευτυχισμένη παιδική της ηλικία. Πέφτοντας θύμα του, ο κύκλος ζώσας ζωής έκλεισε με κλειδαριά ασφαλείας.
Το χρώμα της μιζέριας και της ψυχικής φτώχειας αποδίδει ο Άντριτς σ ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται στην εποχή γύρω από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον τόπο που στάθηκε αφορμή για την έναρξη του. Δίνει στον αναγνώστη την μικρή εικόνα της προσωπικής μικρότητας και δυστυχίας, μέσα στη μεγάλη, της πάλης εθνικισμών και θρησκευτικών ιδεολογιών. Με το ύφος του, την επαναληπτικότητα, το περίκλειστο της ατμόσφαιρας και την σκοτεινή σκιαγράφηση του χαρακτήρα της ηρωίδας, πείθει ότι ο εχθρός μπορεί να είναι απολύτως και ο εαυτός.

25 Νοεμβρίου 2018

133 βιβλίο: Πασκάλ Μπρυκνέρ, "Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα"

    





                                                                                       
 Πρόταση Παντελή Τρακίδη

                                                                                                       
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2018



Κατερίνα Τσίχλα

Η λογοτεχνική παγίδα του Μπρυκνέρ εκτυλίσσεται σ’ ένα καράβι που ταξιδεύει. Προορισμός οι Ινδίες, διαλεγμένο σύμβολο προσποιητού φιλοσοφικού ιδεαλισμού για την ευρωπαϊκή μπουρζουαζία. Από εκείνα που καταπίπτουν πριν αλέκτωρ λαλήσει. Ρόλοι για τέσσερις. Ατμόσφαιρα επιθυμιών. Εξομολογήσεις μεταξύ αγνώστων. Ο ένας ανάπηρος. Η νοσηρότητα διαφαίνεται άμεσα και αναγνωρίζεται σωστά. Εγκώμια γυναικείου κορμιού. Πινέλο ζωγράφου σε άσκηση αναπαράστασης γυμνού έργου τέχνης. Πίνακες θυσιαστηρίου ανδρικής ορμής. Κτηνώδης ερωτισμός. Σεξουαλικοί εξτρεμισμοί. Λεκτικές ακροβασίες που εξιδανικεύουν τη σάρκα και την εξυμνούν στα όρια ανακάλυψης νέας θρησκείας. Σκανδαλώδεις σκηνές, επιτηδευμένα χαστούκια στον άσπιλο ρομαντισμό. Σαν διάθεση της αναρχίας να επιβληθεί στον κομφορμισμό, ίσως και στην αγνότητα. Επίθεση κατά της σύμβασης. Παρέκκλιση της κανονικότητας. Πανηγύρι της φαντασίας. Χειροκρότημα της διαστροφής. Εξουσία και υποδούλωση. Η μία ενέχει την άλλη και αντιστρέφονται στροβιλιστά, ανατρέπονται βίαια, μόνο για να ξανά-ανατραπούν. Κατάπτωση, αφορμή απόδειξης ότι η κάθε ανθρώπινη φύση εμπεριέχει εν δυνάμει, σε μορφή σπέρματος, τα συστατικά της κακότητας. Εκδίκηση για τον πόνο του έρωτα. Αδιέξοδο που οδηγεί μόνο σε καινούργιο και μεγαλύτερο. Τελικό όριο, οι πύλες του θανάτου. Γιατί ο έρωτας είναι δυο μοναξιές που ζευγαρώνουν για να φτιάξουν μια παρεξήγηση, στα λόγια του Μπρυκνέρ.

Ο συγγραφέας σοκάρει για να τραβήξει βίαια την προσοχή του αναγνώστη στο θέμα του έρωτα. Τον παρουσιάζει σαν το ανθρώπινο μέσο όπου εκδηλώνεται όχι πια η ανάγκη της τρυφερής αγάπης, αλλά της κατάκτησης πεδίων έξω από τον εαυτό. Την εποχή της κυριαρχίας των αστών, η δύναμη εξασκείται στην καταβρόχθιση του άλλου. Τα «μαύρα φεγγάρια του έρωτα» είναι ένα αιρετικό βιβλίο με φιλοσοφικές γωνίες, μεταμφιεσμένο σε χυδαίο ανάγνωσμα.




Βιολέττα Παπαδοπούλου

Βιβλίο με εξαιρετική γραφή, κατάδυση στα πιο σκοτεινά σημεία του μυαλού και της ψυχής του ανθρώπου.

Με φιλοσοφικούς προβληματισμούς, ανατέμνει τον έρωτα, τις παρεκτροπές του, την αναζήτηση της ηδονής μέσα από ακρότητες, την ανάγκη των συντρόφων να καθ υποτάξουν εντέλει και να υποδουλώσουν ο ένας τον άλλον.

Αποδομείται η έννοια του ζευγαριού, εξετάζονται σε χειρουργικό τραπέζι η πορεία μιας σχέσης, ο αρχικός ενθουσιασμός, η κορύφωσή του και η μίζερη πτώση του, οι υποχωρήσεις που αναγκάζονται να κάνουν οι σύντροφοι για να μείνουν μαζί, από το φόβο της μοναξιάς ή της ματαίωσης.

Και πόσο εύκολα ο Φραντς βασανίζει τη Ρεβέκκα ή το αντίστροφο, αφού το αρχικό πάθος ξεθυμάνει, πόσο καταστροφικά συναισθήματα γεννιούνται στο μυαλό τους, για να ξεκάνουν ο ένας τον άλλον, όταν πια αρχίζει η ανία!

Κάτι που προσπαθούν οι δύο παραπάνω ήρωες να το μεταδώσουν ύπουλα και στο ερωτευμένο ζευγάρι του Ντιντιέ και της Μπεατρίς, που συναντούν τυχαία σε μια κρουαζιέρα και, που στο τέλος, το κατορθώνουν, εξουθενώνοντας τους, ψυχικά, ηθικά και πνευματικά.

