4 Μαΐου 2016

Τώρα διαβάζουμε: 'Τόμας Ντε Κουίνσυ, "Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου"

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

στις 7 μ.μ.
στο καφέ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
88ο βιβλίο / Επιλογή της Παναγιώτας Κύττα

Τόμας Ντε Κουίνσυ, Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου
μετάφραση Νίκος Φωκάς, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008

Διαβάζουμε στη βάση της BiblioNet:  
"Από την πρώτη κιόλας επαφή με το βιβλίο, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τόσο την προδρομική σημασία των "Εξομολογήσεων" και του "Suspiria" όσο και τη λογοτεχνική τους σπουδαιότητα. Τριάντα πέντε χρόνια πριν από τη γέννηση του Φρόυντ, ο Ντε Κουίνσυ μας μιλάει ήδη για τον αχανή κόσμο του ασυνειδήτου, για την παντοδυναμία της παιδικής ηλικίας, για την ανυπαρξία της λήθης· κι αυτό σε μια γλώσσα ποιητική και σχεδόν θεολογική κατά μέρη και κατά μέρη τρυφερή και κάποτε, τέλος, χιουμοριστική."   Νίκος Φωκάς

Ο Τόμας Ντε Κουίνσυ (1785-1859) είναι ένας από τους σπουδαίους Άγγλους συγγραφείς του 19ου αι., ένας "βικτωριανός Μπόρχες" όπως έχει χαρακτηριστεί. Έγραψε ιδιότυπα φιλολογικά και ιστορικά δοκίμια (με γνωστότερα τα πορτρέτα του των Άγγλων ποιητών, όπως ο Γουέρντσγουερθ και ο Κόλεριτζ, και τους προβληματισμούς του για την Ιστορία), απέκτησε όμως τη φήμη του με το βιβλίο "Περί της δολοφονίας ως μιας των καλών τεχνών" (1827). Οι αφηγηματικές ικανότητές του τού εξασφάλισαν τεράστια επιτυχία με την Έκδοση των "Εξομολογήσεων ενός Άγγλου οπιομανούς" (1822). Ο Μπωντλαίρ, ο Μαλλαρμέ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Χ. Λ. Μπόρχες, ο Γουίλλιαμ Μπάροουζ και ο Ανδρέας Εμπειρίκος αγάπησαν και επηρεάστηκαν από το έργο του.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ


2015)Ο εκδικητής, Ποικίλη Στοά
(2010)Η μάσκα, Φαρφουλάς
(2009)Επιστολές σε έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί, Printa
(2009)Ο εκδικητής, Το Ποντίκι
(2008)Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς, Ερατώ
(2008)Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου. Suspiria de profundis συνέχεια των "Εξομολογήσεων", Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2006)Ο εκδικητής, Ερατώ
(2001)Η δολοφονία ως μια εκ των καλών τεχνών, Ροές
(1997)Οι τελευταίες ημέρες του Ιμμάνουελ Καντ, Άγρα
 Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2001)Το παλίμψηστο του Μάκβεθ, Άγρα
(1996)Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, Αιγόκερως
Πηγή φωτο και κειμένων: http://www.biblionet.gr

3 Μαΐου 2016

Λούης ο Έλληνας: Ο ηγέτης-συνδικαλιστής και η δολοφονία του (1914) στο Κολοράντο της Αμερικής

Λούης Τίκας
Πηγή φωτο:http://fractalart.gr
Ο Λούης Τίκας (Luis Tikas ή Ηλίας Σπαντιδάκης) ήταν Έλληνας συνδικαλιστής από την Κρήτη, που δολοφονήθηκε το 1914 στο Κολοράντο των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια μιας μεγαλειώδους εργατικής απεργίας στα ορυχεία. Η μνήμη του είναι ακόμα ζωντανή στα αμερικανικά συνδικάτα.

