9 Μαΐου 2016

ΕΡΤ και ΕΡΤ3 - Κινηματογραφική Λέσχη των Εργαζομένων της ΕΡΤ3 / Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα: «Χαρτοπαίκτης με ταλέντο» - Δευτέρα 9-5-2016

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΥΠΑΙΝΙΚΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
ΣΤΟN «XAΡTOΠAIKTH ΜΕ ΤΑΛΕΝΤΟ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3


Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3, στα πλαίσια του αφιερώματός της Ευρωπαϊκό Πολιτικό Σινεμά, παρουσιάζει τη Δευτέρα 9 Mαϊου στις 21:00 στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 2 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665) την παραβολική πολιτική κωμωδία του Λουίτζι Κομεντσίνι Χαρτοπαίκτης με ταλέντο (Ιταλία, 1972, έγχρωμη, 113'). Παίζουν: Αλμπέρτο Σόρντι, Σιλβάνα Μανγκάνο, Μπέτι Ντέιβις, Τζόζεφ Κότεν, Μάριο Καροτενούτο.

Η συνδιοργάνωση και καλλιτεχνική επιμέλεια γίνονται από το ΚΕΜΕΣ. Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση του Θόδωρου Σούμα από το βιβλίο του “Comedia allItaliana”. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο λαϊκό πανεπιστήμιο για τον κινηματογράφο θα είναι: Η ξένη εξάρτηση και ο λαθεμένος τρόπος αντιμετώπισής της στο σινεμά.