Θαυμάσιες περιγραφές και βουτιές στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, στα πάθη του, στις φαντασιώσεις του, στο ευάλωτο της ψυχής του, στη μοναξιά του, στην επιθυμία να εξουσιάσει τους συντρόφους.

Ακόμη και του κοινωνικού κύκλου του Φραντς, των «αριστερών» δήθεν, μεγαλοαστών, που περιφρονούν την κατωτερότητα της μόρφωσης και της καταγωγής της Ρεβέκκας.

Η γυναίκα σε όλο το έργο είναι αδύναμη και ταυτόχρονα κυρίαρχη, καταλύτης των εξελίξεων, με μια αστείρευτη εσωτερική δύναμη.

Ο άντρας, κυρίαρχος δήθεν, βυθίζεται στα πάθη του, αιχμάλωτος του ρόλου που έμαθε, που τον θέλει αποκλειστικό διεκδικητή σε μια ερωτική σχέση.

Η αγάπη, απούσα, από την πλευρά του άντρα, εμφανίζεται στη γυναικεία πλευρά, με διαστρεβλωτικό τρόπο όμως, που στο τέλος τα καταστρέφει όλα. Οι ήρωες παρουσιάζονται χωρίς καθόλου αυτοεκτίμηση.

«Η ελευθερία δεν κερδίζεται, παρά ύστερα από φοβερά παζάρια με τους εσωτερικούς σου δαίμονες, ύστερα από αγώνες και παλινδρομήσεις ατελείωτες».

«Η απάτη είναι το όπλο των αδυνάτων, παιδιών και γυναικών, που κρατούν έτσι για τον εαυτό τους ένα μικρό κόσμο ελευθερίας, σ’ έναν κόσμο που δεν τους δίνει καμία».

«Οι εραστές πρέπει να βάζουν τέρμα στο δεσμό τους από υπερβολική αρμονία, στο αποκορύφωμα του πάθους τους».

19 Οκτωβρίου 2018

132 βιβλίο: Ορχάν Παμούκ, «Ιστανμπούλ»





132 βιβλίο
3/10/2018
πρόταση Χριστιάνας Βέλλου

Βιολέττα Παπαδοπούλου
να βιβλίο-ποίημα για την γενέτειρα πόλη του συγγραφέα, γεμάτο ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Πόλης της νιότης του, με τα βαπόρια της, τον Βόσπορο, την ομίχλη,τα σοκάκια, τα γυαλί, τους φτωχούς ανθρώπους, την μελαγχολία της.
Μια μελαγχολία διάχυτη σε όλο το βιβλίο, που μαζί με την φαντασία και την λυρική αφήγηση του Παμούκ, μας δίνουν ολοζώντανη την εικόνα της Κωνσταντινούπολης των μέσων του 20ού αιώνα.
Του αρέσει ο χειμώνας, το χιόνι, τα καλντερίμια, οι άνθρωποι που τρέχουν να ζεσταθούν, τα σκυλιά στους δρόμους, η θάλασσα, η κουλτούρα του φεγγαριού και οι ζωγραφιές όλων αυτών. Ο Βόσπορος μας λέει είναι η θεραπεία, σε μια πόλη που έχασε την λαμπρότητά της και που φτωχαίνει, μην μπορώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν και στην δυτικοποίηση του σήμερα.
Γίνονται εκτεταμένες αναφορές σε στιγμές της προσωπικής του ζωής, στις σχέσεις με τους γονείς και τους συγγενείς του, που τους περιγράφει με τρυφερότητα και αγάπη, στα σπίτια που μεγάλωσε, όλες με τη ματιά ενός ποιητή ή ενός ζωγράφου.
Κάπου λέει πως «΄Ο,τι κι αν γίνει, ο άνθρωπος στο τέλος μπορεί να πάει να περπατήσει στο Βόσπορο» ή κάπου αλλού ότι» Ο εκδυτικισμός πρόσφερε την απόλαυση σε μένα και σε εκατομμύρια κατοίκους της Ινστανπουλ να βρίσκουν εξωτικό το παρελθόν τους».
Και, εν τέλει, μετά από τις αναζητήσεις του ανάμεσα στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, έγινε συγγραφέας, όπως κλείνει το βιβλίο του.