Η ζωή του

Από την Κρήτη στις ΗΠΑ

Το ελληνικό όνομα του Τίκα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης. Γεννήθηκε στην Λούτρα Ρεθύμνου το 1886 και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος. Το 1906 σε ηλικία 20 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.
Από το λιμάνι της Νέας Υόρκης πήγε στο Κολοράντο. Εγκαταστάθηκε στο Ντένβερ κι άρχισε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Πουέμπλο καμιά τριανταριά μίλια μακριά, με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown. Την εποχή εκείνη στο Ντένβερ ζούσαν 240 Έλληνες.
Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies). Ο Τίκας, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wobblies είτε όχι, ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα. Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τουςWobblies. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σεντς!). Άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρία.
Έτσι κι αλλιώς, ο Λούης Τίκας αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του: μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον, και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.
Ήταν τζέντλεμαν: οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.

Συνδικαλιστής - Ηγέτης

Ο Τίκας ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. οι εργάτες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν όντως μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δυο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.
Επίσης, ήταν κακοπληρωμένοι και γινόταν μεγάλη εκμετάλλευση από τις εταιρίες σε βάρος των εργατών. Σπίτια και καταστήματα ανήκαν στην εταιρία των ορυχείων, η οποία κοστολογούσε τη χρήση και τα ψώνια 25 % ακριβότερα από την ελεύθερη αγορά. Επιλογή άλλη δεν υπήρχε, αφού οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να κατοικούν και να ψωνίζουν από την εταιρία, η οποία τους πλήρωνε σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα ταμεία των δικών της καταστημάτων. Το 1912, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στη διάρκεια αυτής της απεργίας συνέβησαν πολλά: όργιο εγκάθετων, προβοκάτσιες (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος», όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο "Λούης ο Έλληνας" (Louis the Greek) ή ο "Λίο ο Κρητικός" (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ δεν υποχωρούν. Τουναντίον καιροφυλακτούν να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία του Λάντλοου

Τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13000 ανθρακωρύχοι. Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω:
  • Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
  • Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
  • Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
  • Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
  • Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.
Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.
Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο θάνατος του Τίκα

Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld)κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Ο απόηχος της θυσίας

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Στο περιοδικό «The Masses» ο αρθρογράφος Μαξ Ίστμαν δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο Ταξικός πόλεμος στο Κολοράντο. Το συνόδευε η εικονογράφηση του επίσης γνωστού ζωγράφου Τζον Φρεντς Σλόαν.
Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη σε σιωπηλή διαδήλωση.
Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας "Masses". Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϊ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.

Η μνήμη του Τίκα

Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.
Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: "Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας", όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.
Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.
Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλόπρεπες μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα.
Στο Ρέθυμνο, τόπος καταγωγής του, προς τιμήν του, υπάρχει οδός Ηλία Σπαντιδάκη.
Το 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ Παλικάρι (Ο Λούις Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου)[1].

Πηγές

Παραπομπές

2 Μαΐου 2016

ΕΡΤ και ΕΡΤ3 - Κινηματογραφική Λέσχη των Εργαζομένων της ΕΡΤ3 / Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα: «Ήμασταν τόσο αγαπημένοι» - Τρίτη 3-5-2016

ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ «ΗΜΑΣΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3

 Την Τρίτη του Πάσχα 3 Μαΐου η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 προχωρά σε ένα μικρό διάλειμμα προς τιμήν του πρόσφατα χαμένου Έτορε Σκόλα και παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη βραβευμένη γλυκόπικρη κωμωδία του Ήμασταν τόσο αγαπημένοι (Ιταλία, 1974, έγχρωμη/ασπρόμαυρη, 128'). Παίζουν: Νίνο Μανφρέντι, Βιτόριο Γκάσμαν, Στεφανία Σαντρέλι, Τζοβάνα Ράλι, Άλντο Φαμπρίτσι. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί στις 21:00 στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665), χωρητικότητας 400 θέσεων, ώστε να τιμηθεί το γεγονός. Ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν σπουδαίο δημιουργό.