Μία πλούσια Αμερικάνα προσκαλεί μια φορά το χρόνο σε μια παρτίδα χαρτιά ένα ζευγάρι φτωχών Ιταλών, που με τη σειρά πιστεύουν ότι θα την εκμεταλλευτούν οικονομικά.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:
«Ο τρίτος μεγάλος της ιταλικής κωμωδίας είναι ο Λουίτζι Κομεντσίνι, που γύρισε πλήθος καλών ταινιών, διαφορετικών ειδών. Τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι ταινίες με ήρωες παιδιά, που τα παρουσιάζει να έχουν καθαρό, διαυγές βλέμμα. Βασικά ήταν ένας μοραλίστας με προοδευτική ματιά. Η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με τα φιλμ του Οι 4 φυγάδες (Tutti a casa, 1960), Καβάλα στον τίγρη (A cavallo della tigre, 1961), Το κορίτσι του Μπούμπε (La ragazza di Bube, 1963). Ο Κομεντσίνι υπήρξε ένας οξυδερκής παρατηρητής των ηθών της ιταλικής κοινωνίας.
Το 1972 γύρισε το Lo scopone scientifico (Χαρτοπαίχτης με ταλέντο), που είναι ένας κοινωνικός μύθος περί ταξικής διαμάχης, ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τους καπιταλιστές και τους λούμπεν προλετάριους. Ο Κομεντσίνι φέρνει αντιμέτωπους μια εκατομμυριούχο Ιταλοαμερικανίδα γριά και τον ερωτευμένο συνοδό της, με ένα πάμπτωχο πολύτεκνο ζευγάρι που κατοικεί σε μια παραγκούπολη, στα περίχωρα της Ρώμης. Η μυθοπλασία στήνεται με βάση τη σύγκρουσή τους, υπό τη μορφή αλλεπάλληλων παιχνιδιών ξερής, που ικανοποιούν το χαρτοπαικτικό βίτσιο της γριάς, ενώ το ζευγάρι αγωνίζεται, οκτώ ολόκληρα χρόνια, για το μεγάλο κι απλησίαστο όνειρο μιας νίκης, που θα του επιτρέψει να κερδίσει κάποια χρήματα, για να βγει από τη φτώχεια και τη μιζέρια. Όλος ο μύθος στήνεται και κινείται με μαεστρία στο ευρύτερο πλαίσιο της ιταλικής κωμωδίας. Αυτό, όμως, που διαφοροποιεί τον Κομεντσίνι απ’ τους άλλους μετρ του είδους είναι ο λεπτός συναισθηματισμός του. Δεν είναι μοχθηρός ή επιθετικός, αντίθετα τον διακρίνει ευαισθησία και ευγένεια, κι αυτό φαίνεται, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει, στο έργο του, τα παιδιά.
Στον Χαρτοπαίκτη με ταλέντο ακολουθεί μια αποτελεσματικότατη πορεία. Μέσα από τη σάτιρα (βλέμμα διεισδυτικό και συχνά χλευαστικό, χιούμορ που γίνεται μαύρο), το ρεαλισμό και την κοινωνική κριτική, περιγελά και υποσκάπτει μια κοινωνία χωρισμένη στα δύο: στους σκληρούς και καπριτσιόζους πλούσιους, και τους αφελείς, αιθεροβάμονες, πονηρούς, φουκαράδες φτωχούς. Οι πλούσιοι εκμεταλλεύονται τα φτωχά κορόιδα για να γίνουν πλουσιότεροι. Οι φτωχοί (ειδικότερα οι λούμπεν) χτίζουν πύργους στην άμμο και προσπαθούν να πιάσουν την καλή με διάφορα αναποτελεσματικά τεχνάσματα.
Στην κοινωνική ιεραρχία, ως οργανωτής και θεωρητικός της εκπόρθησης της αστικής τάξης, εμφανίζεται ο γραφικός αριστερός καθηγητής. Ένας αστείος μαρξιστής που έχει βαλθεί να καταλύσει την ισχύουσα τάξη πραγμάτων στην περιοχή και να οδηγήσει το ζευγάρι των χαρτοπαικτών στο να καταστρέψει οικονομικά τη γριά καπιταλίστρια.