Κατερίνα Τσίχλα
Ο Ορχάν Παμούκ ολοκλήρωσε το 2003 το βιβλίο του Ιστανμπούλ, μην έχοντας εγκαταλείψει ως τότε ποτέ την γενέθλια πόλη. Αφοσιωμένος παντοτινά σ αυτήν, συνδέει τα χαρακτηριστικά της  με  τον ορισμό της  δικής του υπόστασης και γράφει ένα βιβλίο για την κοινή τους μοίρα.
Το παιδί Ορχάν μεγαλώνει τη δεκαετία του 50 σε μια μεσοαστική οικογένεια που, αναμορφώνοντας την παράδοση της παλιάς οθωμανικής, συγκεντρώνεται σε μια μοντέρνα πολυκατοικία. Η τάση εκδυτικισμού έστησε το σπίτι με αρ νουβό επίπλωση και γιαπωνέζικα παραβάν, κλειδωμένους μπουφέδες και ανέγγιχτο πιάνο, όλα διαθέσιμα για να εκτεθούν πάνω τους κορνιζαρισμένες οικογενειακές φωτογραφίες. Ο συγγραφέας περιγράφει την αίσθηση που αποκομίζει από τις αναμνήσεις του, άθροισμα πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους στιγμών. Τα γιορτινά τραπέζια με το πλήθος των καλεσμένων στο σαλόνι που αργότερα  γινόταν  και πάλι σκοτεινό μουσείο-εκθετήριο. Τα μοναχικά παιχνίδια της ανερμάτιστης φαντασίας του, τα μαχητικά-ανταγωνιστικά με τον μεγαλύτερο αδελφό. Την εικόνα του πατέρα είτε αφιερωμένου στο διάβασμα της εφημερίδας στην ώρα της παρουσίας του, είτε αποτυπωμένη σαν ίχνος στον εκνευρισμό της μητέρας στην ώρα της απουσίας του. Τη δυσαρέσκεια από τους ζωηρούς συζυγικούς καβγάδες, την οικονομική ανασφάλεια των πρώην πλούσιων που έβλεπαν τη σμίκρυνση της περιουσίας τους. Σχολεία και δάσκαλοι, εφηβεία και αναζητήσεις. Ψηφίδες από πολυποίκιλες στιγμές που ο συγγραφέας   βιώνει μάλλον θλιμμένα με φόντο την εξίσου θλιμμένη πόλη του.
Τα χαλάσματα της παρηκμασμένης αυτοκρατορίας εκπέμπουν εγκατάλειψη και μελαγχολία, αίσθηση που ανακατεμένη με τον αέρα της, εισπνέεται από τον Παμούκ αναγκάζοντας τον να την αντιπαλέψει αρχικά, να την αφομοιώσει τελικά. Τη θέση της φθοράς, δεν είχε πάρει ένας καινούργιος δυνατός κόσμος. Η Κεμαλική δημοκρατία έδωσε μια εικόνα εξευρωπαϊσμού και έτσι ο θρυμματισμένος οθωμανικός πολιτισμός εξεταζόταν πλέον για τα εξωτικά χαρακτηριστικά του. Το Βυζάντιο επέβαλε, με τις μνημειακές παρούσες του ομορφιές, να μετατραπεί η πόλη από εθνική σε κοσμοπολίτικη. Όμως η Ιστανμπούλ του 41ου παραλλήλου μοιράζεται με τους εκατομμύρια κατοίκους της τη λύπη για τις νίκες που πέρασαν, για την απώλεια του μεγαλείου. Η φτώχια μαραίνει την πόλη που δεν εμφανίζεται πια σαν ιστορικός, αλλά σαν ξεπεσμένος τόπος με γκριζόχρωμους κατοίκους. Οι δυτικοί περιηγητές, ζωγράφοι, ποιητές, συγγραφείς την αποδίδουν σε άσπρο-μαύρο και τη ψυχή της, τον Βόσπορο, πάντα με λυρικό χρώμα και τοξοειδείς καπνούς από τα φουγάρα των καραβιών, αποκαλύπτοντας έτσι ότι δεν κατοικούν εκεί.
Ο Παμούκ γράφει μια αυτοβιογραφία για τα νεανικά χρόνια της ζωής του, δίνοντας στον αναγνώστη όλα τα στοιχεία  με τα οποία η  ιδιοσυγκρασία της πόλης του, γέννησε τις συνθήκες και τις επιλογές της ζωής του.

5 Οκτωβρίου 2018

131 βιβλίο: Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η Πάπισσα Ιωάννα»

Πηγή φωτο: wikimedia.org
Εμμανουήλ Ροΐδης, "Η Πάπισσα Ιωάννα"


131ο βιβλίο
19/9/2018
Πρόταση του Γιώργου Καλιεντζίδη


Κατερίνα Τσίχλα
Ο  Εμμανουήλ Ροΐδης, πλάθει ή κατά δήλωση του αναπαράγει,  μια σκανδαλώδη ιστορία με σκηνικό τον πρώιμο Μεσαίωνα. Ο χάρτης του τότε  κόσμου  ιχνογραφείται με την Ευρωπαϊκή Δύση στη μια πλευρά, όπου ο στρατηλάτης Καρλομάγνος έχει επεκτείνει τη φραγκική αυτοκρατορία σχεδόν παντού. Σύμμαχο στη μάχη της επέκτασης έχει την παπική συναίνεση. Εκπρόσωπο του Θεού ονόμασε τον Γερμανό κυρίαρχο η παποσύνη και έτσι εξάγνισε αυτόματα τις βάρβαρες μεθόδους, εξασφαλίζοντας  για τον εαυτό της σαν άθροισμα οπαδών τους κυριευμένους  λαούς. Στην ανατολική   πλευρά του κόσμου, στο Βυζάντιο, η εικονομαχία χώριζε τον λαό, ανάμεσα σε κείνους που λάτρευαν το ξύλο της ζωγραφιάς και εκείνους που πολεμούσαν τον κρυμμένο κίνδυνο ειδωλολατρίας. Και άπαξ και ο Ροΐδης ορίζει τη χρονική στιγμή  ξεκινά  να στηλιτεύει με τα γραφόμενα του, με οξυδέρκεια και πνευματώδεις αστεϊσμούς, την ατμόσφαιρα στα  κύρια γεωγραφικά σημεία δράσης της εποχής. Γερμανική Σαξονία, Αθήνα, Ρώμη. Βάζοντας στη θέση της ηρωίδας μια γυναίκα διαφορετική, την παρακολουθεί από τα μικράτα  μέχρι το τέλος της, σατιρίζοντας ανελέητα κάθε τι. Η Ιωάννα γυρνά τη γη, που τότε θεωρείται επίπεδη, κυριολεκτικά ανάποδα. Έτσι πέφτουν όλοι, εκτός από την ίδια που ίπταται ξεπερνώντας με την ευφράδεια, τη σοφία, την πονηριά, την ομορφιά, την διπλωματία και την απατεωνία κάθε μεσαιωνικό εμπόδιο. Σε κάθε πρόταση του βιβλίου, η Ιωάννα κερδίζει τα εύσημα και κατακτά κάθε  περιβάλλον, από εκείνο της λαϊκής αμορφωσιάς έως το παπικό της διαφθοράς, μαζί με όλα τα ενδιάμεσα. Παράλληλα, με φόντο τις περιπέτειες  της, σχολιάζονται ανελέητα τα πάθη της εποχής. Οι μέθοδοι εκχριστιανισμού της βίας και της άγριας καταστολής. Τα μοναχικά τάγματα, μάλλον στρατός παρά γαλήνη. Ο δηλητηριώδης καθολικός κλήρος, η Ρωμαϊκή εκκλησία που πανούργα εν πολλοίς, παράνομη ειδικά, αναγνώρισε σαν συνεχιστή της ρωμαϊκής κληρονομιάς τον Γερμανό βασιλιά αντί του παραδοσιακά δικαιούχου Βυζαντινού αυτοκράτορα. Η κοσμική εξουσία του πάπα, το εμπόριο λειψάνων και αγίων, η σεξουαλική δραστηριότητα  μοναχών και επισκόπων, τα νεοπλατωνικά ομοφυλοφιλικά ήθη των Ελλήνων, η  λατρεία των Εβραίων για τον πλούτο, η απόλαυση που δοκίμαζε ο λαός για την καύση των αιρετικών σαν θέαμα προσφερόμενο για λαϊκή  ψυχαγωγία.  Η Πάπισσα Ιωάννα είναι ένα μυθιστόρημα για τη θρησκεία και τους λόγους της, τον έρωτα και τα πάθη του.  Ο συγγραφέας του, είρωνας, παιγνιώδης, σκωπτικός, χρησιμοποιεί εμπνευσμένα τις λέξεις, τις οργανώνει σε ευφάνταστες παρομοιώσεις και φαρμακερά σχήματα  λόγου. Η γλώσσα του κειμένου δυσκολεύει για τόσες σελίδες όσες χρειάζονται για να την συνηθίσεις και να το απολαύσεις.