Η συνδιοργάνωση και καλλιτεχνική επιμέλεια γίνονται από το ΚΕΜΕΣ. Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση του Μιχάλη Δημόπουλου από το βιβλίο του “Comedia Al' Italiana”. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο λαϊκό πανεπιστήμιο για τον κινηματογράφο θα είναι: Η κοινωνική και ιδεολογική αλλοτρίωση μέσα από το ιταλικό σινεμά.

Oι παράλληλες ιστορίες τριών φίλων από το τέλος της φασιστικής κυριαρχίας στην Ιταλία μέχρι τη σύχρονη πραγματικότητα και από τις ελπίδες της νιότης μέχρι τις απογοητεύσεις της μέσης ηλικίας.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Η ταινία αυτή, ίσως η πιο πρωτότυπη του Έτορε Σκόλα, δεν κυκλοφόρησε παραδόξως ποτέ στην Ελλάδα. Κι όμως, ο τίτλος της αποδίδει απόλυτα τις αγαθές προθέσεις με τις οποίες, εκείνη την εποχή, κοινό και κριτικοί περιέβαλαν έναν ιταλικό κινηματογράφο σε πλήρη άνθηση. Μας παραπέμπει επίσης σε μια περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσαν κοινωνικά οράματα, προδομένα ιδανικά και πικροί απολογισμοί. Δομημένη με φλας μπακ η ταινία του Σκόλα υφαίνει εύστροφα και με συναρπαστική σεναριακή ευρηματικότητα μια αλληλουχία συναντήσεων, χωρισμών και διασταυρώσεων τριών φίλων, οι οποίοι «διασχίζουν» την ιταλική Ιστορία από τις ελπίδες της Αντίστασης ως την αποτελμάτωση της Χριστιανοδημοκρατίας τη δεκαετία του `70.
Ο προλετάριος Αντόνιο, ο διανοούμενος σινεφίλ Νικόλα και ο αριβίστας Τζόνι περιφέρονται μέσα στο χρόνο, σημαδεύοντας το πολιτικό ή κοινωνικό στίγμα κάθε εποχής, χωρίς, ωστόσο, να γίνονται όμηροι κάποιας σχηματικής, σκηνοθετικής  αντίληψης. Χάρη στην οξεία κοινωνική διεισδυτικότητά τους  οι άξιοι σεναριογράφοι Age και Scarpelli (και ο ίδιος ο Σκόλα) οριοθετούν τα θεματικά μοτίβα τους (τις απογοητευμένες ελπίδες μιας γενιάς, τη διαφθορά και την κερδοσκοπία στην Ιταλία του οικονομικού θαύματος, τη συντριβή της φιλίας κτλ.) μέσα σε συγκεκριμένες σκηνές (που πλησιάζουν σε διάρκεια την έκταση ενός σκετς), διανθισμένες με μπόλικο χιούμορ –συχνά πολύ μαύρο- και απαλλαγμένες από κλισέ και προβλέψιμες συγκρούσεις.
Μετά από τις σπουδές του, ο Tζιάνι μετακομίζει στη Pώμη, όπου ξανασυναντά τον Aντόνιο, τραυματιοφορέα σε νοσοκομείο, και ξελογιάζει την αρραβωνιαστικιά του Λουτσιάνα, την οποία εγκαταλείπει για να παντρευτεί την κόρη ενός εργολάβου. Αργότερα φτάνει στη Pώμη και ο Nικόλα, ο οποίος έχει μια σύντομη σχέση με την Λουτσιάνα και ασχολείται με την κριτική κινηματογράφου. Οι τρεις τους ξαναβρίσκονται, κάνοντας τον απολογισμό της ζωής τους. O Aντόνιο τώρα είναι παντρεμένος με τη Λουτσιάνα και ο Tζιάνι είναι πλούσιος αλλά το κρύβει από τους φίλους του… «Το μέλλον πέρασε και δεν το πήραμε χαμπάρι», λέει ένας από τους ήρωες. Και  είναι ακριβώς αυτό: ένας ύμνος στη δύναμη της πρώτης αγάπης, μια ταινία για το πέρασμα του χρόνου, για τη ζωή την ίδια που περνά και χάνεται. Αφιερωμένο στον Βιτόριο Ντε Σίκα, που εμφανίζεται στο ρόλο του εαυτού του και πέθανε μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα, το “Ήμασταν τόσο αγαπημένοι” είναι μια ταινία γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή... αλλά ποτέ δεν είναι.»

ΕΝΤΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟ «ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ»

Εξάλλου, 11 λόγοι για να μην χάσετε το Ήμασταν πάντοτε αγαπημένοι είναι:

1.    Για το αριστοτεχνικό σενάριο των δύο μετρ Άτζε-Σκαρπέλι αλλά και του Σκόλα (που ξεκίνησε άλλωστε ως σεναριογράφος), το οποίο λειτουργεί αναπαραστατικά και μετωνυμικά.
2.    Για τους υπέροχους γνωστούς σταρ που είναι όλοι τους τέλειοι από κάθε πλευρά.
3.    Για την υποδειγματική μουσική του Αρμάντο Τροβαγιόλι που σχολιάζει τα δρώμενα με τα διάφορα μοτίβα της.
4.    Για τη μελαγχολική στους τόνους της καφέ φωτογραφία του Κλαούντιο Σιρίλο που υπογραμμίζει το παρελθόν που είναι αδύνατο να επιστρέψει.
5.    Για την εξαιρετική χρήση του ασπρόμαυρου φιλμ ως ένθετου στο έγχρωμο.
6.    Για την ιδιοφυή αφήγηση του Σκόλα που εισάγει φλας μπακ τα οποία θυμίζουν φιλμ νουάρ.
7.    Γιατί αν στο κλασικό φιλμ νουάρ ψάχνουμε το μεμονωμένο έγκλημα, εδώ ο προοδευτικός Σκόλα επιχειρεί να διαφωτίσει το μαζικό κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό, και ηθικό έγκλημα που συνέβη στη χώρα του.
8.    Για τη διαχρονικότητα των νοημάτων που επισημαίνουν ότι αυτό το έγκλημα δε συνέβη μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως και στη δική μας Ελλάδα.
9.    Γιατί η ταινία δεν είναι ρετρό, ούτε τρυφερή αναπόληση, αλλά σκληρή κριτική του σήμερα.
10.  Γιατί ο Σκόλα αποδεικνύει πως η δήθεν χαμένη αθωότητα ήταν ένας μηχανισμός χειραγώγησης και αλλοτρίωσης, θυμίζοντας σε αυτή τη φάση τον συμπατριώτη του Αντονιόνι.
11.  Γιατί κάποτε πρέπει να αναρωτηθούμε πως μια τέτοια ταινία, τόσο αξιόλογη και ψυχαγωγική και με γνωστούς σταρ, δεν αξιώθηκε ποτέ να διανεμηθεί στην Ελλάδα.



Υ.Γ. Την επόμενη Δευτέρα 9 Μαΐου η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 επανέρχεται στο αφιέρωμα Ευρωπαϊκό Πολιτικό Σινεμά και παρουσιάζει την παραβολική κωμωδία του Λουίτζι Κομεντσίνι Χαρτοπαίκτης με ταλέντο (1972).

1 Μαΐου 2016

Πάσχα των Ελλήνων



Η πρώτη Ανάσταση - Πάσχα των Ελλήνων

Νταλάρας Γιώργος & χορωδία



Δίσκος Ηλιοσκόπιο - 1973

Α) Η πρώτη Ανάσταση

Η ΄Άνοιξη, το πέλαγος, ο Επιτάφιος
το πρώτο χελιδόνι, ο Ήλιος και η θάλασσα
Η ΄Άνοιξη, το πέλαγος, η πρώτη Ανάσταση

Β) Πάσχα των Ελλήνων

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα
Πάσχα της Αγάπης Πάσχα
Πάαααασχα των Αγγέλων