Λίγο λίγο, η ταινία αρχίζει να λειτουργεί και σαν αλληγορία πάνω στην ισχύ του χρήματος και την απληστία. Ο νόμος του χρήματος καθορίζει πλούσιους και φτωχούς, καθεστωτικούς κι επαναστάτες (όπως τον καθηγητή που ρητορεύει περί υπεραξίας). Άπληστη δεν είναι μόνο η γριά (Μπέτι Ντέιβις), αλλά και η σύζυγος (Σιλβάνα Μανγκάνο) του παλιατζή (Αλμπέρτο Σόρντι), που τα θέλει όλα δικά της, μέσα από τον τζόγο. Οι γυναίκες στην ταινία, είναι λίγο-πολύ αρπαχτικά, θηλυκοί τύραννοι απέναντι στους αρσενικούς. Η γριά έχει μετατρέψει σε σκλάβο της τον πρώην ζωγράφο, υποτακτικό της (Τζόζεφ Κότεν) και η λαϊκή σύζυγος σε άθυρμα τον άβουλο παλιατζή. Είναι, όμως, αυτές που διαθέτουν τον ορθολογικό νου και την αποτελεσματική ευστροφία. Αυτές είναι οι πιο καπάτσες. Η πλεονεξία, όμως, του λαϊκού ζευγαριού που τροφοδοτείται κι από τον ευτράπελο και δογματικό τρόπο, από τους μαξιμαλιστικούς κι ουτοπιστικούς στόχους του μαρξιστή καθηγητή, δεν οδηγεί παρά στην παταγώδη αποτυχία, γιατί η γριά μπορεί να διπλασιάζει επ’ αόριστον τη μίζα, έως ότου ξαναφέρει πίσω τα χαμένα της εκατομμύρια.
Το ρεαλιστικό κοινωνικό πλαίσιο του Κομεντσίνι επιτρέπει να ζωγραφιστούν με αδρότητα και σαφήνεια οι τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες. Ο παλιατζής είναι ο δύσμοιρος οικογενειάρχης, στριμωγμένος τόσο μέσα στο άθλιο σπιτικό του, όσο και στο τραπέζι του τζόγου. Το ταπεινωμένο του αντρικό φιλότιμο τον οδηγεί σε ακραίες και μελοδραματικές λύσεις. Η λαϊκή σύζυγος είναι ποθητή ερωτικά και γεμάτη δυναμισμό, η απληστία της όμως λίγο-λίγο την καταβροχθίζει. Μεταξύ των δύο θηλυκών φιλόδοξων θηρίων της ταινίας, είναι εκείνη που μπορεί να προτάξει τη νεότητα, την ομορφιά και την υγεία της. Η γριά παίζει το ρόλο μιας ανελέητης θεότητας, μιας μάγισσας, που υποδαυλίζει εξαίσια όνειρα στους φτωχούς, για να τα συντρίψει στη συνέχεια, με σαδιστική κακία. Γίνεται, μεταφορικά, μια θανατερή δύναμη που σκοτώνει τις ελπίδες των άλλων. Συγκεντρώνει γύρω της φτωχοδιάβολους, υπηρέτες και όρνια-νεκροθάφτες. Το αξίωμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου» φυσάει σαν άνεμος και σαρώνει τα πάντα, τόσο στη βίλα της, όσο και στις παράγκες. Το κουαρτέτο των παιχτών έρχεται να συμπληρώσει ο Τζορτζ, ορντινάτσα και συμπαίκτης της γριάς, πρόσωπο σημαδεμένο από τον έρωτα γι’ αυτήν, που αν και βρίσκεται εγγύτερα στον κόσμο της, είναι το πλέον εξαρτημένο και σκλαβωμένο από όλα.
Η αφήγηση της ταινίας λειτουργεί σαν τέλεια καλοκουρδισμένη μηχανή, και αποκτά ακόμη και σασπένς… Ο Κομεντσίνι την τελειώνει με σκληρό τρόπο, κόβοντας το γόρδιο δεσμό της υποταγής κι αποκλείοντας εισόδους και εξόδους προς τη διαιωνιζόμενη φενάκη. Την αλυσίδα της εξάρτησης σπάει ένα παιδί, μάλιστα ανάπηρο, σημαδεμένο από κακιά στιγμή της μοίρας και της φύσης. Ακόμη αδιάφθορο ηθικά, μυαλωμένο και προσγειωμένο, αντιμετωπίζει τον πανζουρλισμό των ενηλίκων με ένα αδιόρατο χαμόγελο σκεπτικισμού και νηφαλιότητας, που παραπέμπει σε ώριμο άνθρωπο. Στοιχεία που το τοποθετούν, ως πρόσωπο, στο χώρο του συμβολικού. Είναι το μόνο πρόσωπο που δεν τρέφει φρούδες ελπίδες, που τολμά να αντιδράσει αποφασιστικά στην ισοπεδωτική δύναμη του χρήματος και να δώσει ένα τέλος στο αδυσώπητο παιχνίδι που παίζουν οι μεγάλοι (άλλοτε από βίτσιο και σαδισμό, και άλλοτε από έσχατη ανάγκη), βάζοντας δηλητήριο στο γλυκό που φτιάχνει για την άσπλαχνη εκατομμυριούχο. Πρόκειται για μια ακόμη απότιση τιμής του Κομεντσίνι προς την «ανθρώπινη τάξη» των παιδιών, θέμα που τον απασχόλησε πολλές φορές στα φιλμ του…»

ΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟΝ «ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΗ ΜΕ ΤΑΛΕΝΤΟ»

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μην χάσετε τον Χαρτοπαίκτη με ταλέντο είναι:

1.    Γιατί ο Κομεντσίνι αποδεικνύει ότι είναι ένας σκηνοθέτης που μετουσιώνει την ιδεολογία σε άψογη σκηνοθετική άποψη.
2.    Γιατί είναι μια εξαιρετική ταινία που «διαβάζεται» με δύο τρόπους: τον επιφανειακό και ψυχαγωγικό, και ιδίως τον μετωνυμικό, που είναι μια ξεκάθαρη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών κόσμων.
3.    Γιατί τελικά η ταινία είναι η σύγκρουση Γολιάθ και Δαβίδ, καπιταλισμού και ασυνείδητου ξεπεσμένου εργάτη, και ένα αντάρτικο μεταξύ μιας μεγάλης δύναμης (ΗΠΑ) και μιας υποδεέστερης (Ιταλία).
4.    Γιατί η μετωνυμία είναι ευρύτερη και δεν αφορά μόνο την Ιταλία, αλλά κάθε μεσογειακή χώρα, και ευρύτερα κάθε που οι πολίτες της δε βρίσκουν το σωστό δρόμο για τον αγώνα.
5.    Γιατί η ταινία αυτή θυμίζει ξεκάθαρα Ελλάδα σε επίπεδο συμπεριφορών και τεχνικών.
6.    Για τους εκπληκτικούς σημαντικούς ηθοποιούς, τόσο τους δύο Ιταλούς, όσο και τους δύο παλαίμαχους Αμερικάνους.
7.    Για την εξαιρετική «ζεστή» καφεκίτρινη φωτογραφία που υποδηλώνει τη μεσογειακή ασφάλεια.
8.    Γιατί η ελπίδα έρχεται από ένα αδύναμο, χωλό πλάσμα που όπως, παρά την ανεπάρκειά του, είναι επαρκώς συνειδητοποιημένο ώστε να αντιπαρατεθεί στα ίσια με τον μεγάλο αντίπαλο.
9.    Για το εκπληκτικό, τολμηρότατο, αθυρόστομο τέλος, που οι ρίζες του απλώνονται πολύ βαθιά.
10.  Γιατί πέρα από τις ιδεολογικές αναφορές ο Κομεντσίνι μας κλείνει το μάτι κάνοντας και σινεφίλ υπαινιγμούς.

Υ.Γ. Την επόμενη Δευτέρα 16 Μαϊου η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 παρουσιάζει στα πλαίσια του ίδιου αφιερώματος το αντιρατσιστικό θρίλερ του Μπάζιλ Ντίρντεν, Οι 10 ύποπτοι (1959).

6 Μαΐου 2016

Το ιστολόγιό μας σε απεργία

Πηγή εικόνας: https://left.gr



Το ιστολόγιό μας "σιωπά", συμμετέχοντας στην απεργία των δημοσιογράφων για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Διεκδικούν: τη διατήρηση του ταμείου ασφάλισής τους και την ένταξη σε αυτό όλων των εργαζομένων στα μμε, τη διασφάλιση του αγγελιόσημου και την επέκτασή του και στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης.

5 Μαΐου 2016

Η λέξη του μήνα (24): Ο Μάης

Η λέξη του μήνα από τoν Παντελή ΤρακίδηΟ Μάης

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989),
Οι δώδεκα μήνες του χρόνους -Μάης (1968-69)

"Η λέξη του μήνα": κάθε μήνα, ένα μέλος της Λέσχης, διαφορετικό κάθε φορά, προτείνει μια λέξη -έννοια ή αντικείμενο-, η οποία γίνεται η αφορμή για συνειρμούς και η οποία "φέρνει"  στην επιφάνεια σχετικά ποιήματα, αποσπάσματα κειμένων, ζωγραφιές, φωτογραφίες, ταινίες, μουσικές και ό,τι άλλο σχετικό βάλει ο νους!

Πηγή φωτο: https://fr.pinterest.com

4 Μαΐου 2016

Τώρα διαβάζουμε: 'Τόμας Ντε Κουίνσυ, "Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου"

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

στις 7 μ.μ.
στο καφέ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
88ο βιβλίο / Επιλογή της Παναγιώτας Κύττα

Τόμας Ντε Κουίνσυ, Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου
μετάφραση Νίκος Φωκάς, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008