Βιολέττα Παπαδοπούλου
Εξαιρετικό βιβλίο, με πολλές ιστορικές αναφορές στον 9ο αιώνα και στην ιστορία της Ευρώπης.
Ο Ροΐδης μας ξεναγεί, αφηγούμενος τις περιπλανήσεις της Ιωάννας, σε μοναστήρια και βασιλικές αυλές, στην Αγγλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, στη Ρώμη και, ειδικότερα, στην έδρα του Πάπα.
Ειρωνικό και πανέξυπνο κείμενο, με συνεχείς εύστοχες παρομοιώσεις, με καυστική κριτική στη θρησκεία, στην εξουσία του κλήρου, με αμφισβήτηση των «καλών» προθέσεων των ιερέων και των μοναχών, των κυβερνώντων, των απλών ανθρώπων και  των γυναικών, μια παρωδία όλων  όσων παραπλανούν και τυφλώνουν τους λαούς, που θέλουν να πλανώνται και να απατώνται, με αντάλλαγμα τη βόλεψή τους  και την ησυχία τους ή και αυτήν ακόμη τη μετά θάνατον σωτηρία!
Χαρακτηριστικό του ύφους του βιβλίου, ένα κομμάτι, όπου αναφέρεται στη ρυπαρότητα του προσώπου του Πάπα, που ήταν το πιο βρώμικο μέρος, αν ήθελε κάποιος να φτύσει, μέσα στον απαστράπτοντα θάλαμο των θαλάμων του.

22 Ιουνίου 2018

130 βιβλίο: Ρούλα Γεωργακοπούλου, «Δέντρα, πολλά δέντρα»

Ρούλα Γεωργακοπούλου, "Δέντρα, πολλά δέντρα"

Εκδόσεις Πόλις, 2018


130ο βιβλίο
20/6/2018
Πρόταση της Αντιγόνης Κούγια-Παπαδάκη

Βιολέττα Παπαδοπούλου

Το πρώτο αυτοαναφορικό μυθιστόρημα της Γεωργακοπούλου είναι ένα βιβλίο τρυφερό και συνάμα, κάποιες στιγμές, ειρωνικό ή σκληρό, με υπόγειο χιούμορ, που αναφέρεται στην αγάπη για την οικογένεια, τη σχέση με τη μητέρα και πώς μεταλλάσσεται με την πάροδο του χρόνου και στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας.
Πώς η κόρη βλέπει σαν θεά τη μητέρα στα πρώτα και στα νεανικά της χρόνια, τι νιώθει για τον πατέρα και τις αδερφές και πώς, με τα χρόνια και την αρρώστια της μάνας, χρειάζεται η κόρη να συμπεριφερθεί πλέον σαν μαμά της μαμάς της.
Η απώλεια των βασικών χαρακτηριστικών των γονέων, με την άνοια περιγράφεται βασανιστική, δίνοντας όμως στη συγγραφέα την ευκαιρία να γνωρίσει και να αγαπήσει και μια άλλη γλώσσα επικοινωνίας, που αναπτύσσεται με την πάσχουσα από Αλτσχάιμερ μητέρα.
Σε συνομιλία της, στον ραδιοφωνικό σταθμό 9.84 του Δήμου Αθήνας, με την Κάλλια Παπαδάκη, η Γεωργακοπούλου ανέφερε πως η γλώσσα καθορίζει τον άνθρωπο και ότι πάντα την ενδιέφερε ο τρόπος που μιλούν οι άνθρωποι, όχι τόσο σε επίπεδο λαθών, όσο στο νόημα που δίνουν σε αυτά που εκφράζουν, κάτι που πραγματεύεται  σε όλο το βιβλίο.
Πολύ συγκινητικό το τελευταίο κομμάτι, με τον αποχαιρετισμό στη μητέρα, με έναν τρόπο εντελώς δικό της, μια γλώσσα ανάμεσα στη μάνα και την κόρη, που δείχνει όλη την τρυφερότητα και την ποιότητα της σχέσης τους.