΄Ήλιος κι ανατέλλεις, Πάσχα Μέγα Πάσχα
΄Ήλιος φωτοδότης, των Ελλήνων Πάσχα

Αυτά τα τραγούδια στο δίσκο Ηλιοσκόπιο ο οποίος εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 1973 ηχογραφήθηκαν στο τέλος της 1ης πλευράς του συνέχεια χωρίς κενό ανάμεσά τους. Επίσης η χορωδία συμμετέχει μόνο στο 2ο δηλαδή στο Πάσχα των Ελλήνων


Πηγή στίχων: http://kithara.to

30 Απριλίου 2016

Χριστός Ανέστη, σα να 'ταν χθες


Σήμερα, γινόμαστε πάλι παιδιά μέσα από τις σελίδες παλαιών αναγνωστικών.
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι:

Από τα "ΚΡΙΝΟΛΟΥΛΟΥΔΑ",
της Β' Δημοτικού
www.lifo.gr/

Από την "ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ"
της Β' Δημοτικού
www.lifo.gr/
Από τα "ΠΑΙΔΑΚΙΑ"
www.lifo.gr/


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


Εδώ θα βρείτε διαθέσιμα να τα ξεφυλλίσετε αναγνωστικά :
Παλιά Σχολικά Αναγνωστικά σε pdf (free download)

28 Απριλίου 2016

84 Βιβλίο - Διδώ Σωτηρίου, "Ματωμένα χώματα"

Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα, Κέδρος 1962
17-2-2016
Βιβλίο 84ο
Πρόταση της Ελένης Παπαστεργιάδου

Ελένη Παπαστεργιάδου
Επηρεασμένη από την επικαιρότητα και το προσφυγικό, θυμήθηκα και πάλι την γιαγιά και τις ιστορίες της. «Μωρί  Ελένη έλα νταγιάντισε να σου πω..», ..να σου δώκω το μπαξίσι σου,..μια μπουκουνιά» και τόσες άλλες χαριτωμένες λέξεις που φυσιολογικά χρησιμοποιούσε από γεννησιμιού της. Δεν τις καταλάβαινα, μπερδευόμουν και από πάνω γελούσα κιόλας. Εκείνη όχι μόνο δεν θύμωνε, αλλά με στωικότητα και υπομονή ξεκινούσε τις ιστορίες για την όμορφη πατρίδα την Σμύρνη. Από τη μια τα παστρικά ασβεστωμένα σπίτια τους, οι πλεκτοί σεμέδες, τα αρώματα που λάτρευε ως τον καημό για την ειρηνική συνύπαρξη με «τσι τουρκαλάδες». Στην ερώτηση «γιατί φύγατε γιαγιά», κάθε φορά βούρκωνε αυτόματα και αναφέρονταν στις γλαφυρές περιγραφές του διωγμού που άκουσε από την μάνα της.  Αυτό ήταν που μου έκανε και μου κάνει ακόμη εντύπωση,πώς βίωσε ένα βρέφος ενός  έτους  την προσφυγιά μέσα από τα μάτια της μάνας του! Μιλούσε για κομμένα κεφάλια, χέρια ,πόδια δεξιά και αριστερά, αίματα, φωνές, κλάματα, φωτιές. Μπήκαν σε μία βάρκα τρύπια και σώθηκε από ένα Αρμενάκι όπως είπε, που φώναζε μέσα στον πανικό  τίνος είναι το μωρό. Με τα λίγα χρήματα κρυμμένα στις φασκές ξεκίνησαν την ζωή τους εδώ, μέσα σε έναν νέο διωγμό.
Το βιβλίο το αναζήτησα, ψάχνοντας  να ενώσω το παζλ  στο μυαλό μου. Ιστορικά γεγονότα, μαρτυρίες της γιαγιάς, γνωριμία με τις ρίζες, για να μην ξεχνώ.


Κρατάω την δίψα και τον αγώνα για την ζωή και την επιβίωση, όπως και ότι η πατρίδα μας είναι η μνήμη.