Διαβάζουμε στη βάση της BiblioNet:  
"Από την πρώτη κιόλας επαφή με το βιβλίο, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τόσο την προδρομική σημασία των "Εξομολογήσεων" και του "Suspiria" όσο και τη λογοτεχνική τους σπουδαιότητα. Τριάντα πέντε χρόνια πριν από τη γέννηση του Φρόυντ, ο Ντε Κουίνσυ μας μιλάει ήδη για τον αχανή κόσμο του ασυνειδήτου, για την παντοδυναμία της παιδικής ηλικίας, για την ανυπαρξία της λήθης· κι αυτό σε μια γλώσσα ποιητική και σχεδόν θεολογική κατά μέρη και κατά μέρη τρυφερή και κάποτε, τέλος, χιουμοριστική."   Νίκος Φωκάς

Ο Τόμας Ντε Κουίνσυ (1785-1859) είναι ένας από τους σπουδαίους Άγγλους συγγραφείς του 19ου αι., ένας "βικτωριανός Μπόρχες" όπως έχει χαρακτηριστεί. Έγραψε ιδιότυπα φιλολογικά και ιστορικά δοκίμια (με γνωστότερα τα πορτρέτα του των Άγγλων ποιητών, όπως ο Γουέρντσγουερθ και ο Κόλεριτζ, και τους προβληματισμούς του για την Ιστορία), απέκτησε όμως τη φήμη του με το βιβλίο "Περί της δολοφονίας ως μιας των καλών τεχνών" (1827). Οι αφηγηματικές ικανότητές του τού εξασφάλισαν τεράστια επιτυχία με την Έκδοση των "Εξομολογήσεων ενός Άγγλου οπιομανούς" (1822). Ο Μπωντλαίρ, ο Μαλλαρμέ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Χ. Λ. Μπόρχες, ο Γουίλλιαμ Μπάροουζ και ο Ανδρέας Εμπειρίκος αγάπησαν και επηρεάστηκαν από το έργο του.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ


2015)Ο εκδικητής, Ποικίλη Στοά
(2010)Η μάσκα, Φαρφουλάς
(2009)Επιστολές σε έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί, Printa
(2009)Ο εκδικητής, Το Ποντίκι
(2008)Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς, Ερατώ
(2008)Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου. Suspiria de profundis συνέχεια των "Εξομολογήσεων", Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2006)Ο εκδικητής, Ερατώ
(2001)Η δολοφονία ως μια εκ των καλών τεχνών, Ροές
(1997)Οι τελευταίες ημέρες του Ιμμάνουελ Καντ, Άγρα
 Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2001)Το παλίμψηστο του Μάκβεθ, Άγρα
(1996)Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, Αιγόκερως
Πηγή φωτο και κειμένων: http://www.biblionet.gr

3 Μαΐου 2016

Λούης ο Έλληνας: Ο ηγέτης-συνδικαλιστής και η δολοφονία του (1914) στο Κολοράντο της Αμερικής

Λούης Τίκας
Πηγή φωτο:http://fractalart.gr
Ο Λούης Τίκας (Luis Tikas ή Ηλίας Σπαντιδάκης) ήταν Έλληνας συνδικαλιστής από την Κρήτη, που δολοφονήθηκε το 1914 στο Κολοράντο των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια μιας μεγαλειώδους εργατικής απεργίας στα ορυχεία. Η μνήμη του είναι ακόμα ζωντανή στα αμερικανικά συνδικάτα.

Η ζωή του

Από την Κρήτη στις ΗΠΑ

Το ελληνικό όνομα του Τίκα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης. Γεννήθηκε στην Λούτρα Ρεθύμνου το 1886 και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος. Το 1906 σε ηλικία 20 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.
Από το λιμάνι της Νέας Υόρκης πήγε στο Κολοράντο. Εγκαταστάθηκε στο Ντένβερ κι άρχισε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Πουέμπλο καμιά τριανταριά μίλια μακριά, με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown. Την εποχή εκείνη στο Ντένβερ ζούσαν 240 Έλληνες.
Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies). Ο Τίκας, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wobblies είτε όχι, ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα. Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τουςWobblies. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σεντς!). Άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρία.
Έτσι κι αλλιώς, ο Λούης Τίκας αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του: μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον, και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.
Ήταν τζέντλεμαν: οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.