Κατερίνα Τσίχλα

Φιλιά, πολλά φιλιά είναι η ακριβής μετάφραση στη γλώσσα των γραμμικών μυαλών, η φράση δέντρα, πολλά δέντρα.
Η συγγραφέας–κόρη, το πιο έξυπνο παιδί του κόσμου, μαζεύει τα ρευστά λόγια της  μάνας στο στυπόχαρτο, για να μη γλιστρήσουν στη λήθη, για να γίνει πιο υποφερτό το πένθος. Σκόρπιες αναμνήσεις, χωρίς την αυστηρή γραμμικότητα μιας εξιστόρησης, περισσότερο μια αναπνοή συναισθημάτων. Οι συνειρμοί γλιστράνε ελεύθεροι. Συλλογή στιγμών, σχεδιαστικές μονοκονδυλιές παρελθόντος. Μια μικροχάραξη στο χαρτί, περισσότερο σαν παιδικό σχέδιο, που δίνει εύκολα όλα τα χρειαζούμενα. Η κόρη αναλαμβάνει ρόλο βοηθού σε ηλικία βρέφους, παίρνει τα πρωτοτόκια λίγο μετά την γέννηση της. Διακριτική κόρη, διακριτική μάνα. Και τα δύο μέχρι παρεξηγήσεως. Ευθύνες και αθωότητες λίγο ανάμεικτες. Χρεώσεις και κατηγόριες πουθενά. Δεν περιγράφει στο ρόλο ένα σούπερ είδωλο, μια μητέρα πρότυπο, ένα θαύμα μοντεσσοριανής αγωγής. Μιλά απλά και μοντέρνα συγκινητικά για  μια γυναίκα χαριτωμένα διαφορετική, μάλλον πάντα νέα και πάντα παραπάνω κόρη από ότι μάνα, που η μαγεία του πράγματος την έκανε να είναι  έξω από κανόνες, μοναδικά μοναδική.
Ιχνηλατεί τα πρώτα βήματα της αρρώστιας που προκύπτει σχεδόν φυσικά, και αυτή ακόμα διακριτικά. Υιοθετεί τη μητέρα, αναβάλλοντας την πραγματικότητα και αναλαμβάνοντας τη δέσμευση να δώσει εκείνη την εντολή του θανάτου, την άδεια του θανάτου. Το ύφος άμεσο, αθωώνει τα λάθη από άγνοια, εξυψώνει τη λατρεία από συνείδηση. Η άνοια μετατρέπεται τρυφερά από τρομακτική αρρώστια σε φαντασμαγορία και ευκαιρία  που  γλυτώνει τον τυχερό από τον τρόμο για τον θάνατο που έρχεται. Με τέτοια γλυκύτητα, με τέτοια βρώσιμη νοστιμιά, με τέτοια εθιστική ευφορία. Το βιβλίο περιέχει τόσο αγάπη, ασύμβατη και χειροπιαστή για τη θέση στην καρδιά που έχει η οικόσιτη ευτυχία, σχεδόν σαν δώρο που δίνεται με τη διανομή του.
 Έτσι, και όχι αλλιώς θα έπρεπε να ΄ναι ο κόσμος. Και η πίτα ολάκερη και ο σκύλος χορτάτος.

25 Απριλίου 2018

Τώρα διαβάζουμε (126 βιβλίο): Δημήτριος Βικέλας, «Λουκής Λάρας»

πρόταση της Κατερίνας Τσίχλα

Τετάρτη 25 Απριλίου 2018, στις 7:00 μ.μ.
στο Καφέ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

 

Ο "Λουκής Λάρας", το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Δημητρίου Βικέλα (πρωτοδημοσιεύτηκε στην "Εστία" το 1879 και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες), αποτελεί μοναδικό μνημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας: η δράση του εκτυλίσσεται στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του '21, κεντρικό πρόσωπο, ωστόσο, δεν είναι -παραδόξως- κάποιος γενναίος οπλαρχηγός, αλλά ένας νεαρός και άκαπνος γόνος εμπόρων από τη Χίο, που μέσα στο χάος του πολέμου προσπαθεί να επιζήσει και να ξαναχτίσει τη ζωή και την περιουσία του. Ορμώμενος από την αυτοβιογραφική μαρτυρία του Λουκά Ζίφου, ο Βικέλας δημιουργεί έναν γνήσιο αντιήρωα, που όχι μόνο εκπροσωπεί την τάξη των εμπόρων παραμονές της Επανάστασης, αλλά αντικατοπτρίζει και τα ιδανικά της αστικής κοινωνίας του 1878, μιας εποχής συγκρούσεων και μεγαλοϊδεατικών εξάρσεων.