 Βιοεργογραφικά στοιχεία 

Η Διδώ Σωτηρίου (1909-2004) ήταν μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Το 1919 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη Σμύρνη και μετά την καταστροφή του 1922 κατέφυγαν στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της με δασκάλους μεταξύ άλλων τους λογοτέχνες Κώστα Παρορίτη και Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1937 παρακολούθησε για λίγους μήνες μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Από το 1936 στράφηκε επαγγελματικά προς τη δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε με το περιοδικό "Γυναίκα" (ως αρχισυντάκτρια) και τις εφημερίδες "Νέος Κόσμος" και "Ριζοσπάστης" (αρχισυντάκτρια από το 1944), ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνεργάστηκε με τις Μέλπω Αξιώτη, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού, Ηλέκτρα Αποστόλου, Χρύσα Χατζηβασιλείου και άλλες ελληνίδες της αντίστασης. Πήρε μέρος στο συνέδριο της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη το 1935, όπου γνωρίστηκε με τη σύντροφο του Λένιν Αλεξάνδρα Κολοντάι και στο ιδρυτικό συνέδριο της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών το 1945 στο Παρίσι. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1959 με την έκδοση του μυθιστορήματος "Οι νεκροί περιμένουν". Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ένα κομμάτι του έργου της έχει γνωρίσει επιτυχία στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στην Τουρκία. Η Διδώ Σωτηρίου ανήκει στους Έλληνες πεζογράφους του μεσοπολέμου. Το έργο της κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού με έντονη την παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της συναισθηματικής συμμετοχής του συγγραφέως στις περιπέτειες των ηρώων της, και αντλεί τη θεματολογία του από τη μικρασιατική καταστροφή, την περίοδο του εμφυλίου και την μετά τον εμφύλιο περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Με τα "Ματωμένα χώματα" η Σωτηρίου εγκαινίασε την πορεία της προς μια γραφή που συνδυάζει τη μυθιστορηματική τεχνική με μια προοπτική εξέτασης των θεμάτων της από ιστορική σκοπιά, πορεία που συνέχισε και στα δύο επόμενα μυθιστορήματά της την "Εντολή", με θέμα την υπόθεση Μπελογιάννη και το "Κατεδαφιζόμεθα". Τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983, με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 1989, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1990 και με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, το 1995. Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο "Διδώ Σωτηρίου", το οποίο απονέμεται "σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα". Πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Διδώς Σωτηρίου βλ. Αλέξης Ζήρας, "Σωτηρίου Διδώ", στο "Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό", τ. 9β, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988· Βαγγέλης Κάσσος, "Διδώ Σωτηρίου", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67", τ. Ζ΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Δημοσθένης Κούρτοβικ , "Διδώ Σωτηρίου", στο "Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς: ένας κριτικός οδηγός", Αθήνα, Πατάκης, 1995 και Μιχάλης Μ. Μερακλής, Δώρα Μέντη, "Σωτηρίου Διδώ" στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007. 

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, γεννημένων από τον 18ο αιώνα έως το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ


(2014)Ηλέκτρα, Κέδρος
(2011)Κατεδαφιζόμεθα, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2011)Τα παιδιά του Σπάρτακου, Κέδρος
(2009)Ματωμένα χώματα, Κέδρος
(2009)Τα πρώτα βήματα του ψυχρού πολέμου, Κέδρος
(2008)Κατεδαφιζόμεθα, Κέδρος
(2008)Ματωμένα χώματα, Κέδρος
(2008)Ματωμένα χώματα, Κέδρος
(2008)Οι νεκροί περιμένουν, Κέδρος
(2004)Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες, Κέδρος
(2000)Εντολή, Κέδρος
(2000)Μέσα στις φλόγες, Κέδρος
(1999)Ηλέκτρα, Ελληνικά Γράμματα
(1997)Farewell Anatolia, Κέδρος
(1997)Οι επισκέπτες, Κέδρος
(1996)Terres de sang, Kauffmann
(1996)Η μικρασιατική καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, Κέδρος
(1995)Θέατρο, Κέδρος


Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2010)Ο Οκτώβρης και η εποχή μας, Τόπος
(1997)Ιστορική πραγματικότητα και νεοελληνική πεζογραφία 1945-1995, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [εισήγηση]