Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας
Ξενόγλωσσος τίτλος: Voyage au bout de la nuit
Μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
Εκδόσεις: Εστία, 2007
04-04-2012
Βιβλίο 11ο
Πρόταση της Ιφιγένειας Θεοδωρίδου
![]() |
Lire extraits de nos opinions
à la fin du poste
Traduit de l' Antigone Papadakis
|
![]() |
Read extracts of book reviews
at the end of the post
translated by Christiana Vellou and Xristina Kelesidou
|

Ιφιγένεια Θεοδωρίδου
«Υπάρχουν κάποιες λέξεις κρυμμένες ανάμεσα στις άλλες, σαν χαλίκια. Δεν τις ξεχωρίζεις εύκολα, να όμως που σου κάνουν όση ζωή διαθέτεις να τρέμει σύγκορμη, στο κάθε δυνατό κι αδύνατο σημείο της… Τότε πλακώνει ο πανικός… Μια πλημμυρίδα… Μένεις εκεί δα σαν κρεμασμένος, πάνω απ΄ τις συγκινήσεις… Είναι μια θύελλα πάρα πολύ σφοδρή για σένα, τόσο άγρια που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο μόνο και μόνο με τα συναισθήματα… Άρα, δεν φυλαγόμαστε ποτέ αρκετά απ' τις λέξεις, ιδού το συμπέρασμά μου».
Διαλέγω τα λόγια του Σελίν για να περιγράψω τα συναισθήματά μου από την ανάγνωση του κορυφαίου και συγκλονιστικού μυθιστορήματός του «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».
Ο Λουί Φερντινάν Ντετούς (Σελίν ήταν το όνομα της γιαγιάς του), στο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», με εύστοχη πέννα ανατέμνει μέσα από την ιστορία του στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την εμπειρία του στην Αφρική, μετέπειτα στην Αμερική και την επιστροφή του ξανά στη γενέθλια πόλη-χώρα, την «πυώδη επιφάνεια της κοινωνίας και της ανθρώπινης ψυχής»*. (*Γιώργης Βύρων Δαβός)
Σελίδα σελίδα, εισχωρεί μέσα μας και μας κυριεύει κυριολεκτικά. Το ύφος του αξεπέραστο. Η πρόζα του, αιχμηρή, αθυρόστομη, εύστοχη, κυνική και ερμητικά πεσιμιστική. Η ασύλληπτη ωμότητα της γλώσσας του, βλάσφημη και απελευθερωτική.
Ο νεαρός Μπαρνταμού θα καταταγεί στο στρατό για να πολεμήσει εναντίον των Γερμανών, για να δει αν είναι έτσι όπως τα έλεγαν με τον Αρθούρο Γκανάτ. Και άμα είδε κατά που τραβούσε το πράγμα, είπε: «Δεν έχει πια πλάκα! Γράψε λάθος!» Κι έκανε να του δίνει. Μα ήταν αργά! Πιάστηκε στη φάκα, σαν τα ποντίκια. Όπου θα βιώσει τον παραλογισμό, την φρίκη και την ανοησία του πολέμου. Στο ιδεώδες του πολέμου αντιτείνει γλαφυρά και εύστοχα: «…να υπερασπισθούμε τη γαλλική φυλή! –Το ’χει όντως μεγάλη ανάγκη η γαλλική φυλή, δεδομένου ότι δεν υφίσταται! […] Η φυλή, όπως έτσι την αποκαλείς, είναι απλώς όλο τούτο το συνονθύλευμα στο γένος μου των κουρελήδων, των τσιμπλιάρηδων, των ψωριάρηδων, των αλητών, που ξεβράστηκαν εδώ χάμου κυνηγημένοι από την πείνα, την πανούκλα, τους όγκους και το κρύο, που κοπιάσανε εδώ ηττημένοι από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου».
Η καινοτομία του Σελίν ήταν η «συμμέτοχη γλώσσα» λέει στο επίμετρο η μεταφράστρια και πράγματι, ζωγραφίζει, ακόμα και όταν περιγράφει τη συμμετοχή των ζώων, ο λόγος του καίει την καρδιά και το μυαλό: «Θα τον έριχνα εγώ στους καρχαρίες να τον χάψουνε τον ταγματάρχη Πενσόν, και τον μοίραρχό του αντάμα, για να τους μάθω τι θα πει ζωή… και το άλογό μου επίσης, για να μην τυραννιέται άλλο, αφού δεν είχε πια ράχη το δόλιο, τόσο που πονούσε, δυο λωρίδες σάρκας μονάχα απόμειναν στη θέση της, κάτω από τη σέλα, φαρδιές σαν τα δυο μου μπράτσα, κακοφορμισμένες, ανοιχτές, με μεγάλα αυλάκια πύον που του στάζαν απ’ τις άκρες της κουβέρτας ίσαμε του ταρσούς. Κι όμως έπρεπε να τροχάζω καβάλα κει πάνω, εν δυο… Αυτό συστρεφόταν απ΄τον τροχασμό. Μα τα’ άλογα είναι πολύ πιο καρτερικά απ’ τους ανθρώπους. (…) Άμα καβαλίκευες στη ράχη του, πονούσε τόσο που καμπούριαζε, σάμπως καλοσυνάτα, και τότε η κοιλιά του ‘φτανε ίσαμε τα γόνατα».