Δημήτριος Βικέλας (1835-1908). Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1835, καταγόμενος από μεγάλη εμπορική οικογένεια με καταβολές στη Βέροια και αρχικό όνομα Μπεκέλα ή Μπικέλα. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Εμμανουήλ Βικέλας και μητέρα του η Σμαράγδα, κόρη του εμπόρου Γεωργίου Μελά και αδελφή του Λέοντος Μελά. Σε ηλικία τεσσάρων ετών έμεινε για ένα χρόνο στο Ναύπλιο με την οικογένειά του, η οποία ένα χρόνο μετά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα έμαθε κοντά στη μορφωμένη και φιλομαθή μητέρα του, ενώ γενικά η μόρφωσή του δεν υπήρξε συστηματική λόγω των συνεχών μετακινήσεων της οικογένειάς του. Στην Πόλη πέρασε εννιά χρόνια ως το 1849, οπότε επέστρεψε στη Σύρο μαζί με τη μητέρα του και φοίτησε στο Λύκειο του Χ.Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του Εμμανουήλ Ροΐδη, μαζί του εξέδωσε το χειρόγραφο μαθητικό περιοδικό Λυκείου Μέλισσα. Το 1851 σε ηλικία δεκαέξι ετών μετέφρασε το έργο του Ρακίνα Εσθήρ, που ανέβηκε σε σχολική παράσταση και εκδόθηκε στην Ερμούπολη. Τη μετάφραση αυτή απέδωσε ο Βικέλας στον ελβετό Weiss, δάσκαλό του στην Οδησσό. Τον επόμενο χρόνο έφυγε για το Λονδίνο, όπου πέρασε 24 χρόνια της ζωής του, ασχολούμενος με το εμπόριο, εργαζόμενος ως υπάλληλος στο κατάστημα της εταιρείας Ανεψιοί Μαύρου και ως συνέταιρος στον οίκο των αδελφών Μελά. Παράλληλα φοίτησε στο University College, λόγω περιορισμένου χρόνου ωστόσο απέκτησε μόνο Δίπλωμα Βοτανικής. Δεν έπαψε όμως να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, μελέτησε φιλολογία και ιστορία, ενώ έγραψε στίχους και μεταφράσεις ( από τον Όμηρο, τον Θεόκριτο, τον Goethe, τον Alfieri, κ.α.). Στο Λονδίνο ο Βικέλας έδρασε και υπέρ της διατήρησης του ελληνικού χαρακτήρα της ομογένειας, προωθώντας για παράδειγμα την ίδρυση του εκεί ελληνικού σχολείου. Το 1855 επισκέφτηκε την οικογένειά του στην Kωνσταντινούπολη και πήρε μέρος για πρώτη φορά σε ποιητικό διαγωνισμό (τον Ράλλειο με το ποίημα Αναμνήσεις του Πριγκήπου). Ακολούθησαν δημοσιεύσεις ποιημάτων του, άλλοτε στην καθαρεύουσα και άλλοτε στη δημοτική στην Πανδώρα και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1862 δημοσίευσε στο Λονδίνο την ποιητική συλλογή Στίχοι. Το 1859 γνωρίστηκε με τον Αλέξανδρο Δουμά, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του με ατμόπλοιο προς την Αγγλία. Στην Αγγλία παντρεύτηκε την Καλλιόπη Γεραλοπούλου, καταγόμενη επίσης από οικογένεια μεγαλοεμπόρων. Μαζί της ταξίδεψε στην Ευρώπη μέχρι το 1876, οπότε λόγω της πανευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης της περιόδου εκείνης διαλύθηκε η συνεργασία του με την εταιρεία των αδελφών Μελά, και το ζευγάρι επιχείρησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο όμως η επιδείνωση της ήδη διαταραγμένης ψυχικής υγείας της Καλλιόπης, τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο Παρίσι. Εκεί ο Βικέλας ασχολήθηκε ξανά με τη μετάφραση (μεταφράσεις του από έργα του Σαίξπηρ ανέβηκαν στην Αθήνα), με διαλέξεις και αρθρογραφία, ενώ έγραψε επίσης το έργο Λουκής Λάρας που τον καθιέρωσε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Λουκής Λάρας πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εστία το 1879 και τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε αυτοτελώς, ενώ σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές σλαβικές και ευρωπαϊκές γλώσσες. Ως το 1897 ταξίδευε διαρκώς από το Παρίσι προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και αντιστρόφως, ενώ η σύζυγός του ήταν έγκλειστη στο ψυχιατρείο του Ivry. Το 1886 χρονολογούνται τα διηγήματά του Φίλιππος Μάρθας, Άσχημη αδελφή, Ανάμνησις και Παππα-Νάρκισσος. Το 1893 εξέδωσε τον τόμο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, με 23 δοκίμιά του της περιόδου 1860 - 1893, και υπήρξε ηγετικό μέλος της επιτροπής για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Από το 1897 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ως το τέλος της ζωής του προσανατολίστηκε κυρίως προς κοινωφελή έργα, με προεξέχον την ίδρυση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, σε συνεργασία με τον Γεώργιο Δροσίνη. Στα πλαίσια του Συλλόγου εκδόθηκαν πάνω από εκατό τίτλοι βιβλίων ποικίλης θεματολογίας, ιδρύθηκε το Σχολικό Μουσείο, η Σχολική Βιβλιοθήκη, η Συλλογή πινάκων εποπτικής διδασκαλίας, ενώ το 1907 κυκλοφόρησε και το περιοδικό Μελέτη. Το 1904 με πρωτοβουλία του Βικέλα και του πολιτιστικού συλλόγου Παρνασσός συνήλθε στην Αθήνα το Α' Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και ιδρυμάτων από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Την τελευταία περίοδο της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του με τίτλο Η ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις, που εκδόθηκαν το 1908, χρονιά του θανάτου του. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος στην Κηφισιά, έχοντας προλάβει να τοποθετήσει τον θεμέλιο λίθο στη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, το τελευταίο από τη σειρά κοινωφελών έργων που πραγματοποιήθηκαν με τη μέριμνά του. Ο Βικέλας διέθετε πλουσιότατη βιβλιοθήκη, την οποία κληροδότησε στο δήμο Ηρακλείου Κρήτης (πρόκειται για τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη). Η λογοτεχνική παραγωγή του Δημητρίου Βικέλα είναι περιορισμένη σε σύγκριση προς το μέγεθος του συνόλου του γραπτού έργου του. Η ποιητική του παραγωγή ανέρχεται σε σαράντα ποιήματα, στην παράδοση της ρομαντικής ποίησης της Α' Αθηναϊκής Σχολής, για τα οποία ο ίδιος δε φαίνεται να έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έμμετρες μεταφράσεις του, κυρίως εκείνες των έργων του Σαίξπηρ. Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του ωστόσο είναι ο Λουκής Λάρας, ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο σε μαρτυρία υπαρκτού προσώπου, με θέμα τη ζωή ενός έλληνα εμπόρου στις φλόγες της ελληνικής επανάστασης του 1821 και με ιδιαίτερη έμφαση στο επεισόδιο της καταστροφής της Χίου. Η κριτική τοποθέτησε στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ώριμη φάση της ρομαντικής πεζογραφίας της Α' Αθηναϊκής Σχολής και στις απαρχές της ηθογραφικής και ρεαλιστικής πεζογραφικής παραγωγής της γενιάς του 1880, ενώ παράλληλα επισήμανε τις επιρροές του συγγραφέα από τη σύγχρονή του ευρωπαϊκή παραγωγή. Ενδεικτικά των παραπάνω στοιχεία θεωρούνται η επιλογή ενός αντι - ήρωα για τη θέση της κεντρικής φιγούρας του έργου και η γλωσσική έκφραση του Βικέλα, που σταδιακά οδηγείται από την απλή καθαρεύουσα σε μια γλώσσα που προσεγγίζει την καθομιλουμένη της εποχής (το έργο δημοσιεύτηκε αρχικά σε δέκα συνέχειες στο περιοδικό Εστία, και αν και είχε ολοκληρωθεί πριν τη δημοσίευση της πρώτης συνέχειας, ο συγγραφέας επενέβαινε με διορθώσεις και βελτιώσεις). Πολλά έργα του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά Χρυσαλλίς, Πανδώρα, Κλειώ (Τεργέστης) και σε άλλα της Ελλάδας και του εξωτερικού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημητρίου Βικέλα βλ. Δήτσα Μαριάννα, «Δημήτριος Βικέλας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας Ε΄ · 1830-1880, σ.382-409. Αθήνα, Σοκόλης, 1996, Σπεράντζας Σ.Γ. «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ζ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1929, Τερδήμου Μαρία, Χρονολόγιο Δημητρίου Βικέλα. Ηράκλειο, 1991, Φουριώτης Άγγελος, «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Χατζηγεωργίου - Χασιώτη Βικτωρία, «Βικέλας Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).