Συνδικαλιστής - Ηγέτης

Ο Τίκας ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. οι εργάτες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν όντως μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δυο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.
Επίσης, ήταν κακοπληρωμένοι και γινόταν μεγάλη εκμετάλλευση από τις εταιρίες σε βάρος των εργατών. Σπίτια και καταστήματα ανήκαν στην εταιρία των ορυχείων, η οποία κοστολογούσε τη χρήση και τα ψώνια 25 % ακριβότερα από την ελεύθερη αγορά. Επιλογή άλλη δεν υπήρχε, αφού οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να κατοικούν και να ψωνίζουν από την εταιρία, η οποία τους πλήρωνε σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα ταμεία των δικών της καταστημάτων. Το 1912, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στη διάρκεια αυτής της απεργίας συνέβησαν πολλά: όργιο εγκάθετων, προβοκάτσιες (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος», όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο "Λούης ο Έλληνας" (Louis the Greek) ή ο "Λίο ο Κρητικός" (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ δεν υποχωρούν. Τουναντίον καιροφυλακτούν να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία του Λάντλοου

Τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13000 ανθρακωρύχοι. Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω:
  • Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
  • Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
  • Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
  • Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
  • Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.
Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.
Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο θάνατος του Τίκα

Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld)κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Ο απόηχος της θυσίας

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Στο περιοδικό «The Masses» ο αρθρογράφος Μαξ Ίστμαν δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο Ταξικός πόλεμος στο Κολοράντο. Το συνόδευε η εικονογράφηση του επίσης γνωστού ζωγράφου Τζον Φρεντς Σλόαν.
Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη σε σιωπηλή διαδήλωση.
Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας "Masses". Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϊ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.

Η μνήμη του Τίκα

Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.
Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: "Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας", όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.
Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.
Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλόπρεπες μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα.
Στο Ρέθυμνο, τόπος καταγωγής του, προς τιμήν του, υπάρχει οδός Ηλία Σπαντιδάκη.
Το 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ Παλικάρι (Ο Λούις Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου)[1].

Πηγές

Παραπομπές

2 Μαΐου 2016

ΕΡΤ και ΕΡΤ3 - Κινηματογραφική Λέσχη των Εργαζομένων της ΕΡΤ3 / Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα: «Ήμασταν τόσο αγαπημένοι» - Τρίτη 3-5-2016

ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ «ΗΜΑΣΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3

 Την Τρίτη του Πάσχα 3 Μαΐου η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 προχωρά σε ένα μικρό διάλειμμα προς τιμήν του πρόσφατα χαμένου Έτορε Σκόλα και παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη βραβευμένη γλυκόπικρη κωμωδία του Ήμασταν τόσο αγαπημένοι (Ιταλία, 1974, έγχρωμη/ασπρόμαυρη, 128'). Παίζουν: Νίνο Μανφρέντι, Βιτόριο Γκάσμαν, Στεφανία Σαντρέλι, Τζοβάνα Ράλι, Άλντο Φαμπρίτσι. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί στις 21:00 στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665), χωρητικότητας 400 θέσεων, ώστε να τιμηθεί το γεγονός. Ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν σπουδαίο δημιουργό.

Η συνδιοργάνωση και καλλιτεχνική επιμέλεια γίνονται από το ΚΕΜΕΣ. Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση του Μιχάλη Δημόπουλου από το βιβλίο του “Comedia Al' Italiana”. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο λαϊκό πανεπιστήμιο για τον κινηματογράφο θα είναι: Η κοινωνική και ιδεολογική αλλοτρίωση μέσα από το ιταλικό σινεμά.