Απαλλάσσεται από τον πόλεμο λόγω ψυχικής διαταραχής για να πάει στην Αφρική και να συναντήσει τον ανθρώπινο παραλογισμό. Βιώνει την εκμηδένιση του ανθρώπου. Τις εσχατιές της φρίκης. Διαλέγει τον ρόλο του περιθωριακού παρατηρητή και χρωματίζει τον ανθρώπινο τραγέλαφο με διεισδυτικότητα και ευφυΐα. Και ενώ φτάνει στο αποκορύφωμα του κυνισμού, του ξεφεύγει ένας λυρικός συναισθηματισμός για τον λοχία Αλσίντ: «Ήταν φανερό ότι ο Αλσίντ κυκλοφορούσε μ’ άνεση μες στο μεγαλειώδες, σαν στο σπίτι του ούτως ειπείν, μιλούσε στους αγγέλους με το "συ" αυτός ο τύπος, και δεν τον έπαιρνες χαμπάρι. Είχε προσφέρει, δίχως καλά καλά να το καταλάβει, σε μια κοπελίτσα, μακρινή συγγενή του, χρόνια μαρτυρίου, την εκμηδένιση της φτωχής του ζωής σ’ αυτή τη ζεματιστή μονοτονία, δίχως όρους, δίχως παζάρι, δίχως συμφέρον άλλο απ’ αυτό της καλής του καρδιάς. Πρόσφερε σ’ εκείνο το μακρινό κοριτσάκι αρκετή τρυφερότητα για να ξαναγίνει ο κόσμος απ’ την αρχή, και δεν το ‘βλεπε κανείς. Αποκοιμήθηκε μεμιάς, στο φέγγος του κεριού. Θέλησα να ξανασηκωθώ για να κοιτάξω καλά τα χαρακτηριστικά του στο φως. Κοιμόταν σαν όλο τον κόσμο. Έμοιαζε πολύ κοινός. Κι όμως, δε θα ‘ταν άσχημα αν υπήρχε κάποιο κόλπο για να ξεδιακρίνεις τους καλούς απ’ τους κακούς».
Η βαρβαρότητα της αποικιοκρατίας και οι συνθήκες ζωής σχεδόν θα τον συνθλίψουν. Άρρωστος με παραληρηματικό πυρετό θα μπει σ’ ένα ισπανικό πλοίο για να φτάσει στη Νέα Υόρκη, που πάντοτε ονειρευόταν να ζήσει. Μα η Αμερική τον εκμηδενίζει ακόμα περισσότερο. Η μοναξιά και η εξαθλίωση τον ακολουθούν σε κάθε του βήμα στο Νέο Κόσμο. Μοναδική στιγμή τρυφερότητας για τη Μόλλυ, μια μικρή πόρνη.
Επιστρέφει στη Γαλλία όπου τελειώνει τις ιατρικές του σπουδές. Φευ, τίποτα δεν θα γλυκάνει τον βίο του Μπαρνταμού, η μιζέρια που συναντά είναι απίστευτη. Δουλεύει χωρίς αμοιβή σε λούμπεν γειτονιές, «ανήμπορος γιατρός των καθημαγμένων».
Ο Σελίν δεν διστάζει να αποκαλύψει την μικροψυχία και την ανάπηρη ανθρώπινη φύση: «… η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο από τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ’το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε».
Ο Σελίν λήγει το μυθιστόρημά του με μια σκηνή εξόχως κινηματογραφική. Εννοώ τη σκηνή στο λούνα πάρκ, όπου ο Μπαρνταμού με τον Ροβινσώνα, τη Σοφία και τη Μανταλένα περιπλανιούνται μέσα σε μια χαρούμενη κοσμοπλημμύρα, προσπαθώντας να διασκεδάσουν και όλο το σκηνικό προοικονομεί το επερχόμενο κακό: το φόνο του Ροβινσώνα.
Ο Κάφκα σε μια επιστολή στον Όσκαρ Πόλλακ του λέει: «…θα έπρεπε κανείς μόνο τέτοια βιβλία εν γένει να διαβάζει, που τον δαγκώνουνε και τον κεντάνε. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ξυπνά με μια γροθιά στο κρανίο, για ποιον λόγο διαβάζουμε τότε το βιβλίο; [...] Χρειαζόμαστε τα βιβλία που επενεργούν επάνω μας σαν δυστυχία που μας πονάει πολύ, [...] σαν να ήμαστε διωγμένοι σε δάση, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους, σαν αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Νομίζω, ο Κάφκα περιγράφει με ακρίβεια, τι βιβλίο είναι το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».