1 Οκτωβρίου 2017

Η λέξη (40) του Οκτώβρη 2017: η άγνοια

Η λέξη του μήνα της Κατερίνας Τσίχλα








"Η λέξη του μήνα": κάθε μήνα, ένα μέλος της Λέσχης, διαφορετικό κάθε φορά, προτείνει μια λέξη -έννοια ή αντικείμενο- που γίνεται αφορμή για συνειρμούς και "φέρνει" ποιήματα, αποσπάσματα κειμένων, ζωγραφιές, φωτογραφίες, ταινίες, μουσικές και ό,τι άλλο σχετικό βάλει ο νους!







8 Μαρτίου 2017

Τώρα διαβάζουμε (105ο βιβλίο): Χάινριχ Μπελ, «Οι απόψεις ενός κλόουν»




Τετάρτη, 8/3/2017 στις 7 μ.μ. στο Καφέ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Πρόταση της Κατερίνας Τσίχλα 



Οι απόψεις ενός κλόουν
Χάινριχ Μπελ
μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Γράμματα, 1986
252 σελ.


Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογενείας, εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των "ισχυρών" που τους περιστοιχίζουν, και διαλέγει το μόνο επάγγελμα που τον αντιπροσωπεύει: γίνεται κλόουν, δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη, κι έχει μαζί του τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη. Έπειτα από έξι χρόνια δύσκολης συμβίωσης, η Μαρί τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί έναν σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού, κι ο Χανς, που δεν καταφέρνει να την ξεπεράσει, κατρακυλάει σταθερά. Ζητιάνος πια, θα καταλήξει στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης, περιμένοντας τη Μαρί να επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της.

27 Ιανουαρίου 2017

101 Ζαν-Πολ Σαρτρ, «Η ναυτία»





Ζαν-Πολ Σαρτρ, "Η ναυτία"
μετάφραση: Ειρήνη Τσολακέλλη

302 σελ.
101ο βιβλίο
18/1/2017
Πρόταση Χριστίνα Βουμβουράκη

Ταυτότητα και εξώφυλλο βιβλίου από τη βάση της Βιβλιονέτ





Χριστιάνα Βέλλου
Μια φιλοσοφική νουβέλα σχετικά με τον υπαρξισμό και τις βασικές αρχές της ελευθερίας. Η ιστορία ενός Γάλλου συγγραφέα του Αντουάν Ροκεντίν, ο οποίος τρομοκρατημένος από την ιδία του την ύπαρξη, σε μια εκ βαθέων καταγραφή ημερολογιακής φόρμας, αναλύει, χωρίς έλεος, κάθε συναίσθημα και αίσθηση του εαυτού του και των ανθρώπων γύρω του.
Ένα βιβλίο που θα έλεγα ότι δεν διαβάζεται εύκολα. Αν δεν πατάς γερά στα πόδια σου συναισθηματικά για να διαχειριστείς το γεγονός ότι ίσως δεν κάνεις τίποτα άλλο στην ζωή παρά μόνο να υπάρχεις, μην το διαβάσεις. Αν παθιάζεσαι με τις λέξεις και την γοητεία που φέρνει το σκοτάδι και η μοναξιά, τότε μπορεί να είναι και ιδιοφυές. Δεν κατέληξα ακόμη σε πια πλευρά βρίσκομαι διαβάζοντάς το, παρόλα αυτά θεωρώ ότι αξίζει να βρίσκεται στις επιλογές ενός βιβλιόφιλου, μιας και ο Σαρτρ είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του φιλοσοφικού υπαρξισμού και της φαινομενολογίας.