Oι παράλληλες ιστορίες τριών φίλων από το τέλος της φασιστικής κυριαρχίας στην Ιταλία μέχρι τη σύχρονη πραγματικότητα και από τις ελπίδες της νιότης μέχρι τις απογοητεύσεις της μέσης ηλικίας.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Η ταινία αυτή, ίσως η πιο πρωτότυπη του Έτορε Σκόλα, δεν κυκλοφόρησε παραδόξως ποτέ στην Ελλάδα. Κι όμως, ο τίτλος της αποδίδει απόλυτα τις αγαθές προθέσεις με τις οποίες, εκείνη την εποχή, κοινό και κριτικοί περιέβαλαν έναν ιταλικό κινηματογράφο σε πλήρη άνθηση. Μας παραπέμπει επίσης σε μια περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσαν κοινωνικά οράματα, προδομένα ιδανικά και πικροί απολογισμοί. Δομημένη με φλας μπακ η ταινία του Σκόλα υφαίνει εύστροφα και με συναρπαστική σεναριακή ευρηματικότητα μια αλληλουχία συναντήσεων, χωρισμών και διασταυρώσεων τριών φίλων, οι οποίοι «διασχίζουν» την ιταλική Ιστορία από τις ελπίδες της Αντίστασης ως την αποτελμάτωση της Χριστιανοδημοκρατίας τη δεκαετία του `70.
Ο προλετάριος Αντόνιο, ο διανοούμενος σινεφίλ Νικόλα και ο αριβίστας Τζόνι περιφέρονται μέσα στο χρόνο, σημαδεύοντας το πολιτικό ή κοινωνικό στίγμα κάθε εποχής, χωρίς, ωστόσο, να γίνονται όμηροι κάποιας σχηματικής, σκηνοθετικής  αντίληψης. Χάρη στην οξεία κοινωνική διεισδυτικότητά τους  οι άξιοι σεναριογράφοι Age και Scarpelli (και ο ίδιος ο Σκόλα) οριοθετούν τα θεματικά μοτίβα τους (τις απογοητευμένες ελπίδες μιας γενιάς, τη διαφθορά και την κερδοσκοπία στην Ιταλία του οικονομικού θαύματος, τη συντριβή της φιλίας κτλ.) μέσα σε συγκεκριμένες σκηνές (που πλησιάζουν σε διάρκεια την έκταση ενός σκετς), διανθισμένες με μπόλικο χιούμορ –συχνά πολύ μαύρο- και απαλλαγμένες από κλισέ και προβλέψιμες συγκρούσεις.
Μετά από τις σπουδές του, ο Tζιάνι μετακομίζει στη Pώμη, όπου ξανασυναντά τον Aντόνιο, τραυματιοφορέα σε νοσοκομείο, και ξελογιάζει την αρραβωνιαστικιά του Λουτσιάνα, την οποία εγκαταλείπει για να παντρευτεί την κόρη ενός εργολάβου. Αργότερα φτάνει στη Pώμη και ο Nικόλα, ο οποίος έχει μια σύντομη σχέση με την Λουτσιάνα και ασχολείται με την κριτική κινηματογράφου. Οι τρεις τους ξαναβρίσκονται, κάνοντας τον απολογισμό της ζωής τους. O Aντόνιο τώρα είναι παντρεμένος με τη Λουτσιάνα και ο Tζιάνι είναι πλούσιος αλλά το κρύβει από τους φίλους του… «Το μέλλον πέρασε και δεν το πήραμε χαμπάρι», λέει ένας από τους ήρωες. Και  είναι ακριβώς αυτό: ένας ύμνος στη δύναμη της πρώτης αγάπης, μια ταινία για το πέρασμα του χρόνου, για τη ζωή την ίδια που περνά και χάνεται. Αφιερωμένο στον Βιτόριο Ντε Σίκα, που εμφανίζεται στο ρόλο του εαυτού του και πέθανε μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα, το “Ήμασταν τόσο αγαπημένοι” είναι μια ταινία γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή... αλλά ποτέ δεν είναι.»

ΕΝΤΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟ «ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ»

Εξάλλου, 11 λόγοι για να μην χάσετε το Ήμασταν πάντοτε αγαπημένοι είναι:

1.    Για το αριστοτεχνικό σενάριο των δύο μετρ Άτζε-Σκαρπέλι αλλά και του Σκόλα (που ξεκίνησε άλλωστε ως σεναριογράφος), το οποίο λειτουργεί αναπαραστατικά και μετωνυμικά.
2.    Για τους υπέροχους γνωστούς σταρ που είναι όλοι τους τέλειοι από κάθε πλευρά.
3.    Για την υποδειγματική μουσική του Αρμάντο Τροβαγιόλι που σχολιάζει τα δρώμενα με τα διάφορα μοτίβα της.
4.    Για τη μελαγχολική στους τόνους της καφέ φωτογραφία του Κλαούντιο Σιρίλο που υπογραμμίζει το παρελθόν που είναι αδύνατο να επιστρέψει.
5.    Για την εξαιρετική χρήση του ασπρόμαυρου φιλμ ως ένθετου στο έγχρωμο.
6.    Για την ιδιοφυή αφήγηση του Σκόλα που εισάγει φλας μπακ τα οποία θυμίζουν φιλμ νουάρ.
7.    Γιατί αν στο κλασικό φιλμ νουάρ ψάχνουμε το μεμονωμένο έγκλημα, εδώ ο προοδευτικός Σκόλα επιχειρεί να διαφωτίσει το μαζικό κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό, και ηθικό έγκλημα που συνέβη στη χώρα του.
8.    Για τη διαχρονικότητα των νοημάτων που επισημαίνουν ότι αυτό το έγκλημα δε συνέβη μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως και στη δική μας Ελλάδα.
9.    Γιατί η ταινία δεν είναι ρετρό, ούτε τρυφερή αναπόληση, αλλά σκληρή κριτική του σήμερα.
10.  Γιατί ο Σκόλα αποδεικνύει πως η δήθεν χαμένη αθωότητα ήταν ένας μηχανισμός χειραγώγησης και αλλοτρίωσης, θυμίζοντας σε αυτή τη φάση τον συμπατριώτη του Αντονιόνι.
11.  Γιατί κάποτε πρέπει να αναρωτηθούμε πως μια τέτοια ταινία, τόσο αξιόλογη και ψυχαγωγική και με γνωστούς σταρ, δεν αξιώθηκε ποτέ να διανεμηθεί στην Ελλάδα.



Υ.Γ. Την επόμενη Δευτέρα 9 Μαΐου η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 επανέρχεται στο αφιέρωμα Ευρωπαϊκό Πολιτικό Σινεμά και παρουσιάζει την παραβολική κωμωδία του Λουίτζι Κομεντσίνι Χαρτοπαίκτης με ταλέντο (1972).

1 Μαΐου 2016

Πάσχα των Ελλήνων



Η πρώτη Ανάσταση - Πάσχα των Ελλήνων

Νταλάρας Γιώργος & χορωδία



Δίσκος Ηλιοσκόπιο - 1973

Α) Η πρώτη Ανάσταση

Η ΄Άνοιξη, το πέλαγος, ο Επιτάφιος
το πρώτο χελιδόνι, ο Ήλιος και η θάλασσα
Η ΄Άνοιξη, το πέλαγος, η πρώτη Ανάσταση

Β) Πάσχα των Ελλήνων

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα
Πάσχα της Αγάπης Πάσχα
Πάαααασχα των Αγγέλων

΄Ήλιος κι ανατέλλεις, Πάσχα Μέγα Πάσχα
΄Ήλιος φωτοδότης, των Ελλήνων Πάσχα

Αυτά τα τραγούδια στο δίσκο Ηλιοσκόπιο ο οποίος εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 1973 ηχογραφήθηκαν στο τέλος της 1ης πλευράς του συνέχεια χωρίς κενό ανάμεσά τους. Επίσης η χορωδία συμμετέχει μόνο στο 2ο δηλαδή στο Πάσχα των Ελλήνων


Πηγή στίχων: http://kithara.to