Κατερίνα Τσίχλα
Στο βιβλίο «H Ναυτία» του Σάρτρ η φωνή του αφηγητή κατέχεται, εν είδει ανάγνωσης ημερολογίου, από τον  Αντουάν Ροκαντέν. Ο μυθιστορηματικός ήρωας ακολουθώντας πορεία ανήσυχου και αυτοδιάθετου ερευνητή ζωών και ιστοριών, βρίσκεται στη πόλη Μπουβίλ υπηρετώντας το πάθος της συγκεκριμένης εποχής. Συλλέγει πρωτογενή στοιχεία για τη συγγραφή βιβλίου που αφορά τα μυστήρια της ζωής και της δράσης ενός μαρκησίου του προηγούμενου αιώνα. Το έργο μοιάζει αρχικά να είναι το μοναδικό θέμα που διατηρεί την δομή της ύπαρξης του, ενώ η ημερολογιακή καταγραφή συμβάντων και αντίληψης τους έχει σαν στόχο τον προσδιορισμό της εμπειρίας της παρατήρησης ορίζοντας τα επίπεδα αλλαγών σε εξωτερικό και ενδοσκοπικό περιβάλλον. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σκιαγραφείται ως βαρετή και αδιάφορη. Οι άνθρωποι εμφανίζονται να παίζουν ρόλους επινοημένους και άνευ νοήματος σε ένα σκηνικό ανίας. Προδιαγεγραμμένες κινήσεις κουρντισμένων καρικατούρων όπου οι παραμορφώσεις δεν είναι κωμικές, αλλά τραγικές. Ο ήρωας αποφεύγει τον συγχρωτισμό μαζί τους, διατηρώντας μια πάγια τακτική παραμονής στην «επιφάνεια της μοναξιάς». Η πραότητα του Αυτοδίδακτου τον παρασύρει για λίγο σε μια συναναστροφή που οι ανθρωπιστικές της υποψίες τον απογοητεύουν. Η σκέψη της αμφισβήτησης της αξίας του παρελθόντος τον οδηγεί με αυτόματο τρόπο στην αμφισβήτηση της αξίας του ιστορικού έργου του. Η δυσφορία της απαρέσκειας βαφτίζεται ναυτία και τον ακολουθεί με μη αναστρέψιμο τρόπο. Το πάθος του σβήνει με το μηχανικό τρόπο κλεισίματος διακόπτη και τον οδηγεί στην εγκατάλειψη. Η ομίχλη της αδιαφορίας φωτίζεται αμυδρά από την συνάντηση με την Άννυ, η επιθυμία δεν ακολουθεί. Οι ενορχηστρωμένες τέλειες στιγμές επιβεβαιώνουν την ήδη δοκιμασμένη αποτυχία τους. Εγκαταλείποντας την πόλη, ο πόνος μιας τζαζ μελωδίας γίνεται πόνος πρότυπο ωθώντας τον σε ένα νέο δημιούργημα λέξεων. Ένα μυθιστόρημα που θα υπερβαίνει την ύπαρξη και θα τον συμφιλιώνει με τη ζωή.
Ο Σάρτρ καταθέτει σ’ αυτό το ιδιότυπο μυθιστόρημα του σχόλια για τη συνειδητοποίηση, για την ύπαρξη, την δημιουργία, την αυτογνωσία, το παρελθόν και τους άλλους.

Βιολέττα Παπαδοπούλου
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
Υπαρξισμός - το παράλογο της ύπαρξης.
Οι παραπάνω άξονες είναι αυτοί στους οποίους κινείται όλη η φιλοσοφία του Σαρτρ, που υπήρξε αυτός που έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε το γαλλικό κίνημα του υπαρξισμού.
Ο υπαρξισμός είναι το κίνημα της σκέψης, που προέβαλε την ύπαρξη, σε αντίθεση με την ουσία. Ο Σαρτρ έλεγε ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας.
Δεν δέχεται την ύπαρξη του Θεού και υποστηρίζει την ελεύθερη επιλογή του ατόμου και την αποκλειστική ευθύνη του γι΄αυτή.
Υπήρξε υποστηρικτής του Κάστρο, του Μάο, των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη, της εθνικής ανεξαρτησίας της Αλγερίας.
Αντισυμβατικός, στη ζωή και στο έργο του, στην Ναυτία, αντιμετωπίζουμε την πικρή ειρωνεία του για τους μπουρζουάδες, για τους εργάτες που ανεβαίνουν ιεραρχικά, για τον θεσμό του γάμου, που στραγγαλίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και για τα δικαιώματα των κάθε φύσης αρχηγών που ασκούν εξουσία(όπως πατέρα, συζύγου, πολιτικού, εργοδότη, γιατρών, δικαστών).
Ενδεικτικά, χλευάζει το διάλειμμα της Κυριακής των μπουρζουάδων και των φτωχών, που τη ζουν, ίσα για να πάρουν δύναμη για να ξαναρχίσουν από Δευτέρα την άδεια τους ζωή, (π.χ. μας περιγράφει πόσο καλλιεργημένα γελούν οι πλούσιοι και πώς χαιρετιούνται, βγάζοντας το καπέλο τους).
Επίσης κριτικάρει αρνητικά τον Αυτοδίδακτο, έναν άντρα που διαβάζει μόνο για να διαβάζει, χωρίς να αντιλαμβάνεται τίποτε από την ουσία όλων αυτών, κατακρίνοντας την επιστήμη χωρίς περιεχόμενο.
Οι στιγμές που νιώθει ανεξέλεγκτη ναυτία ο αφηγητής, είναι οι στιγμές που ξυπνάει και του επιτίθεται ανελέητα η κρίση του για όσα βλέπει και ζει στην κοινωνία. Γι’ αυτόν, όλα είναι τυχαία, δωρεάν και ενιαία (η σκηνή του αφηγητή, που νιώθει ενιαία την ύπαρξή του με μια καστανιά).Η ύπαρξη είναι ορισμένη μόνο από την ύπαρξη και είναι άπειρη.
Σε όλο το βιβλίο εμφανίζεται μισάνθρωπος και, όπου υπάρχει χρώμα αυτό είναι μαύρο ή μπλε, ενώ μου δίνει την εντύπωση ότι νιώθει πως έχει όλες τις απαντήσεις. Το μόνο που βλέπει μπροστά του είναι η κατάβαση και ποτέ η ανάβαση. Λέει κάπου πως κάθε ον γεννιέται χωρίς λόγο, παρατείνεται η ύπαρξή του από αδυναμία και πεθαίνει από σύμπτωση.
Η περιστασιακή σύντροφος του αφηγητή, η ΄Αννυ, μιλάει για την κούραση της ηλικίας, για τις προνομιούχες καταστάσεις και τις υπέροχες στιγμές, καταλήγοντας πως τελικά δεν υπάρχει τίποτε, παρά μόνον ο εαυτός μας.
Το μόνο σημείο που εμφανίζεται η αγάπη, είναι, προς το τέλος του βιβλίου, σε ένα ρεφραίν τραγουδιού:
«Κάποια από κείνες τις μέρες
 θα με πεθυμήσεις αγάπη»,
λέγοντας πως ίσως μια μέρα αισθανόταν την καρδιά του (του αφηγητή) να χτυπάει πιο γρήγορα, να έβλεπε τον εαυτό του χωρίς απέχθεια και να έλεγε στον εαυτό του: Είναι αυτή εκεί τη μέρα, αυτή την ώρα που όλα άρχισαν. Και να έφτανε να δεχτεί τον εαυτό του.